Με ένα πακέτο μέτρων που συνδυάζει επενδύσεις ύψους 100 δισ. ευρώ για την απανθρακοποίηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας με ένα φιλόδοξο σχέδιο μαζικού εξηλεκτρισμού της οικονομίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να αλλάξει εκ βάθρων το ενεργειακό και παραγωγικό μοντέλο της Ευρώπης. Ο στόχος είναι διπλός. Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να εξελιχθεί στην πρώτη ήπειρο του κόσμου που θα λειτουργεί μόνο με ηλεκτρικό ρεύμα, περιορίζοντας δραστικά την εξάρτησή της από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Από την άλλη, προχωρά στη μεγαλύτερη αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, του γνωστού EU ETS, μετατρέποντάς το από έναν μηχανισμό τιμολόγησης του άνθρακα σε βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο για τη βιομηχανική μετάβαση και την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.

Από το 23% στο 46% έως το 2040

Το νέο Electrification Action Plan που παρουσίασε η Κομισιόν προβλέπει σχεδόν διπλασιασμό της ηλεκτροδότησης της τελικής κατανάλωσης ενέργειας, από το σημερινό 23% στο 46% έως το 2040.

Η Επιτροπή υπολογίζει ότι, εφόσον ο στόχος επιτευχθεί, οι εισαγωγές ορυκτών καυσίμων θα μπορούσαν να μειωθούν κατά περίπου 260 δισ. ευρώ ετησίως. Πρόκειται για ποσό που αποτυπώνει όχι μόνο το οικονομικό βάρος της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης, αλλά και το γεωπολιτικό ρίσκο που συνεπάγεται η προσφυγή σε ασταθείς διεθνείς αγορές.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική βασίζεται στη διαπίστωση ότι περίπου το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ παράγεται ήδη από εγχώριες καθαρές πηγές. Παρά ταύτα, η χρήση ηλεκτρισμού στις μεταφορές, στα κτίρια και στη βιομηχανία παραμένει σχεδόν στάσιμη εδώ και μία δεκαετία.

Το μεγάλο εμπόδιο είναι το κόστος

Η βασική αιτία της καθυστέρησης είναι το κόστος. Σε αρκετές περιπτώσεις, η ηλεκτρική ενέργεια κοστίζει έως και τρεις φορές περισσότερο από το φυσικό αέριο, ενώ οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις με τα δίκτυα και η αργή ανάπτυξη νέων υποδομών λειτουργούν αποτρεπτικά για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Για την Κομισιόν, επομένως, ο εξηλεκτρισμός δεν είναι πλέον μόνο μια περιβαλλοντική επιλογή. Είναι ταυτόχρονα ζήτημα ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής ασφάλειας και βιομηχανικής επιβίωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη-μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να μειώνουν τις χρεώσεις δικτύου και τη φορολογία για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών και ενεργοβόρων επιχειρήσεων. Παράλληλα, η Επιτροπή επιχειρεί να διορθώσει το παράδοξο ο ηλεκτρισμός να επιβαρύνεται φορολογικά περισσότερο από το φυσικό αέριο.

Το σχέδιο προβλέπει ακόμη ταχύτερη εγκατάσταση έξυπνων μετρητών και αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων για επενδύσεις σε αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες και άλλες τεχνολογίες ηλεκτροδότησης.

Τα δίκτυα στο επίκεντρο

Η μετάβαση, ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει χωρίς ισχυρότερα ηλεκτρικά δίκτυα.

Οι πολυετείς καθυστερήσεις στις συνδέσεις νέων έργων, οι περιορισμένες δυνατότητες των υφιστάμενων υποδομών και η έλλειψη διασυνδέσεων αποτελούν σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ηλεκτροκίνηση και την ηλεκτροδότηση της βιομηχανίας.

Γι’ αυτό η Κομισιόν ζητά την ταχεία υιοθέτηση του ευρωπαϊκού πακέτου για τα δίκτυα, προκειμένου να επιταχυνθούν οι συνδέσεις νέων επενδύσεων και να αξιοποιηθούν αποτελεσματικότερα οι υφιστάμενες υποδομές.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην παραγωγή καθαρών τεχνολογιών εντός Ευρώπης, καθώς η Επιτροπή θέλει η πράσινη μετάβαση να μη στηριχθεί αποκλειστικά σε εισαγόμενο εξοπλισμό. Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας και εκατοντάδες χιλιάδες νέες, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

100 δισ. ευρώ στη βιομηχανία

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά το EU ETS, το οποίο λειτουργεί από το 2005.

Η νέα φιλοσοφία δεν εγκαταλείπει τον στόχο της μείωσης των εκπομπών, αλλά μεταφέρει το βάρος στη χρηματοδότηση των επενδύσεων και στην προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.

Κεντρικό εργαλείο θα είναι η νέα Industrial Decarbonisation Bank, μέσω της οποίας σχεδιάζεται να κινητοποιηθούν περίπου 100 δισ. ευρώ για έργα απανθρακοποίησης.

Παράλληλα, τα κράτη-μέλη θα υποχρεούνται να κατευθύνουν τουλάχιστον το 50% των εσόδων από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών σε επενδύσεις που μειώνουν τις εκπομπές στους τομείς που καλύπτονται από το ETS.

Η βασική λογική είναι σαφής: τα χρήματα που πληρώνει η βιομηχανία για τα δικαιώματα άνθρακα θα πρέπει να επιστρέφουν στη βιομηχανία για την ανανέωση του εξοπλισμού, την ενεργειακή αναβάθμιση και την υιοθέτηση καθαρότερων τεχνολογιών.

Περισσότερος χρόνος και μεγαλύτερη ευελιξία

Η πρόταση προβλέπει πιο ήπια πορεία μείωσης των διαθέσιμων δικαιωμάτων εκπομπών μετά το 2030 και διατήρηση των δωρεάν κατανομών για μεγαλύτερο διάστημα.

Για τους κλάδους που εντάσσονται στον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, τον CBAM, η πλήρης κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων μετατίθεται έως το 2038, ενώ προβλέπεται πρόσθετη στήριξη ύψους 6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030.

Η αναθεώρηση εισάγει επίσης τη δυνατότητα χρήσης περιορισμένων διεθνών πιστώσεων άνθρακα, ενσωματώνει στο σύστημα τις μόνιμες αφαιρέσεις διοξειδίου του άνθρακα και αλλάζει τον Μηχανισμό Σταθερότητας της Αγοράς, ώστε να περιοριστούν οι απότομες διακυμάνσεις στις τιμές των δικαιωμάτων.

Παράλληλα, το ETS επεκτείνεται στην αποτέφρωση αποβλήτων, ενώ ενισχύονται οι κανόνες για την αεροπορία και τη ναυτιλία.

Το μέτωπο της Αθήνας με άλλες εννέα χώρες

Η Ελλάδα επιχειρεί να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, συγκροτώντας κοινό μέτωπο με την Ιταλία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Τσεχία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία.

Οι δέκα χώρες δεν αμφισβητούν το ETS ως βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής. Ζητούν, όμως, να προσαρμοστεί στις νέες οικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες, ώστε να μη λειτουργήσει εις βάρος της βιομηχανικής παραγωγής, της ενεργειακής ασφάλειας και της κοινωνικής συνοχής.

Η ίδια συμμαχία είχε πετύχει το φθινόπωρο του 2025 την αναβολή της εφαρμογής του ETS2 κατά έναν χρόνο, δίνοντας περισσότερο χρόνο προσαρμογής στα κράτη-μέλη.

Οι ελληνικές «κόκκινες γραμμές»

Για την Αθήνα, η νέα αρχιτεκτονική πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη νησιωτικότητα, τον στρατηγικό ρόλο της ναυτιλίας, την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και την ανάγκη διατήρησης μιας ανταγωνιστικής βιομηχανικής βάσης.

Οι ελληνικές προτεραιότητες περιλαμβάνουν μια πιο ρεαλιστική πορεία μείωσης των εκπομπών, προστασία των επιχειρήσεων μέχρι να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα του CBAM, κοινωνικά δίκαιη εφαρμογή του ETS2, σταθερότερες τιμές δικαιωμάτων και ειδικές προβλέψεις για τη ναυτιλία, τα λιμάνια, τις αερομεταφορές και τον τουρισμό.

Το κεντρικό μήνυμα της ελληνικής πλευράς είναι ότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένη από την ανταγωνιστικότητα και την ενεργειακή ασφάλεια.

Η Ευρώπη, με άλλα λόγια, δεν αρκεί να γίνει καθαρότερη. Πρέπει ταυτόχρονα να παραμείνει παραγωγική, ισχυρή και οικονομικά ανταγωνιστική.

Διαβάστε ακόμη: