Λίγο πριν συμπληρωθούν 25 χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου, η ιστορία του γιου του Οσάμα μπιν Λάντεν επιστρέφει όχι ως είδηση πολέμου, αλλά ως αλλόκοτη εικόνα: ο γιος του ανθρώπου που έγινε το πρόσωπο του αντιαμερικανικού τρόμου ζωγραφίζει την Αμερική σαν χαμένο όνειρο.

Η λεπτομέρεια μοιάζει σχεδόν υπερβολικά κινηματογραφική. Ο Ομάρ, ένας από τους γιους του Οσάμα μπιν Λάντεν, αγαπά τη μουσική κάντρι, τα παλιά γουέστερν, τους καουμπόηδες, τα άλογα και τα τοπία της αμερικανικής Δύσης. Δεν έχει ταξιδέψει ποτέ στις ΗΠΑ. Κουβαλά όμως ένα όνομα που, μετά το 2001, έγινε παγκόσμια συντομογραφία του τρόμου. Και μέσα από τη ζωγραφική του επιστρέφει ξανά και ξανά σε μια χώρα που ο πατέρας του μισούσε, πολέμησε και στοίχειωσε.

Η παιδική του ηλικία ξεκίνησε μακριά από αυτή την παγκόσμια εικόνα. Μεγάλωσε στη Σαουδική Αραβία, ανάμεσα στην Τζέντα και την οικογενειακή φάρμα των μπιν Λάντεν, όπου ο πατέρας του κρατούσε άλογα, κατσίκες και γαζέλες. Ο ίδιος έχει θυμηθεί ότι ως παιδί ζωγράφιζε τα άλογα του πατέρα του και πως μία από τις λίγες ευτυχισμένες αναμνήσεις του ήταν όταν το σχολείο κρέμασε στον τοίχο μια δική του ζωγραφιά. Η εικόνα του παιδιού που ζωγραφίζει άλογα μοιάζει σχεδόν αθώα μέχρι να θυμηθεί κανείς ποιος ήταν ο πατέρας, ποιο όνομα θα κληρονομούσε και σε τι κόσμο θα μεγάλωνε.

Η αθωότητα κράτησε λίγο. Μετά την εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ, ο Οσάμα μπιν Λάντεν μετέτρεψε, σύμφωνα με τις αφηγήσεις του Ομάρ, την οικογενειακή φάρμα σε στρατιωτική βάση. Ακολούθησαν το Σουδάν, το Αφγανιστάν, τα στρατόπεδα εκπαίδευσης της Αλ Κάιντα και η εφηβεία μέσα σε ένα τοπίο όπου οικογένεια, ιδεολογία και πόλεμος είχαν γίνει ένα. Ο Ομάρ έχει περιγράψει έναν αυστηρό, βίαιο πατέρα, που στερούσε παιχνίδια από τα παιδιά του και ήθελε να τα διαμορφώσει μέσα στη δική του αποστολή.

Στα 15 του βρέθηκε, όπως έχει πει, σε στρατόπεδα κοντά στην Τόρα Μπόρα. Στα 16 του βρέθηκε σε εμπόλεμες ζώνες του αφγανικού εμφυλίου. Αργότερα θα περιέγραφε μια στιγμή σε ορεινό μονοπάτι, όταν πυρά ελεύθερων σκοπευτών τον έκαναν να καταλάβει την παράνοια του πολέμου: φίλοι και εχθροί, δικές τους και αντίπαλες γραμμές, όλα μπορούσαν να μπερδευτούν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Στα 18 του έφυγε από κοντά στον πατέρα του μαζί με τη μητέρα του. Είδε τον Οσάμα μπιν Λάντεν για τελευταία φορά στο Αφγανιστάν το 2001.

Λίγο αργότερα, στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, δύο αεροπλάνα έπεσαν στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη και το όνομα μπιν Λάντεν πέρασε για πάντα σε άλλη κλίμακα. Ο Ομάρ ήταν τότε 20 ετών και ζούσε ξανά στη Σαουδική Αραβία. Στα χρόνια που ακολούθησαν προσπάθησε πολλές φορές να αποστασιοποιηθεί δημόσια από τη βία του πατέρα του. Το 2008 έλεγε σε συνέντευξή του ότι ήθελε να γίνει «πρεσβευτής ειρήνης» ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τη Δύση. Η φράση έμοιαζε σχεδόν αδύνατη να σταθεί δίπλα στο επίθετό του. Αυτό ακριβώς είναι και το κέντρο της ιστορίας του: ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να βγει από το όνομά του και, ταυτόχρονα, επιμένει να φτιάχνει μια δεύτερη εικόνα.

Η ζωγραφική μπήκε πιο συστηματικά στη ζωή του στη Νορμανδία, στη διάρκεια της πανδημίας. Η σύζυγός του, Ζάινα Μοχάμεντ αλ-Σαμπάχ, τον ενθάρρυνε να ξαναπιάσει τα πινέλα, και εκείνος άρχισε να ζωγραφίζει από το μικρό του εργαστήριο. Τα έργα του έχουν μια ναΐφ, σχεδόν παιδική ένταση: επίπεδα χρώματα, έρημοι, βουνά, νυχτερινά τοπία, χωριά, δρόμοι που χάνονται στον ορίζοντα, κόκκινοι ουρανοί και μια επαναλαμβανόμενη ανάγκη να βρεθεί «φως» στο τέλος μιας σκοτεινής διαδρομής.

Σε έναν πίνακα επιστρέφει στην Τόρα Μπόρα, εκεί όπου κρύφτηκε ο πατέρας του μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Τα βουνά είναι κοφτερά, σχεδόν επιθετικά, σαν ο τόπος να μην μπορεί να ζωγραφιστεί χωρίς να ξαναγίνει τραύμα. Σε άλλον πίνακα, που ο ίδιος έχει ξεχωρίσει ως αγαπημένο του, ζωγραφίζει την έρημο της Αριζόνα: κάκτοι, ένα μικρό σπίτι, νύχτα, ουρανός με αστέρια. Από τη μία πλευρά, το πραγματικό βουνό του πατέρα. Από την άλλη, η φανταστική Αμερική του γιου.

Εκεί η ιστορία του Ομάρ μπιν Λάντεν γίνεται πραγματικά περίεργη. Δεν ζωγραφίζει απλώς τοπία. Ζωγραφίζει μια έξοδο. Μια Αριζόνα που δεν έχει δει ποτέ. Μια Δύση χωρίς τον πατέρα. Έναν δρόμο όπου το επίθετο μπορεί, για λίγες ώρες, να μη σημαίνει Αλ Κάιντα, τρομοκρατία, Δίδυμους Πύργους, καταδίωξη, σπηλιές, ειδήσεις, θάνατο.

Η ζωγραφική του δεν είναι μεγάλη τέχνη με την κλασική έννοια. Είναι όμως μεγάλη εικόνα: ένας άνθρωπος προσπαθεί να ζωγραφίσει έναν τόπο έξω από την ιστορία που τον έχει ήδη γράψει.

Αυτή η δεύτερη ζωή, βέβαια, δεν είναι καθαρή ιστορία λύτρωσης. Το 2024 η Γαλλία απέλασε τον Ομάρ μπιν Λάντεν και του απαγόρευσε την επιστροφή στη χώρα, όπου ζούσε για χρόνια και ζωγράφιζε στη Νορμανδία, μετά από ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα που οι αρχές θεώρησαν ότι εξυμνούσε την τρομοκρατία. Συνεργάτης του που τον βοηθούσε να διαθέτει έργα του δήλωσε ότι ο Ομάρ είναι αντίθετος στην ισλαμιστική ιδεολογία και ότι ο ίδιος είχε πει σε φίλους πως ο λογαριασμός του είχε παραβιαστεί.

Η ζωγραφική δεν αθωώνει κανέναν. Δεν σβήνει το επίθετο, ούτε τις εικόνες που το συνοδεύουν. Δεν μετατρέπει αυτομάτως τον γιο του Οσάμα μπιν Λάντεν σε σύμβολο συμφιλίωσης. Κάνει όμως κάτι πιο δύσκολο: τον τοποθετεί σε μια ζώνη όπου η Ιστορία δεν είναι πια μόνο γεωπολιτική, αλλά πρόσωπο, σώμα, όνομα, πίνακας, άλογο, δρόμος, φαντασίωση. Δείχνει πόσο παράξενα επιβιώνουν τα μεγάλα γεγονότα μέσα σε ανθρώπους που δεν διάλεξαν το σημείο από το οποίο ξεκινούν.

Λίγο πριν από τα 25 χρόνια της 11ης Σεπτεμβρίουη μνήμη εκείνης της ημέρας δεν επιστρέφει μόνο μέσα από αρχεία, ντοκιμαντέρ, επετείους και πολιτικές αναλύσεις. Επιστρέφει και μέσα από τέτοιες παράξενες παρακαμπτήριες ιστορίες, όπου το μεγάλο γεγονός έχει περάσει στο όνομα ενός απογόνου και από εκεί σε καμβάδες με κάκτους, βουνά, άλογα και κόκκινους ουρανούς.

Ο Ομάρ μπιν Λάντεν ζωγραφίζει την Αμερική που δεν γνώρισε ποτέ. Αλλά κάτω από κάθε τοπίο υπάρχει πάντα ο ίδιος δρόμος: η προσπάθεια να βρει κανείς έξοδο από μια ιστορία που τον έχει ήδη προλάβει.

Διαβάστε ακόμη: