Για σχεδόν τρεις δεκαετίες ο αμφιλεγόμενος επενδυτής Paul Coulson, που έχει εμφανιστεί στην Ελλάδα ως μεγαλοεπενδυτής που επιδιώκει να μετατρέψει μια περιοχή απαράμιλλου φυσικού κάλους στο Πόρτο Χέλι σε μια επένδυση-μαμούθ στον τουρισμό, έχτιζε μια αυτοκρατορία στον χώρο της συσκευασίας, μετατρέποντας μια μικρή ιρλανδική εταιρεία γυάλινων φιαλών στην Ardagh Group, έναν παγκόσμιο κολοσσό με παρουσία σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

Η ανάπτυξη αυτή έχει στηριχθεί σεμια υπερβολικά επιθετική στρατηγική εξαγορών, βασισμένη σε τεράστια μόχλευση, αφήνοντας πίσω της έναν όμιλο με χρέος που ξεπέρασε τα 10 δισ. δολάρια και οδήγησε τελικά σε μία από τις μεγαλύτερες αναδιαρθρώσεις χρέους στην ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων, που όπως είναι ευνόητο είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές απώλειες για τους ομολογιούχους.

Τον Νοέμβριο του 2025, ο Ιρλανδός επιχειρηματίας έχασε τον έλεγχο της Ardagh, καθώς στο πλαίσιο της συμφωνίας ανακεφαλαιοποίησης οι πιστωτές μετέτρεψαν περίπου 4,3 δισ. δολάρια χρέους σε μετοχές και ανέλαβαν την ιδιοκτησία του ομίλου. Η συμφωνία επέφερε σημαντικές απώλειες στους ομολογιούχους με αποτέλεσμα να υπάρξουν έντονες αντιδράσεις. Και οι παλαιοί μέτοχοι, φρόντισαν να εξασφαλίσουν συνολικά 300 εκατ. δολάρια για την αποχώρησή τους, με τον ίδιο τον Coulson να μη μένει με άδεια χέρια και να λαμβάνει περίπου 108 εκατ. δολάρια για τη συμμετοχή του στην εταιρεία.

Την ίδια στιγμή, οι κάτοχοι των πιο επισφαλών ομολόγων της Ardagh, των λεγόμενων PIK notes, βρέθηκαν αντιμέτωποι με δραστική απομείωση των απαιτήσεών τους και τελικά έχασαν πρόσφατα τη δικαστική μάχη που είχαν ανοίξει ορισμένοι εκ των πιστωτών – μεταξύ των οποίων η Deutsche Bank και η Carronade Capital – για να μπλοκάρουν τη συμφωνία.

Ενώ οι κάτοχοι των πιο επισφαλών ομολόγων της Ardagh, των λεγόμενων PIK notes, υπέστησαν δραστική περικοπή των απαιτήσεών τους. Ταυτόχρονα, η προσπάθεια ορισμένων πιστωτών – μεταξύ των οποίων η Deutsche Bank και η Carronade Capital – να μπλοκάρουν τη συμφωνία μέσω της Δικαιοσύνης απέτυχε, καθώς έχασαν πρόσφατα τη σχετική δικαστική μάχη.

Ενώ η Ardagh έδινε τη μάχη με τους πιστωτές της για την επιβίωσή της, ο Paul Coulson είχε ήδη στραφεί στο επόμενο μεγάλο του εγχείρημα, που και αυτό προκαλεί τεράστιες αντιδράσει: την φαραωνική τουριστική ανάπτυξη κυρίως σε χαρακτηρισμένες δασικές περιοχές στη Χηνίτσας στο Πόρτο Χέλι. Μέσω της Hinitsa Bay Holdings, ο Ιρλανδός επιχειρηματίας προωθεί μια επένδυση που υποστηρίζει ότι θα φτάσει τα 200 εκατ. ευρώ για τη δημιουργία του Four Seasons Resort and Residences Porto Heli, όπως προαναφέρθηκε σε μια έκταση που έχει βρεθεί στο επίκεντρο αντιδράσεων για τα ζητήματα που αφορούν τον δασικό χαρακτηρισμό των εκτάσεων αλλά και το βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα του έργου σε μια περιοχή υψηλού φυσικού κάλλους.

Ποιος είναι ο Paul Coulson;

Γνωστός στην Ιρλανδία με το παρατσούκλι «The Cooler» ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Paul Coulson έχει χτίσει τη φήμη ενός χαρισματικού διαπραγματευτή. Όσοι τον γνωρίζουν αποδίδουν το προσωνύμιο όχι μόνο στην ψυχρότητα και τον κυνισμό που επιδεικνύει στις δύσκολες διαπραγματεύσεις, αλλά και στην ικανότητά του εκεί που εντοπίζει επιχειρηματικές ευκαιρίες να παρακάμπτει τα αδιέξοδα με το δικό του τρόπο.

Γεννημένος τον Απρίλιο του 1952, σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Trinity College του Δουβλίνου και αποφοίτησε το 1973. Ακολούθησε πενταετής θητεία στην Price Waterhouse, στο Λονδίνο και το Δουβλίνο, όπου απέκτησε την ιδιότητα του Ορκωτού Λογιστή. Αφού ίδρυσε τη δική του ελεγκτική εταιρεία, το 1980 δημιούργησε τη Yeoman International, την οποία ανέπτυξε σε έναν από τους σημαντικούς παίκτες της αγοράς χρηματοδοτικών μισθώσεων αεροσκαφών.

Η επιχειρηματική του πορεία δεν ήταν χωρίς εμπόδια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 βρέθηκε αντιμέτωπος με μια προβληματική συμφωνία ύψους 93 εκατ. στερλινών με τη βρετανική CLF Holdings, η οποία επιβάρυνε σημαντικά τον όμιλό του με δανεισμό. Ο Coulson στράφηκε δικαστικά κατά της επενδυτικής τράπεζας SG Warburg, που είχε συμβουλευτικό ρόλο στη συναλλαγή και τελικά δικαιώθηκε, εξασφαλίζοντας αποζημίωση 35 εκατ. στερλινών.

Με αυτά τα χρήματα, απέκτησε το 1998 την Irish Glass Bottle Company, μια σχετικά μικρή ιρλανδική εταιρεία παραγωγής γυάλινων φιαλών, με ιστορία από το 1932. Υπό την ηγεσία του η επιχείρηση μετασχηματίστηκε στην Ardagh Group, η οποία μέσα από μια επιθετική στρατηγική εξαγορών εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους συσκευασίας παγκοσμίως, με δεκάδες εργοστάσια σε Ευρώπη και Αμερική και πελάτες μερικές από τις μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων και ποτών στον κόσμο.

Η επιχειρηματική επιτυχία του Coulson αποτυπώθηκε και στην προσωπική του περιουσία. Το 2021 εκτιμήθηκε σε περίπου 2,8 δισ. δολάρια, κατατάσσοντάς τον μεταξύ των δέκα πλουσιότερων ανθρώπων της Ιρλανδίας.

Ο «γκουρού» των high-yield ομολόγων

Ο Paul Coulson θεωρείται από αρκετούς ανθρώπους των διεθνών αγορών ένας από τους θεμελιωτές της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων υψηλής απόδοσης (high-yield bonds).

Στα πρώτα χρόνια της ανάπτυξής της, η Ardagh είχε στηριχθεί σε παραδοσιακές τραπεζικές χρηματοδοτήσεις, με την AngloIrish Bank να αποτελεί έναν από τους βασικούς χρηματοδότες της. Ωστόσο, όσο ο όμιλος μεγάλωνε και οι εξαγορές πολλαπλασιάζονταν, το μοντέλο χρηματοδότησης άλλαξε. Υπό την ηγεσία του Coulson, ο όμιλος δεν αναπτύχθηκε μόνο μέσω της παραγωγής γυάλινων και μεταλλικών συσκευασιών, αλλά κυρίως μέσα από μια σειρά εξαγορών που χρηματοδοτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό μέσω δανεισμού και εκδόσεων ομολόγωνυψηλού κόστους – των λεγόμενων junk bonds ή ομολόγων κάτω της επενδυτικής βαθμίδας (sub-investment grade debt). Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η περίοδος των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων και της ποσοτικής χαλάρωσης, όταν η Ardagh προχώρησε στην έκδοση των λεγόμενων “super PIK” ομολόγων (payment-in-kind).

Τα πρώτα «σύννεφα»

Για αρκετά χρόνια, το αμφιλεγόμενο αυτό μοντέλο λειτουργούσε χωρίς να αντιμετωπίζει ιδιαίτερες πιέσεις. Τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια επέτρεπαν στην εταιρεία να αναχρηματοδοτεί το χρέος της με σχετικά ευνοϊκούς όρους, ενώ η ζήτηση για τις συσκευασίες της ενισχυόταν σημαντικά. Η έκρηξη της κατανάλωσης ενεργειακών ποτών, αλλά και η στροφή αρκετών παραγωγών από το πλαστικό προς το γυαλί και το αλουμίνιο, δημιούργησαν ισχυρή ζήτηση.

Το περιβάλλον, όμως, άλλαξε απότομα μετά την άνοδο των επιτοκίων παγκοσμίως. Η πίεση έγινε εντονότερη από το δεύτερο εξάμηνο του 2023, όταν τα κέρδη της Ardagh άρχισαν να υποχωρούν λόγω της επιβράδυνσης της κατανάλωσης και της αλλαγής συμπεριφοράς των μεγάλων εταιρειών ποτών. Πολλοί παραγωγοί, μετά την περίοδο των υψηλών αποθεμάτων, άρχισαν να περιορίζουν τις παραγγελίες τους προκειμένου να μειώσουν τα αποθέματα υλικών συσκευασίας.

Με καθαρό χρέος που ξεπερνούσε τα 11 δισ. δολάρια, η σχέση χρέους προς EBITDA πλησίαζε τις εννέα φορές. Για τους αναλυτές, αυτό το επίπεδο μόχλευσης θεωρούνταν δύσκολα βιώσιμο σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων.

Μέχρι το 2024, η Ardagh είχε πλέον εισέλθει σε μια νέα φάση: από μια εταιρεία που αξιοποιούσε τις αγορές χρέους για να αναπτύσσεται, είχε μετατραπεί σε μια εταιρεία που έπρεπε να διαπραγματευτεί με τους κατόχους του χρέους της για την επόμενη ημέρα.

Η «μάχη» με τα hedgefunds

Με το βάρος του χρέους να γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να διαχειριστεί, η Ardagh πέρασε σε μια διαδικασία αναδιάρθρωσης.

Η διαδικασία, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε ως μια τυπική αναδιάρθρωση χρέους. Στο επίκεντρο βρέθηκε η σύγκρουση διαφορετικών ομάδων επενδυτών με αντικρουόμενα συμφέροντα: από τη μία πλευρά οι μέτοχοι, με επικεφαλής τον Paul Coulson, που επιδίωκαν να διατηρήσουν μέρος της αξίας που είχε δημιουργηθεί στην Ardagh, και από την άλλη οι κάτοχοι ομολόγων και τα hedgefunds, τα οποία υποστήριζαν ότι οι πιστωτές έπρεπε να έχουν προτεραιότητα στην ανάκτηση κεφαλαίων.

Η αρχική πρόταση της Ardagh που τέθηκε στο τραπέζι προέβλεπε ότι οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές θα “κουρεύονταν” κατά περίπου 1,6 δισ. δολάρια από τις απαιτήσεις τους, με αντάλλαγμα να αποκτήσουν τον έλεγχο της ζημιογόνου δραστηριότητας γυάλινων συσκευασιών της Ardagh.

Η δομή αυτή προκάλεσε εύλογα έντονες αντιδράσεις από αρκετά hedgefunds, τα οποία υποστήριξαν ότι η συμφωνία θα είχε ως αποτέλεσμα να “αφαιρεθεί αξία” από συγκεκριμένες κατηγορίες πιστωτών προς όφελος του Ιρλανδού επιχειρηματία και άλλων insiders. Τα hedge funds υποστήριξαν ότι οι υφιστάμενοι μέτοχοι δεν εισέφεραν νέα κεφάλαια ή άλλη αξία στη συναλλαγή, αλλά θα διατηρούσαν το 80% της νέας εταιρείας που θα περιλάμβανε το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο του ομίλου, χαρακτηρίζοντας τις κινήσεις ως παραβίαση των υποχρεώσεων της διοίκησης απέναντι στους πιστωτές.

Δύο hedge funds -η βρετανική Arini και η αμερικανική Canyon Partners- τα οποία κατείχαν πάνω από το 30% των μη εξασφαλισμένων ομολόγων της Ardagh, ύψους 400 εκατ. λιρών με λήξη το 2027, προσέφυγαν στη δικαιοσύνη.

Η επίτευξη συμφωνίας

Ύστερα από μήνες σκληρών διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές της, η Ardagh ανακοίνωσε στα τέλη Ιουλίου του 2025 ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης που θα άλλαζε οριστικά τη μετοχική και κεφαλαιακή δομή του ομίλου. Η συμφωνία προέβλεπε τη μετατροπή δισεκατομμυρίων χρέους σε μετοχές και την παράδοση του ελέγχου της εταιρείας στους πιστωτές της.

Για τον Paul Coulson, η συμφωνία σηματοδοτούσε το τέλος της εποχής του στην Ardagh. Οι μέτοχοι θα αποχωρούσαν από τον όμιλο λαμβάνοντας συνολικά 300 εκατ. δολάρια, εκ των οποίων το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 108 εκατ. δολαρίων θα κατευθύνονταν στον βασικό υπαίτιο της κατάρρευσης, τον Coulson, ο οποίος πριν από την αναδιάρθρωση κατείχε περίπου το 36,6% της οικονομικής αξίας της εταιρείας.

Η συμφωνία, ωστόσο, δεν έγινε αποδεκτή από το σύνολο των πιστωτών. Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρέθηκαν οι κάτοχοι των Payment-in-Kind (PIK) notes, των πιο επισφαλών ομολόγων της Ardagh, συνολικής αξίας περίπου 2 δισ. δολαρίων.

Τον Οκτώβριο του 2025, μονάδες της Deutsche Bank και το αμερικανικό hedge fund Carronade Capital Management επιχείρησαν να εμποδίσουν την εφαρμογή της συμφωνίας, υποστηρίζοντας ότι η προτεινόμενη αναδιάρθρωση μετέφερε δυσανάλογα το βάρος στους PIK holders, ενώ επέτρεπε στους παλαιούς μετόχους – μεταξύ των οποίων ο Paul Coulson – να αποχωρήσουν με σημαντικό οικονομικό όφελος.

Οι δύο επενδυτές, που κατείχαν από κοινού περίπου το 13% των PIK notes, υποστήριξαν ότι οι κάτοχοι της συγκεκριμένης κατηγορίας χρέους θα έχαναν σχεδόν το σύνολο της επένδυσής τους, καθώς οι τίτλοι τους θα μετατρέπονταν σε μόλις 7,5% της νέας εταιρικής δομής.

Μετά την αποτυχία της συναινετικής διαδικασίας με τους ομολογιούχους, η ARD Finance S.A. του ομίλου Ardagh, κατέφυγε στο νέο εργαλείο δικαστικής αναδιοργάνωσης του Λουξεμβούργου, που εισήχθη το 2023, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιβολή του σχεδίου αναδιάρθρωσης και στους πιστωτές που δεν είχαν συναινέσει.

Η συμφωνία που έβαλε τέλος στην εποχή Coulson

Τον Νοέμβριο του 2025, η Ardagh ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της συνολικής ανακεφαλαιοποίησής της, με τη στήριξη πιστωτών που εκπροσωπούσαν πάνω από το 99% των εξασφαλισμένων και μη εξασφαλισμένων ομολόγων και περίπου το 80% των κατόχων PIK notes.

Στον πυρήνα της συμφωνίας βρέθηκε ανταλλαγή χρέους με μετοχές ύψους περίπου 4,3 δισ. δολαρίων, μέσω της οποίας διαγράφηκε σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων της εταιρείας και ενισχύθηκε ο ισολογισμός της.

Παράλληλα, η Ardagh εξασφάλισε νέα χρηματοδότηση ύψους 1,5 δισ. δολαρίων μέσω έκδοσης νέων εξασφαλισμένων ομολόγων, ενώ οι βασικές λήξεις χρέους μεταφέρθηκαν για περισσότερο από τέσσερα χρόνια.

Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή του συνόλου των Senior Secured Notes (SSNs), δηλαδή των εξασφαλισμένων ομολογιών της εταιρείας. Οι κάτοχοί τους παρέδωσαν τους υφιστάμενους τίτλους και έλαβαν, χωρίς να απαιτηθεί πρόσθετη καταβολή κεφαλαίων, νέα εξασφαλισμένα ομόλογα δεύτερης προτεραιότητας (Second Lien Notes) με λήξη το 2030, διατηρώντας έτσι τη θέση τους στη νέα κεφαλαιακή δομή.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αλλαγή για τους κατόχους των Senior Unsecured Notes (SUNs), των μη εξασφαλισμένων ομολογιών. Το σύνολο των συγκεκριμένων ομολόγων μεταβιβάστηκε στην Equity Co και, αντί της αποπληρωμής τους, οι επενδυτές απέκτησαν το 92,5% των μετοχών της εταιρείας. Με άλλα λόγια, οι βασικοί πιστωτές μετατράπηκαν στους νέους ιδιοκτήτες της Ardagh μέσω ανταλλαγής χρέους με μετοχικό κεφάλαιο.

Το Chapter 15

Οι πιστωτές που διαφώνησαν με την αναδιάρθρωση της Ardagh επιχείρησαν να μεταφέρουν τη μάχη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, προσφεύγοντας στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης και αμφισβητώντας τη νομιμότητα της διαδικασίας που είχε ξεκινήσει στο Λουξεμβούργο.

Στις 25 Μαρτίου 2026, το Πτωχευτικό Δικαστήριο της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης αναγνώρισε τη διαδικασία της ARD Finance ως “foreign main proceeding” — μια απόφαση με ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτέλεσε την πρώτη φορά που δικαστήριο των ΗΠΑ αναγνώρισε διαδικασία αναδιοργάνωσης που είχε ξεκινήσει βάσει του νέου νόμου αναδιάρθρωσης του Λουξεμβούργου του 2023.

Η απόφαση αυτή είχε άμεσο αντίκτυπο και στις δικαστικές κινήσεις των διαφωνούντων ομολογιούχων, καθώς ανέστειλε την αγωγή ύψους περίπου 250 εκατ. δολαρίων που είχαν καταθέσει κατά της Ardagh στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης.

Η αναγνώριση της διαδικασίας από το αμερικανικό δικαστήριο δεν έβαλε, ωστόσο, τέλος στη δικαστική αντιπαράθεση. Η τελευταία μάχη δόθηκε στο Λουξεμβούργο, όπου οι διαφωνούντες κάτοχοι των PIK notes επιχείρησαν να ανατρέψουν την αναδιάρθρωση που είχε ήδη αλλάξει ριζικά τη μετοχική και κεφαλαιακή δομή της Ardagh.

Τελικά, τον Ιούνιο του 2026, το δικαστήριο του Λουξεμβούργου επικύρωσε το σχέδιο δικαστικής αναδιοργάνωσης, απορρίπτοντας τις ενστάσεις των διαφωνούντων ομολογιούχων και επιτρέποντας την ολοκλήρωση της μετατροπής χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο.

Με την απόφαση αυτή, οι εναπομείναντες PIK holders υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν τους όρους της αναδιάρθρωσης. Περίπου 280 εκατ. δολάρια σε εναπομείναντα PIK notes μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε περίπου 1% της νέας εταιρικής δομής.

Οι αντιδράσεις για το Πόρτο Χέλι

Παρά την απώλεια του ελέγχου της Ardagh και την πολυετή μάχη με τους πιστωτές του, ο Paul Coulson συνεχίζει να επενδύει σε νέα επιχειρηματικά σχέδια, τα οποία μάλιστα ξεσηκώνουν έντονες αντιδράσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η Ελλάδα και ειδικότερα η μεγάλη τουριστική ανάπτυξη στη Χηνίτσα του Πόρτο Χελίου, μέσω της Hinitsa Bay Holdings.

Η φαραωνική επένδυση, ύψους περίπου 200 εκατ. ευρώ, σε μια περιοχή απαράμιλλου φυσικού κάλλους προβλέπει τη δημιουργία ενός σύνθετου τουριστικού καταλύματος, με πεντάστερο ξενοδοχείο, επιπλωμένες τουριστικές κατοικίες και σειρά συνοδευτικών υποδομών, ενώ το 2024 ανακοινώθηκε ότι η μονάδα θα λειτουργήσει υπό το brand Four Seasons Resort and Residences Porto Heli.

Το σχέδιο αναπτύσσεται σε έκταση περίπου 642 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνονται το υφιστάμενο ξενοδοχείο AKS Hinitsa Bay, το εγκαταλελειμμένο αεροδρόμιο Αλεξίου, αδόμητες εκτάσεις, αλλά και σημαντικές περιοχές ιδιωτικού δάσους.

Το Capital.gr με εκτενή ρεπορτάζ είχε τονίσει ότι στην περιοχή βρίσκονταν σε εξέλιξη διαδικασίες “αποχαρακτηρισμού” δασικών εκτάσεων, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την προστασία του περιβάλλοντος.Πιο συγκεκριμένα, στον -μερικώς κυρωμένο από το 2022- δασικό χάρτη οι ίδιες εκτάσεις δεν έφεραν καμία διαγράμμιση, γεγονός που, σύμφωνα με πληροφορίες, συμβαίνει είτε όταν έχει υποβληθεί αντίρρηση είτε όταν πρόκειται για σχέδιο πόλης. Κατά την αναζήτηση στη Διαύγεια, υπάρχει απόφαση της 2ης Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων Δασικού Χάρτη Π.Ε. Αργολίδας, από τον Απρίλιο του 2023. Η απόφαση έκανε δεκτό αίτημα, υποβληθέν τον Μάιο του 2022, από την εταιρεία “Τάσος Αλεξίου Α.Ε. Ξενοδοχειακαί, Τουριστικαί και Τεχνικαί Επιχειρήσεις”, για διόρθωση “πρόδηλου σφάλματος”. Το αίτημα αφορούσε τη “λανθασμένη απεικόνιση αγροτικής έκτασης ως δασικής” και σχετιζόταν με τις επίμαχες εκτάσεις. Σημειώνεται ότι η “Τάσος Αλεξίου Α.Ε.” έχει μετονομαστεί σε “Hinitsa Bay Holdings”.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως καθώς εντός της έκτασης συμπεριλαμβάνονται εκτάσεις ιδιωτικού δάσους εκδίδεται προεδρικό διάταγμα για τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση του σύνθετου τουριστικού καταλύματος, με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Τουρισμού, ύστερα από έγκριση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.

Ως εκ τούτου, τον Οκτώβριο του 2025, στο Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 784 Α’) αναφέρονται τα εξής: «Χαρακτηρίζεται και οριοθετείται έκταση επιφάνειας 641.966,16 τ.μ. για τη δημιουργία Σύνθετου Τουριστικού Καταλύματος (ΣΤΚ) στη θέση “Χηνίτσα” στο Πόρτο Χέλι του Δήμου Ερμιονίδας της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας, το οποίο θεωρήθηκε από την Προϊσταμένη της Ειδικής Υπηρεσίας Προώθησης και Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων (ΕΥΠΑΤΕ) του Υπουργείου Τουρισμού, με την από 22.05.2025 πράξη της».

Και μπορεί ο Coulson να μιλά για επένδυση ύψους 200 εκατ. ευρώ, στην πραγματικότητα όμως τα πραγματικά κεφάλαια που θα επενδυθούν είναι σημαντικά μικρότερα καθώς έχει φροντίσει να εξασφαλίσει υψηλές επιδοτήσεις. Το αμφιλεγόμενο επενδυτικό σχέδιο πέτυχε να κριθεί ως “Βιώσιμη Επένδυση” και έχει υπαχθεί στη χρηματοδότηση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας “Ελλάδα 2.0” για ποσό 80 εκατ. ευρώ. Στο πλαίσιο αυτού, το έργο θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως το 2028. Έτσι στην πραγματικότητα η πραγματική επένδυση δεν ξεπερνά τα 120 εκατ. ευρώ.

Επέκταση επένδυσης

Σημειωτέον ότι τον Ιούνιο του 2026 η Υπηρεσία Δόμησης (ΥΔΟΜ) Ερμιονίδας χορήγησε προέγκριση για αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας του σύνθετου τουριστικού καταλύματος της Hinitsa Bay Holdings στη Χηνίτσα Πόρτο Χελίου, ενώ τον Μάιο είχε δημοσιευθεί απόφαση της Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού, που ενέκρινε νέες παρεμβάσεις που αναμένεται να διευρύνουν το αποτύπωμα της επένδυσης.

Η νέα μελέτη αυξάνει – για την ακρίβεια υπερδιπλασιάζει – την έκταση των παρεμβάσεων από περίπου 31,6 σε 64,8 στρέμματα, ενώ προβλέπει την προσθήκη 182 νέων κλινών πέραν των 607 που περιλαμβάνονταν στον αρχικό σχεδιασμό. Από αυτές, οι 172 αφορούν ξενοδοχειακές μονάδες και οι υπόλοιπες 10 τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες.

Παράλληλα, στο επενδυτικό σχέδιο προστίθενται επτά νέα κτίρια bungalows, καθώς και ένα ολοκληρωμένο συγκρότημα ευεξίας (spa). Συνολικά προβλέπεται η κατασκευή 11 νέων κτιρίων, συνολικής επιφάνειας περίπου 2.200 τ.μ., τα οποία θα στεγάσουν γυμναστήριο, χώρους θερμικών εγκαταστάσεων και θεραπείας, χώρους χαλάρωσης, καθώς και υπόγειους βοηθητικούς χώρους. Το αναθεωρημένο σχέδιο περιλαμβάνει επίσης νέες αθλητικές υποδομές, μεταξύ των οποίων γήπεδα τένις και padel.

Επιπλέον τον Ιούνιο του 2026, το Δημοτικό Συμβούλιο Ερμιονίδας ενέκρινε και την κυκλοφοριακή σύνδεση του σύνθετου τουριστικού καταλύματος με το υφιστάμενο δημοτικό οδικό δίκτυο, ένα ακόμη κρίσιμο αδειοδοτικό βήμα για την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με την απόφαση, προβλέπεται η κατασκευή τριών ανεξάρτητων εισόδων-εξόδων, οι οποίες θα εξυπηρετούν τις επιμέρους λειτουργικές ενότητες του συγκροτήματος.

Σημαντική άνοδος των τιμών πώλησης ακινήτων στην Αργολίδα το Β΄τρίμηνο του 2025

Δολάριο: Η άνοδός του μπορεί να κοστίσει ακριβά στους επενδυτές, προειδοποιεί η HSBC – Γράφημα

Διαβάστε ακόμη: