Η νέα ανάφλεξη στις σχέσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν έχει προκαλέσει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, τον πανικό που θα περίμενε κανείς στις διεθνείς αγορές. Οι επενδυτές εξακολουθούν να κινούνται σαν να θεωρούν ότι πρόκειται για μία περιορισμένη και προσωρινή αναταραχή, η οποία τελικά θα αποκλιμακωθεί μέσα στους επόμενους μήνες. Οι χρηματιστηριακοί δείκτες παραμένουν ανθεκτικοί, οι τιμές του πετρελαίου δεν έχουν επιστρέψει στα υψηλότερα επίπεδα της χρονιάς και οι αγορές συνεχίζουν να στοιχηματίζουν στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Η Bank of America (BofA), όμως, προειδοποιεί ότι αυτή η ψυχραιμία μπορεί να αποδειχθεί υπερβολική.

Στην τελευταία ανάλυσή της για τις ευρωπαϊκές αγορές, η αμερικανική επενδυτική τράπεζα διατηρεί αρνητική στάση απέναντι στις μετοχές της Ευρώπης και εκτιμά ότι ο δείκτης Stoxx 600 έχει περιθώριο υποχώρησης άνω του 5% έως τις αρχές του τέταρτου τριμήνου. Στη συνέχεια προβλέπει σταδιακή ανάκαμψη μέχρι το τέλος του έτους. Το ενδιάμεσο διάστημα, ωστόσο, αναμένεται δύσκολο, καθώς οι σημερινές αποτιμήσεις αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για αρνητικές εκπλήξεις.

Οι αγορές στοιχηματίζουν στην αποκλιμάκωση

Παρά τις νέες επιθέσεις στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ και την επαναφορά του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού σε βάρος του Ιράν, οι επενδυτές εξακολουθούν να θεωρούν ότι η σύγκρουση θα παραμείνει ελεγχόμενη.

Η Bank of America εντοπίζει τρεις βασικούς λόγους πίσω από αυτή την αισιοδοξία.

Ο πρώτος είναι ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θεωρούνται μέχρι στιγμής πιο περιορισμένες σε σχέση με προηγούμενες φάσεις της κρίσης μέσα στη χρονιά.

Ο δεύτερος είναι η πεποίθηση ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη θα επιστρέψουν τελικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ιδιαίτερα όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες και αυξάνεται το πολιτικό κόστος μιας παρατεταμένης πολεμικής εμπλοκής.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι η παγκόσμια αγορά πετρελαίου αποδείχθηκε μέχρι σήμερα περισσότερο ανθεκτική από όσο φοβούνταν αρχικά οι επενδυτές.

Η Κίνα περιόρισε σημαντικά τις εισαγωγές αργού, τα διεθνή αποθέματα παρέμειναν σε σχετικά υψηλά επίπεδα και οι χώρες του Κόλπου αξιοποίησαν αγωγούς και εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς, περιορίζοντας τις επιπτώσεις από τη μειωμένη διέλευση δεξαμενόπλοιων μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Ο πραγματικός κίνδυνος κρύβεται στα καύσιμα

Η BofA εκτιμά ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν βρίσκεται απαραίτητα στην ποσότητα του διαθέσιμου αργού πετρελαίου.

Η παγκόσμια προσφορά θεωρείται αρκετή ώστε να απορροφήσει ακόμη και αρκετές εβδομάδες ή μήνες αναταραχής. Η κατάσταση, όμως, είναι πολύ πιο εύθραυστη στα διυλισμένα προϊόντα.

Τα αποθέματα βενζίνης, ντίζελ και καυσίμων αεροσκαφών έχουν περιοριστεί αισθητά. Μονάδες διύλισης στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία έχουν πληγεί ή λειτουργούν υπό πίεση, ενώ η Κίνα έχει μειώσει τις εξαγωγές επεξεργασμένων καυσίμων.

Αυτό δημιουργεί έναν διαφορετικό και πιο ύπουλο κίνδυνο.

Ακόμη και αν η τιμή του αργού πετρελαίου δεν εκτοξευθεί, οι τιμές των τελικών καυσίμων που πληρώνουν οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις μπορούν να αυξηθούν πολύ περισσότερο.

Μια τέτοια εξέλιξη θα επιβάρυνε τις μεταφορές, τη βιομηχανία, τις αεροπορικές εταιρείες, την αγροτική παραγωγή και τελικά το σύνολο της οικονομίας, προκαλώντας νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων.

Εάν η κρίση παραταθεί, η Bank of America δεν αποκλείει την επιστροφή του Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.

Η Ευρώπη έχει προεξοφλήσει το καλύτερο σενάριο

Η επενδυτική τράπεζα αναγνωρίζει ότι τα τελευταία μακροοικονομικά στοιχεία στην Ευρώπη εμφανίζονται βελτιωμένα.

Οι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας ενισχύονται, ο πληθωρισμός υποχωρεί και οι θετικές εκπλήξεις στα οικονομικά δεδομένα έχουν φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών ετών.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι ότι οι αγορές έχουν ήδη ενσωματώσει στις τιμές σχεδόν όλες αυτές τις θετικές εξελίξεις.

Οι προσδοκίες για τα περιθώρια κέρδους των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά, ενώ το ασφάλιστρο κινδύνου των μετοχών έχει υποχωρήσει κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών.

Με απλά λόγια, οι επενδυτές πληρώνουν σήμερα υψηλές τιμές, θεωρώντας ότι η ανάπτυξη θα συνεχιστεί, ο πληθωρισμός θα αποκλιμακωθεί, τα επιτόκια δεν θα αυξηθούν υπερβολικά και τα εταιρικά κέρδη θα παραμείνουν ισχυρά.

Εάν έστω και ένας από αυτούς τους παράγοντες απογοητεύσει, η διόρθωση μπορεί να είναι έντονη.

Οι τέσσερις κίνδυνοι που υποτιμά η αγορά

Η Bank of America θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές αγορές δεν αποτιμούν επαρκώς τέσσερις βασικούς κινδύνους.

Ο πρώτος αφορά την τεχνητή νοημοσύνη.

Οι τεράστιες επενδύσεις των αμερικανικών τεχνολογικών ομίλων σε κέντρα δεδομένων, υπολογιστική ισχύ και ημιαγωγούς αποτέλεσαν έναν από τους βασικότερους κινητήρες ανόδου των διεθνών χρηματιστηρίων.

Πλέον, όμως, αυξάνονται οι αμφιβολίες για το κατά πόσο οι δαπάνες αυτές θα μετατραπούν σε αντίστοιχα υψηλά κέρδη.

Το κόστος χρηματοδότησης παραμένει υψηλό, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους παρόχους τεχνητής νοημοσύνης εντείνεται και οι επιχειρήσεις καλούνται να αποδείξουν ότι οι τεράστιες επενδύσεις τους μπορούν να παράγουν πραγματικές και διατηρήσιμες αποδόσεις.

Ο δεύτερος κίνδυνος αφορά τις τιμές της ενέργειας. Η ισορροπία στις αγορές πετρελαίου και καυσίμων παραμένει εύθραυστη και μία νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή μπορεί να αλλάξει γρήγορα την εικόνα.

Ο τρίτος σχετίζεται με την αμερικανική αγορά εργασίας. Ορισμένοι πρόδρομοι δείκτες δείχνουν μεγαλύτερη αδυναμία από εκείνη που καταγράφουν τα επίσημα στοιχεία, αυξάνοντας τον φόβο ότι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου μπορεί να επιβραδυνθεί πιο απότομα.

Ο τέταρτος αφορά τον κίνδυνο ενός νέου κύκλου πιστωτικών προβλημάτων.

Μετά από πολλά χρόνια εξαιρετικά χαμηλών αθετήσεων πληρωμών, οι αναλυτές δεν αποκλείουν αύξηση των προβληματικών δανείων και των εταιρικών χρεοκοπιών, ιδιαίτερα στον λιγότερο διαφανή χώρο του ιδιωτικού χρέους.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των περιθωρίων κινδύνου, σε περιορισμό της χρηματοδότησης και σε νέα πίεση στις χρηματιστηριακές αγορές.

Η πτώση μπορεί να ξεπεράσει το 5%

Με βάση τους παραπάνω κινδύνους, η Bank of America εκτιμά ότι ο Stoxx 600 μπορεί να υποχωρήσει περισσότερο από 5% έως τις αρχές του τέταρτου τριμήνου.

Η πρόβλεψη δεν παραπέμπει σε χρηματιστηριακή κατάρρευση, αλλά σε μία ουσιαστική διόρθωση, η οποία θα επαναφέρει τις αποτιμήσεις σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.

Η τράπεζα θεωρεί ότι μετά τη διόρθωση θα μπορούσε να ακολουθήσει σταδιακή ανάκαμψη προς το τέλος της χρονιάς, καθώς οι αγορές θα έχουν ενσωματώσει τους κινδύνους και θα υπάρχει καθαρότερη εικόνα για την οικονομία, τα επιτόκια και τα εταιρικά κέρδη.

Μέχρι τότε, όμως, η στρατηγική της παραμένει επιφυλακτική.

Οι κλάδοι που προτιμά η BofA

Η Bank of America εξακολουθεί να προτιμά τους λεγόμενους αμυντικούς κλάδους, οι οποίοι εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα όταν επιδεινώνεται το οικονομικό ή επενδυτικό κλίμα.

Στις κορυφαίες επιλογές της περιλαμβάνονται οι εταιρείες τροφίμων και ποτών, οι φαρμακευτικές και οι τηλεπικοινωνίες.

Οι συγκεκριμένοι κλάδοι διαθέτουν συνήθως πιο σταθερή ζήτηση, προβλέψιμα έσοδα και μικρότερη εξάρτηση από τον οικονομικό κύκλο.

Παράλληλα, για τους επενδυτές που ανησυχούν ειδικά για τη Μέση Ανατολή, η τράπεζα θεωρεί ότι ο ενεργειακός κλάδος μπορεί να λειτουργήσει ως φυσική αντιστάθμιση κινδύνου. Εάν οι τιμές του πετρελαίου αυξηθούν, οι ενεργειακές εταιρείες μπορούν να επωφεληθούν και να περιορίσουν τις απώλειες από άλλες τοποθετήσεις.

Ποιους κλάδους αποφεύγει

Στον αντίποδα, η Bank of America διατηρεί αρνητική στάση απέναντι στις τράπεζες, στα βιομηχανικά κεφαλαιουχικά αγαθά και στους ημιαγωγούς.

Στις τράπεζες, ο κίνδυνος συνδέεται με την πιθανή επιδείνωση της οικονομίας, την αύξηση των αθετήσεων πληρωμών και την πίεση που μπορεί να προκαλέσει ένας νέος πιστωτικός κύκλος.

Στις βιομηχανικές εταιρείες, οι αποτιμήσεις θεωρούνται υψηλές και εξαρτώνται από τη συνέχιση της ανάπτυξης και των επενδύσεων.

Στους ημιαγωγούς, η BofA εκτιμά ότι η αγορά έχει ενσωματώσει υπερβολικά αισιόδοξες προβλέψεις για τη διάρκεια και την ένταση του επενδυτικού κύματος της τεχνητής νοημοσύνης.

Μετοχές που έχουν ήδη καταγράψει εντυπωσιακές αποδόσεις κινδυνεύουν να πιεστούν έντονα, εάν οι επιχειρήσεις εμφανίσουν έστω και ελαφρώς χαμηλότερα κέρδη ή πιο συγκρατημένες προβλέψεις.

Η ηρεμία μπορεί να είναι παραπλανητική

Οι διεθνείς αγορές έχουν μάθει τα τελευταία χρόνια να ξεπερνούν γρήγορα γεωπολιτικές κρίσεις, πολέμους και ενεργειακές αναταράξεις.

Η εμπειρία αυτή έχει ενισχύσει την πεποίθηση ότι κάθε νέα κρίση θα είναι προσωρινή και ότι οι κεντρικές τράπεζες ή οι κυβερνήσεις θα παρέμβουν, εάν οι συνθήκες επιδεινωθούν.

Η Bank of America προειδοποιεί, όμως, ότι αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν είναι μόνο η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν.

Είναι ο συνδυασμός υψηλών αποτιμήσεων, αισιόδοξων προβλέψεων για τα κέρδη, αβεβαιότητας γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, πιθανών πιέσεων στα καύσιμα και πρώτων ενδείξεων αδυναμίας στην πίστωση και στην απασχόληση.

Οι αγορές εξακολουθούν να ποντάρουν στο καλύτερο δυνατό σενάριο. Η BofA, όμως, θεωρεί ότι το περιθώριο λάθους έχει σχεδόν εξαφανιστεί.

Διαβάστε ακόμη: