Στο τέλος Ιουλίου ανοίγει ο κύκλος ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων για τις ελληνικές τράπεζες το δεύτερο τρίμηνο και το πρώτο εξάμηνο του 2026, με το ενδιαφέρον της αγοράς να μετατοπίζεται πλέον από την απλή καταγραφή της κερδοφορίας στο κρίσιμο ερώτημα της επόμενης ημέρας: μπορούν οι τράπεζες να διατηρήσουν την ισχυρή τους απόδοση και ταυτόχρονα να επιταχύνουν τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας;

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν αφήσει οριστικά πίσω τους την εποχή των κόκκινων δανείων, των ανακεφαλαιοποιήσεων και της διαρκούς εξυγίανσης. Οι ισολογισμοί τους είναι πλέον σαφώς ισχυρότεροι, οι κεφαλαιακοί δείκτες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και η κερδοφορία των τελευταίων ετών κινείται κοντά σε ιστορικά υψηλά.

Η νέα πρόκληση, όμως, είναι διαφορετική. Δεν αφορά πλέον την επιστροφή στην κανονικότητα, αλλά τη διατήρηση μιας σταθερής αναπτυξιακής πορείας σε ένα περιβάλλον αυξημένων διεθνών αβεβαιοτήτων και σταδιακών αλλαγών στο επιτοκιακό τοπίο.

Πότε ανακοινώνουν αποτελέσματα

Η αυλαία ανοίγει στις 29 Ιουλίου με την Τράπεζα Πειραιώς.

Στις 30 Ιουλίου ακολουθούν η Eurobank και η Εθνική Τράπεζα, ενώ ο κύκλος ολοκληρώνεται στις 31 Ιουλίου με την Alpha Bank.

Ιδιαίτερη σημασία θα έχουν οι τηλεδιασκέψεις των διοικήσεων με τους αναλυτές, καθώς εκεί αναμένεται να αποτυπωθούν οι προτεραιότητες για το δεύτερο εξάμηνο του 2026, αλλά και οι βασικές κατευθύνσεις για το 2027.

Η αγορά δεν θα αρκεστεί στα συνολικά κέρδη. Θα αναζητήσει σαφείς απαντήσεις για την πορεία των επιτοκιακών εσόδων, τις νέες χορηγήσεις, τη χρήση του πλεονάζοντος κεφαλαίου και τις προοπτικές διανομών προς τους μετόχους.

Το ισχυρό χαρτί των εσόδων από τόκους

Ένα από τα βασικά στηρίγματα των αποτελεσμάτων αναμένεται να παραμείνουν τα καθαρά έσοδα από τόκους.

Παρά τις αλλαγές στις προσδοκίες για τα επιτόκια, το κόστος χρήματος εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα που επιτρέπουν στις τράπεζες να εμφανίζουν ισχυρή οργανική κερδοφορία.

Στο πρώτο τρίμηνο του 2026, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους άνω των 2,1 δισ. ευρώ. Για το δεύτερο τρίμηνο, οι εκτιμήσεις της αγοράς τοποθετούν το αντίστοιχο μέγεθος σε επίπεδα άνω των 2,2 δισ. ευρώ.

Η επίδοση αυτή επιβεβαιώνει ότι το βασικό τραπεζικό μοντέλο παραμένει ισχυρό, παρά τις πιέσεις που μπορεί να προκύψουν από μια σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων.

Κεφάλαια, μέρισμα και επαναγορές

Το δεύτερο μεγάλο πεδίο αξιολόγησης αφορά την κεφαλαιακή ισχύ των τραπεζών.

Οι διοικήσεις θα κληθούν να εξηγήσουν πόσο κεφάλαιο παράγεται από την οργανική κερδοφορία, ποια περιθώρια υπάρχουν για μεγαλύτερες διανομές μερισμάτων και αν θα συνεχιστούν οι επαναγορές ιδίων μετοχών.

Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και το μήνυμα των εποπτικών αρχών ότι είναι πιθανό να απελευθερωθεί μέρος των κεφαλαιακών απαιτήσεων του Πυλώνα 2, καθώς οι σχετικές επιβαρύνσεις για τις ελληνικές τράπεζες παραμένουν υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τη δυνατότητα των τραπεζών να κατευθύνουν κεφάλαια σε νέα δάνεια, επενδύσεις ή διανομές προς τους μετόχους.

Το μεγάλο ερώτημα: Θα επιταχυνθούν τα νέα δάνεια;

Το σημαντικότερο στοίχημα, ωστόσο, είναι η πορεία της πιστωτικής επέκτασης.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν θέσει ως βασική προτεραιότητα την αύξηση των νέων χορηγήσεων, καθώς η ανάπτυξή τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Η χρηματοδότηση μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και επενδυτικών σχεδίων παραμένει ισχυρός μοχλός ανάπτυξης. Τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και οι μεγάλες επενδύσεις σε ενέργεια, υποδομές, τουρισμό και τεχνολογία συνεχίζουν να δημιουργούν σημαντική ζήτηση για δανεισμό.

Στη στεγαστική πίστη, τα προγράμματα τύπου «Σπίτι μου» διατηρούν ενεργή τη ζήτηση, ιδιαίτερα για αιτήσεις που έχουν ήδη εγκριθεί.

Η αγορά, όμως, θέλει να διαπιστώσει αν η αύξηση των χορηγήσεων μπορεί να αποκτήσει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά και να μην εξαρτάται κυρίως από κρατικά ή ευρωπαϊκά προγράμματα.

Τι θα κοιτάξουν οι αναλυτές

Στις παρουσιάσεις των αποτελεσμάτων, το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί κυρίως:

  • στην πορεία των νέων δανείων,
  • στις προβλέψεις για τα καθαρά έσοδα από τόκους,
  • στο guidance για το 2026 και το 2027,
  • στους κεφαλαιακούς δείκτες,
  • στη χρήση του πλεονάζοντος κεφαλαίου,
  • στις επόμενες διανομές προς τους μετόχους,
  • στην ενσωμάτωση πρόσφατων εξαγορών,
  • στις δραστηριότητες στο εξωτερικό,
  • και στη συμμετοχή των τραπεζών σε μεγάλα κοινοπρακτικά δάνεια.

Ιδιαίτερη σημασία θα δοθεί και στο κατά πόσο οι διοικήσεις θα αναθεωρήσουν προς τα πάνω ή προς τα κάτω τους στόχους που είχαν θέσει στην αρχή του έτους.

Το πραγματικό στοίχημα είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Πίσω από τους βραχυπρόθεσμους δείκτες βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: από πού θα προέλθει ο επόμενος κύκλος ανάπτυξης των τραπεζικών εργασιών;

Οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν ήδη καλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, ενώ αρκετοί μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια και απευθείας από τις διεθνείς αγορές.

Αυτό σημαίνει ότι η περαιτέρω αύξηση των εταιρικών δανείων δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στους μεγάλους πελάτες.

Το μεγάλο πεδίο ανάπτυξης βρίσκεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η χρηματοδότηση επενδύσεων, η ψηφιακή αναβάθμιση, η ενεργειακή μετάβαση και η ενίσχυση της εξωστρέφειας των ΜμΕ μπορούν να δημιουργήσουν έναν νέο και πιο σταθερό κύκλο πιστωτικής ανάπτυξης.

Για να συμβεί αυτό, οι τράπεζες θα πρέπει να διευρύνουν την πελατειακή τους βάση, να προσφέρουν πιο ευέλικτα εργαλεία χρηματοδότησης και να μειώσουν τα εμπόδια πρόσβασης για υγιείς επιχειρήσεις μικρότερου μεγέθους.

Η επόμενη ημέρα θα κριθεί στην πραγματική οικονομία

Τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου θα δείξουν αν οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να παράγουν ισχυρά κέρδη.

Η πραγματική αξιολόγηση, όμως, θα αφορά το αν μπορούν να μετατρέψουν αυτή την κερδοφορία σε περισσότερα δάνεια, νέες επενδύσεις και μεγαλύτερη συμμετοχή στην ανάπτυξη της οικονομίας.

Οι ισχυροί ισολογισμοί και τα υψηλά κέρδη αποτελούν πλέον δεδομένο. Το ζητούμενο είναι αν ο τραπεζικός κλάδος διαθέτει ένα πειστικό και βιώσιμο σχέδιο για την επόμενη φάση, με επίκεντρο την πιστωτική επέκταση, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Διαβάστε ακόμη: