Για περισσότερο από μια δεκαετία, η Ελλάδα αποτελούσε για τους διεθνείς επενδυτές μια ιδιάζουσα περίπτωση: μια μικρή χώρα της Ευρωζώνης με υψηλό χρέος, τράπεζες υπό πίεση, δημοσιονομικά ελλείμματα και αλλεπάλληλες αναταράξεις. Το αφήγημα αυτό έχει πλέον αντιστραφεί πλήρως.
Οι μεγάλοι διεθνείς οίκοι, από τη Goldman Sachs και την JP Morgan μέχρι τη Bank of America και τους παγκόσμιους διαχειριστές κεφαλαίων, καταγράφουν μία από τις πιο συνεκτικές και θετικές εικόνες των τελευταίων χρόνων για την ελληνική οικονομία — και κυρίως για τον τραπεζικό της κλάδο.
Το 2026 εμφανίζεται ως μια χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα όχι μόνο δεν επιβραδύνει παράλληλα με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, αλλά διαφοροποιείται θετικά. Η ανάπτυξη προβλέπεται σημαντικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο πληθωρισμός συγκλίνει στον στόχο, ενώ η δημοσιονομική σταθερότητα διαμορφώνει ένα περιβάλλον ασυνήθιστα προβλέψιμο για τα δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών.
Στο κέντρο αυτής της εικόνας βρίσκεται ο τραπεζικός κλάδος, ο οποίος προσελκύει τα περισσότερα βλέμματα — και κυρίως τα περισσότερα κεφάλαια. Οι αποτιμήσεις της αγοράς χαρακτηρίζονται ως «ελκυστικές έναντι Ευρώπης», ειδικά στον τραπεζικό κλάδο, όπου ο λόγος τιμής προς κέρδη παραμένει χαμηλότερος από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παράλληλα, η χώρα εξακολουθεί να επωφελείται από έναν κύκλο μεγάλων επενδύσεων σε υποδομές, ενέργεια και ψηφιακή αναβάθμιση, οι οποίες συνεχίζουν να λειτουργούν ως καταλύτες για πολλούς ξένους διαχειριστές κεφαλαίων.
Από “ειδική περίπτωση” σε σταθερή επενδυτική ιστορία
Οι πρόσφατες αναλύσεις των διεθνών οίκων παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: συμφωνούν μεταξύ τους. Η Ελλάδα καταγράφεται πλέον ως case study ύστερης ανάκαμψης που οδήγησε σε πραγματική σταθεροποίηση. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται ταχέως, οι δημοσιονομικές επιδόσεις έχουν επιστρέψει σε τροχιά πλεονασμάτων και οι αποτιμήσεις στις αγορές παραμένουν ελκυστικές σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ταυτόχρονα, οι ξένοι διαχειριστές κεφαλαίων διατηρούν ενεργές overweight θέσεις στην ελληνική αγορά — κάτι που δεν συμβαίνει ούτε σε ομότιμες οικονομίες της Νότιας Ευρώπης ούτε σε χώρες της περιφέρειας που στο παρελθόν συγκέντρωναν σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον. Αυτό το “active overweight” είναι κρίσιμο: δείχνει ότι οι τοποθετήσεις δεν είναι παθητικές, ούτε προϊόν απλής παρακολούθησης των δεικτών.
Αντίθετα, οι διεθνείς διαχειριστές αυξάνουν καθαρά τις τοποθετήσεις τους πέραν του βάρους της χώρας στους δείκτες MSCI ή στα σύνθετα benchmarks των emerging market funds.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές τράπεζες έχουν μετατραπεί στο σημείο αναφοράς της νέας εποχής. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, οι διεθνείς οίκοι συμφωνούν πως ο τραπεζικός κλάδος αποτελεί όχι απλώς μοχλό ανάκαμψης, αλλά βασική πηγή οργανικής ανάπτυξης.
Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στην αλλαγή κλίματος είναι η στροφή στον τρόπο που αντιμετωπίζεται το ελληνικό δημόσιο χρέος.
Από βασικός κίνδυνος της χώρας, έχει μετατραπεί σε παράγοντα σταθερότητας. Η διάρθρωσή του —με μεγάλο ποσοστό σε σταθερά επιτόκια και μακρές διάρκειες— σε συνδυασμό με τα υψηλά ονομαστικά έσοδα και τις δημοσιονομικές επιδόσεις, το καθιστούν ένα από τα “καλύτερα” χρέη διεθνώς με όρους διαχείρισης κινδύνου.
Οι οίκοι προβλέπουν νέα μείωση του λόγου χρέους κατά 4–5 μονάδες το 2026, με σταθεροποίηση των αποδόσεων και διατήρηση του spread σε ιστορικά χαμηλά. Η πρόσφατη αναβάθμιση της Fitch ενισχύει αυτή την εικόνα, μειώνοντας το κόστος χρηματοδότησης για ολόκληρη την οικονομία —και κατ’ επέκταση για τις τράπεζες που διακρατούν σημαντικά χαρτοφυλάκια ελληνικών ομολόγων.
Αν τα προηγούμενα χρόνια το χρέος λειτουργούσε ως βαρίδι, σήμερα λειτουργεί ως σήμα αξιοπιστίας.
Οι τράπεζες
Αν υπάρχει ένας κλάδος που συμπυκνώνει το επενδυτικό αφήγημα της Ελλάδας για το 2026, είναι ο τραπεζικός. Οι αναλύσεις συγκλίνουν στο ότι η αναβάθμιση της χώρας βελτιώνει αυτόματα το προφίλ κινδύνου των τραπεζών, λόγω της μεγάλης έκθεσής τους στα ελληνικά κρατικά ομόλογα και της μείωσης του spread.
Παράλληλα, καταγράφεται ισχυρή κερδοφορία, υψηλές αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων και αύξηση της χορήγησης δανείων, ενώ η σταθεροποίηση των επιτοκίων διευκολύνει την προβλεψιμότητα των αποτελεσμάτων.
Η ποιότητα ενεργητικού εμφανίζεται στο καλύτερο σημείο της τελευταίας δεκαετίας, με περιορισμένες νέες καθυστερήσεις και θετική συμβολή από τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων εκτός τραπεζικού συστήματος. Οι οίκοι αξιολόγησης σημειώνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν υγιείς κεφαλαιακές βάσεις και έχουν περιθώριο περαιτέρω ενίσχυσης της θέσης τους μέσα στο 2026, ενώ η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων στο μετοχικό τους κεφάλαιο λειτουργεί ως πρόσθετο σήμα εμπιστοσύνης.
Οι νέες αναλυτικές εκθέσεις, παρότι προέρχονται από διαφορετικούς φορείς, καταλήγουν σε κοινό συμπέρασμα: η Ελλάδα βρίσκεται σε μια από τις πιο θετικές τροχιές των τελευταίων ετών. Το 2026 προδιαγράφεται ως έτος σταθερής ανάπτυξης, με αισθητή βελτίωση του λόγου χρέους, διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, ενισχυμένες θέσεις για τις τράπεζες και συνεχή εισροή κεφαλαίων από διεθνείς επενδυτές που αναζητούν ευνοϊκό συνδυασμό αποδόσεων και σταθερότητας.
Παρά τους υπαρκτούς κινδύνους, όπως το υψηλό εξωτερικό έλλειμμα, οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες και η ανάγκη συνέχισης των μεταρρυθμίσεων, το συνολικό αφήγημα δείχνει πλέον μια οικονομία που έχει αποκτήσει αξιοπιστία και σταθερότητα, σε βαθμό που επιτρέπει στους διεθνείς αναλυτές να τη βλέπουν όχι ως «ειδική περίπτωση» αλλά ως κανονικό μέλος της ευρωπαϊκής επενδυτικής σκηνής.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα του 2026 δεν είναι πια μια αγορά που «παρακολουθούν» οι οίκοι, αλλά μια αγορά στην οποία τοποθετούνται ενεργά. Και αυτό από μόνο του αποτελεί την πιο ισχυρή ένδειξη ότι η χώρα έχει μπει σε μια νέα φάση, με προοπτική που φαίνεται να επεκτείνεται και πέρα από τον επόμενο χρόνο. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν η αναβάθμιση της εγχώριας αγοράς σε αναπτυγμένη το 2026 θα έχει θετικό ή αρνητικό αντίκτυπο.
Goldman Sachs: Οι ελληνικές τράπεζες στο επίκεντρο του 2026
Στη φετινή της έκθεση για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, η Goldman Sachs περιγράφει έναν κλάδο που αφήνει πίσω του τη φάση της «απόδειξης ανθεκτικότητας» και εισέρχεται σε περίοδο έντονης ανάπτυξης και λειτουργικής μόχλευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές τράπεζες ξεχωρίζουν εντυπωσιακά. Ο αμερικανικός οίκος δίνει:
- «Αγορά» για Alpha Bank
- «Αγορά» για Εθνική Τράπεζα
- «Αγορά» για Τράπεζα Πειραιώς
- «Ουδέτερη» για Eurobank
Σύμφωνα με την Goldman Sachs, οι ελληνικές τράπεζες τοποθετούνται στις κορυφαίες θέσεις των διαγραμμάτων ανάπτυξης καταθέσεων και χορηγήσεων, ενώ εμφανίζονται ιδιαίτερα δυνατές στη δημιουργία εσόδων από προμήθειες.
Οι καταθέσεις στην Ευρωζώνη αυξάνονται με ρυθμό περίπου 3%, ενισχύοντας το καθαρό επιτοκιακό έσοδο, χωρίς να απαιτείται κατανάλωση κεφαλαίου. Στο συγκριτικό πλαίσιο της Goldman Sachs, οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται στις ομάδες με τους υψηλότερους ρυθμούς αύξησης τόσο των καταθέσεων όσο και των χορηγήσεων, γεγονός που στηρίζει τις αξιολογήσεις τους. Παράλληλα, ο δείκτης κόστους προς έσοδα συνεχίζει να βελτιώνεται, καταγράφοντας τριετείς επιδόσεις που υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στο κεφαλαιακό επίπεδο, η Goldman Sachs εκτιμά μέση κεφαλαιακή επάρκεια CET1 κοντά στο 14,9% για τον κλάδο το 2025, ενώ η παραγωγή κεφαλαίου υπολογίζεται στις 250 μονάδες βάσης ετησίως. Αυτό επιτρέπει την παραμονή των pay out ratios σε υψηλά επίπεδα. Στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών, αυτή η εικόνα αντικατοπτρίζεται στις τρεις συστάσεις «αγορά» και μία «ουδέτερη» σύσταση.
Ο οίκος θεωρεί ότι οι αποτιμήσεις των Alpha Bank, Εθνικής και Πειραιώς διαθέτουν περιθώρια ανόδου, ενώ για τη Eurobank η αποτίμηση περιγράφεται ως πλήρης με βάση τις εκτιμήσεις του.
Η εικόνα αυτή σχηματίζει ένα περιβάλλον στο οποίο τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι πλέον “recovery stories”, αλλά αναπτυξιακές ιστορίες — με σταθερό οργανικό υπόβαθρο.
JP Morgan: “Μια νέα ταχύτητα για τις ελληνικές τράπεζες”
Η JP Morgan διατηρεί υπεραπόδοση για όλες τις συστημικές τράπεζες και τους δίνει περιθώριο ανόδου από 23% έως 31%. Χαρακτηρίζει την Εθνική ως «κορυφαία επιλογή» στην ευρύτερη περιοχή CEEMEA, ενώ αναδεικνύει τη Eurobank ως under valued ποιοτικό όνομα, με ισχυρή διαφοροποίηση εσόδων.
Η αμερικανική τράπεζα υπογραμμίζει ότι οι αποτιμήσεις δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει τη βελτίωση των ισολογισμών, την ανθεκτικότητα των κερδών και την προοπτική υψηλότερων διανομών από το 2026. Η ισχυρή παραγωγή κεφαλαίου δίνει στις τράπεζες τη δυνατότητα για pay out ratios που σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να προσεγγίσουν ή να ξεπεράσουν το 70% — με την Εθνική να ανοίγει ακόμη και συζήτηση για διανομές κοντά στο 100%.
Στο report τονίζεται ότι η Alpha και η Πειραιώς έχουν πλέον αφήσει οριστικά πίσω τους το αφήγημα της εξυγίανσης και κινούνται σε καθεστώς σταθερής οργανικής ανάπτυξης, με υψηλό upside λόγω discount.
Αυτή η αισιοδοξία δεν βασίζεται σε ένα μεμονωμένο στοιχείο αλλά σε έναν συνδυασμό παραγόντων που σπάνια συναντά κανείς συγκεντρωμένους: η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, η επενδυτική δαπάνη βρίσκεται σε υψηλά δεκαετίας, το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου παραμένει σε ιστορικά χαμηλά και η αγορά εργασίας σταθεροποιείται σε επίπεδα που δεν είχαμε δει από το 2008.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες αναπτύσσουν χαρτοφυλάκια δανείων με ρυθμούς που συναντά κανείς σε αναδυόμενες αγορές, αλλά με το προνόμιο της σταθερότητας μιας ανεπτυγμένης.
Τέλος, η αμερικανική τράπεζα υπογραμμίζει ότι, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, το ελληνικό banking αντιμετωπίζεται από τα διεθνή χαρτοφυλάκια ως ένα σύστημα που μπορεί να παραδώσει ανάπτυξη, σταθερότητα και επιστροφές κεφαλαίου ταυτόχρονα. Με την οικονομία να κινείται σε τροχιά σταθεροποίησης και την Ευρωζώνη σε καθεστώς προβλεψιμότητας στα επιτόκια, το 2026 μπορεί να αποτελέσει τη χρονιά όπου η εικόνα του ελληνικού τραπεζικού κλάδου αλλάζει οριστικά κατηγορία.
Bank of America: σημείο αναφοράς η Ελλάδα
Η Bank of America προσθέτει μια ακόμη διάσταση: η Ελλάδα αποτελεί μία από τις λίγες περιπτώσεις στην Ευρώπη που παρουσιάζουν ισορροπία ανάμεσα σε εσωτερική ζήτηση, επενδύσεις και εξωστρέφεια. Η άνοδος της παραγωγικότητας παραμένει κρίσιμη, αλλά η οικονομία διαθέτει σταθερές άγκυρες: ισχυρό τουρισμό, αγορά εργασίας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και επιτάχυνση επενδύσεων, ιδίως μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.
Στο τραπεζικό σκέλος, η BofA επισημαίνει ότι η υπεραπόδοση των ελληνικών τίτλων δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτέλεσμα τριών τάσεων που είναι η σταθερή κερδοφορία, οι καθαροί ισολογισμοί μετά την πολυετή εξυγίανση και η ενίσχυση των κεφαλαίων μέσα σε μια αγορά ακινήτων που δείχνει ανθεκτικότητα.
Για το 2026, το αφήγημα μετατοπίζεται πλέον από την «εξυγίανση» στην «επόμενη ημέρα», με οργανική αύξηση δανείων και πιθανές κινήσεις M&A που μπορούν να αλλάξουν το τοπίο σε ένα περιβάλλον υψηλής συγκέντρωσης. Το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται ακόμη με discount περίπου 10% έναντι των ευρωπαϊκών δεν περνά απαρατήρητο από τη BofA, η οποία το εντάσσει ξεκάθαρα στους καταλύτες του 2026.
Το μεγάλο ερώτημα
Στο περιθώριο όλων αυτών των αναλύσεων, ένα ερώτημα απασχολεί τους επενδυτές: η πιθανή αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε “developed” μέσα στο 2026 θα λειτουργήσει θετικά ή αρνητικά;
Η απάντηση δεν είναι απλή. Η αναβάθμιση μπορεί να δημιουργήσει βραχυπρόθεσμες εκροές από funds που επενδύουν μόνο σε emerging markets, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει την πόρτα σε πολύ μεγαλύτερα κεφάλαια από institutional investors και passive funds που παρακολουθούν αναπτυγμένους δείκτες.
Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τη στάθμιση στους δείκτες MSCI, τη δομή της αγοράς και την ελκυστικότητα των αποτιμήσεων.
Σε κάθε περίπτωση, οι τραπεζικές μετοχές —ως ο πιο ώριμος και ταυτόχρονα πιο ελκυστικός κλάδος— αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο όποιων ροών δημιουργηθούν.
Τι βλέπουν και τι φοβούνται τα ξένα funds
Η εικόνα της Ελλάδας το 2026 είναι θετική αλλά όχι άνευ κινδύνων. Οι ξένοι επενδυτές επισημαίνουν την ανάγκη συνέχισης των μεταρρυθμίσεων, την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες και το υψηλό εξωτερικό έλλειμμα.
Ωστόσο, οι περισσότεροι συμφωνούν σε ένα πράγμα: η Ελλάδα έχει πλέον μπει σε τροχιά κανονικότητας. Δεν είναι πια μια χώρα που οι επενδυτές «παρακολουθούν». Είναι μια χώρα στην οποία τοποθετούνται — ενεργά, συντεταγμένα και με μακροπρόθεσμη οπτική.
Από την πιστοληπτική ωρίμαση μέχρι την οργανική ανάπτυξη των τραπεζών και από τη σταθερότητα του χρέους μέχρι τις εισροές ξένων κεφαλαίων, το ελληνικό οικονομικό αφήγημα έχει περάσει σε νέα φάση. Το επενδυτικό story δεν είναι πλέον η «ανάκαμψη» ή η «μεταρρύθμιση», αλλά η «σταθερή ανάπτυξη».
Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται στην πιο ισχυρή τους θέση από το 2008. Οι διεθνείς οίκοι τις κατατάσσουν συστηματικά στις κορυφαίες επιλογές της Ευρώπης, ενώ οι επενδυτές τις τοποθετούν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.
Αν το 2025 ήταν η χρονιά της επιβεβαίωσης, το 2026 διαμορφώνεται ως η χρονιά της ωρίμανσης. Και ίσως —για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια— η χρονιά που ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος αλλάζει οριστικά κατηγορία, μετατρέποντας την Ελλάδα σε case study ευρωπαϊκής σταθερότητας και επενδυτικής προβλεψιμότητας.