Η τελευταία ανακοίνωση της JP Morgan για τη σημαντική αύξηση της έκθεσής της στην Alpha Bank, μέσω μετοχών και παραγώγων, έχει επαναφέρει στο προσκήνιο μια σειρά από εύλογα ερωτήματα στην αγορά. Ποια είναι η πραγματική πρόθεση της αμερικανικής τράπεζας; Πρόκειται για μια καθαρά τεχνική τοποθέτηση αντιστάθμισης κινδύνου ή για ρόλο «ενδιάμεσου παίκτη» σε μια ευρύτερη στρατηγική αναδιάταξη με επίκεντρο την UniCredit;
Δεν είναι τυχαίο ότι τις τελευταίες ημέρες έχει «φουντώσει» εκ νέου η συζήτηση για των αποκωδικοποίηση του ρόλου της JP Morgan, καθώς και τον βαθμό στον οποίο οι κινήσεις αυτές συνδέονται με τη σταδιακή ενίσχυση της παρουσίας της UniCredit στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας. Άλλωστε, η αυξημένη χρήση παραγώγων και η χρονική επέκταση των σχετικών δικαιωμάτων έως το 2027 δημιουργούν ένα πλαίσιο που αφήνει ανοιχτά ερωτήματα ως προς τη μελλοντική εξέλιξη της μετοχικής σύνθεσης της Alpha Bank, χωρίς ωστόσο να προδικάζονται συγκεκριμένες εξελίξεις.
Στην πράξη τώρα, η JP Morgan γνωστοποίησε την κατοχή συνολικού ποσοστού 7,25% των δικαιωμάτων ψήφου στην Alpha Bank, μέσω άμεσων μετοχών και παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Τα παράγωγα προϊόντα αφορούν call και put options με περίοδο άσκησης έως τις 20 Ιουλίου 2027. Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση της Alpha Bank, η JP Morgan κατέχει χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία, υπό την προϋπόθεση φυσικού διακανονισμού, ενδέχεται να οδηγήσουν στην απόκτηση 139.749.960 μετοχών, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 6,04% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας.
Alpha Bank: Aντιστάθμιση κινδύνου
Στην πράξη, η JP Morgan γνωστοποίησε την κατοχή συνολικού ποσοστού 7,25% των δικαιωμάτων ψήφου στην Alpha Bank, μέσω άμεσων μετοχών και παραγώγων. Το ποσοστό αυτό αφορά συνολικά γνωστοποιήσιμα δικαιώματα ψήφου βάσει κανονιστικής ενημέρωσης και δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με φυσική κατοχή μετοχών.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Alpha Bank, η JP Morgan κατέχει χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία, υπό την προϋπόθεση φυσικού διακανονισμού, ενδέχεται να οδηγήσουν στην απόκτηση περίπου 139,75 εκατ. μετοχών, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 6,04% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας.
Τα εν λόγω παράγωγα αφορούν τόσο call όσο και put options, με περίοδο άσκησης από τις 25 Ιανουαρίου έως τις 20 Ιουλίου 2027. Τα call options αντιστοιχούν σε περίπου 0,21% των δικαιωμάτων ψήφου, ενώ τα put options σε περίπου 5,83%.
Ο χρονικός ορίζοντας μάλιστα δεν έρχεται τυχαία, καθώς ορισμένοι παράγοντες της αγοράς δεν παραβλέπουν πως το 2027 είναι εκλογικό έτος για την Ελλάδα, γεγονός που αυξάνει την πολιτική αβεβαιότητα και ενισχύει την ανάγκη για προληπτική αντιστάθμιση κινδύνου, ειδικά σε μεγάλες τοποθετήσεις. Το αν επιβεβαιωθούν ή όχι είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς, ειδικά την ώρα που η εγχώρια αγορά βρίσκεται ήδη στη διαδικασία μετάβασης στις ανεπτυγμένες, προσελκύοντας κάποιες ροές που θα αναζητήσουν θέσεις.
Υπενθυμίζεται ότι στην προηγούμενη σχετική κοινοποίηση, τον Δεκέμβριο, η συμμετοχή της JP Morgan ανερχόταν σε 3,45% μέσω μετοχών και 3,88% μέσω παραγώγων.
H πώληση put options δημιουργεί υποχρέωση για τον πωλητή
Τι σημαίνουν τα put και call options
Όπως εξήγησε μιλώντας στον OT ο options strategist κ. Ιωάννης Κανταρτζής, είναι κρίσιμο να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ αγοράς και πώλησης options, καθώς οι δύο πράξεις συνεπάγονται διαφορετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Η αγορά put options ισοδυναμεί με την απόκτηση προστασίας έναντι πτώσης της τιμής μιας μετοχής. Για παράδειγμα, επενδυτής που κατέχει μια μετοχή στα 20 ευρώ μπορεί να αγοράσει put option με τιμή άσκησης τα 18 ευρώ. Αν η μετοχή υποχωρήσει στα 15 ευρώ, η ζημία του περιορίζεται ουσιαστικά στα 2 ευρώ, καθώς έχει το δικαίωμα να πουλήσει στη συμφωνημένη τιμή.
Αντίθετα, η πώληση put options δημιουργεί υποχρέωση για τον πωλητή. Εφόσον η τιμή της μετοχής υποχωρήσει κάτω από το επίπεδο άσκησης, ο πωλητής υποχρεούται να παραλάβει τις μετοχές στη συμφωνημένη τιμή, αναλαμβάνοντας έτσι τον κίνδυνο περαιτέρω πτώσης. Σε αντάλλαγμα, εισπράττει το ασφάλιστρο (premium) των options.
Με βάση τα παραπάνω, οι κινήσεις της JP Morgan στο μέτωπο των παραγώγων της Alpha Bank δεν συνιστούν αυτόνομη επενδυτική τοποθέτηση επί της μετοχής, αλλά εντάσσονται σε μια δομημένη συναλλαγή διαχείρισης κινδύνου, κατά πάσα πιθανότητα εξωχρηματιστηριακή (OTC). Μέσω της πώλησης put options για σημαντικό αριθμό μετοχών (κάθε option αντιστοιχεί συνήθως σε 100 μετοχές), η αμερικανική τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση ενδεχόμενης φυσικής παραλαβής μετοχών σε περίπτωση άσκησης των δικαιωμάτων, αποκομίζοντας παράλληλα έσοδα από τα premiums.
Η δυνητική απόκτηση μεγάλου αριθμού μετοχών από την JP Morgan απορρέει ακριβώς από αυτή την τεχνική υποχρέωση και όχι από πρόθεση άμεσης ή στρατηγικής μετοχικής εμπλοκής.
Η συγκεκριμένη δομή συμπληρώνεται από τη σύναψη call options, τα οποία λειτουργούν ως εργαλείο εξισορρόπησης του κινδύνου και περιορισμού της καθαρής κατεύθυνσης της έκθεσης στη μετοχή. Με τον τρόπο αυτό, η JP Morgan επιδιώκει να διατηρήσει ελεγχόμενη την καθαρή της θέση, διαχειριζόμενη κυρίως τη μεταβλητότητα και τον χρονικό ορίζοντα της συναλλαγής.
Στην πράξη, δηλαδή, η JP Morgan εμφανίζεται να λειτουργεί κυρίως ως διαχειριστής κινδύνου και πάροχος ρευστότητας, αξιοποιώντας τα παράγωγα για τη διαμόρφωση μιας ελεγχόμενης έκθεσης, χωρίς να προεξοφλείται, αλλά ούτε και να αποκλείεται κάποια άμεση μετοχική στρατηγική στην Alpha Bank.
Η επόμενη ημέρα και το σενάριο πλήρους εξαγοράς
Με βάση τα παραπάνω, ευλόγως έχει επανέλθει στο προσκήνιο το σενάριο περαιτέρω μετοχικής εμπλοκής της UniCredit στην Alpha Bank, αν όχι και κάποιας δημόσιας πρότασης, μετά και την πρόσφατη ανακοίνωση του ιταλικού ομίλου ότι αύξησε, μέσω παραγώγων, τη συνθετική του θέση στην τράπεζα κατά 2,272%.
Η άμεση συμμετοχή της UniCredit διαμορφώνεται πλέον κοντά στο 29,8%, ενώ υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να οδηγήσει στην απόκτηση 52.612.834 επιπλέον κοινών μετοχών με δικαίωμα ψήφου, ανεβάζοντας τη συνολική άμεση και έμμεση συμμετοχή στο 32,069%. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ωστόσο, θα προϋπέθετε σειρά κανονιστικών και εποπτικών εγκρίσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το αν θα ασκηθούν τα συγκεκριμένα δικαιώματα, αλλά και την τιμή της μετοχής κατά τον χρόνο άσκησης, στοιχείο που δεν αναφέρεται στις σχετικές ανακοινώσεις.
Παράλληλα, δεν θα πρέπει να παραβλέπεται η εκρηκτική άνοδος της μετοχής της Alpha Bank, η οποία τους τελευταίους 14 μήνες καταγράφει κέρδη άνω του 175%. Παρότι σε όρους αποτίμησης εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με discount έναντι του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, σε επίπεδο επιχειρηματικής λογικής μια πλήρης εξαγορά σε αυτά τα επίπεδα δεν θεωρείται αυτονόητη.
Σε κάθε περίπτωση, τα οφέλη της συνεργασίας διασφαλίζονται ήδη μέσω της ισχυρής μειοψηφικής συμμετοχής που έχει οικοδομήσει η UniCredit στην Alpha Bank, αν και δεν πέρασε απαρατήρητο και το μήνυμα του διευθύνοντος συμβούλου της Alpha Bank, Βασίλη Ψάλτη, προς το προσωπικό της τράπεζας, σύμφωνα με το οποίο η διοίκηση προετοιμάζεται για ολικό rebranding, για πρώτη φορά μετά το 2000.
«Δεν θα είναι απλώς εντυπωσιακό, θα είναι ουσιαστικό και θα εκφράζει τον τρόπο που λειτουργούμε και εξυπηρετούμε τους πελάτες μας», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι το νέο branding θα αποτελέσει εφαλτήριο για την επανασύσταση της τράπεζας στην πελατειακή της βάση.
Ορόσημο αναμένεται να αποτελέσει και το Investor Day, όπου η διοίκηση θα παρουσιάσει το στρατηγικό πλάνο και τη στοχοθεσία της επόμενης τριετίας, αποκαλύπτοντας τη φιλοδοξία της Alpha Bank να τοποθετηθεί ως «η ελληνική τράπεζα για την Ευρώπη».
Διαβάστε ακόμη:
- Wall Street: Ανάσα ανόδου μετά το τεχνολογικό sell off – Ράλι στους δείκτες
- Η εισαγγελική πρόταση για τις υποκλοπές μέσω predator είναι δικαίωση για τον Νίκο Ανδρουλάκη, αναφέρει το ΠΑΣΟΚ
- Οι διαιτητές… οργίασαν, ο Στασινόπουλος τιμωρήθηκε
- Μάργκοτ Ρόμπι: Με ημιδιάφανο φόρεμα – κορσέ στην πρεμιέρα για τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»