Αρκεί μία βαθιά εισπνοή σε μία πυκνοκατοικημένη πόλη σε ώρα αιχμής για να έρθει κανείς σε επαφή με ατμοσφαιρικούς ρύπους, αιωρούμενα σωματίδια, δυνητικά τοξικές ουσίες και αλλεργιογόνα. Μπορεί η μύτη να εκτελεί πολύτιμη λειτουργία αφού φιλτράρει και παγιδεύει αρκετά από τα επιβλαβή στοιχεία, όμως, δεν αρκεί για να θωρακίσει τον οργανισμό από τα υψηλά επίπεδα ρύπων, ιδίως σε αστικά κέντρα. Την ίδια ώρα, σωματίδια μεγέθους μικρότερο από 10 μm (PM10) μπορούν να φτάσουν στους πνεύμονες, ενώ σωματίδια μικρότερα από 2.5 μm (PM2.5) καταφέρνουν να προσεγγίσουν ακόμη και στα βαθύτερα τμήματα των πνευμόνων.
Σαν να μην έφταναν όλοι οι ρύποι που προκύπτουν από τα καυσαέρια, τις εστίες θέρμανσης και τη βιομηχανική δραστηριότητα, έρχεται να προστεθεί μία ακόμα απειλή για την υγεία: Τα μικροπλαστικά και τα νανοπλαστικά που προέρχονται από τη διάσπαση πλαστικών αντικειμένων, τα οποία απορρίπτονται λανθασμένα στο περιβάλλον.
Δεκάδες είναι οι έρευνες σχετικά με τις επιπτώσεις των σωματιδίων αυτών σε φύση και άνθρωπο, ενώ νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Άρλινγκτον (UTA) αποκαλύπτει το εύρος του προβλήματος της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από μικροπλαστικά, εγείροντας ανησυχίες για το πόσο βαθιά επιδρά στο οικοσύστημα και κατά συνέπεια στον άνθρωπο.
Η επιστημονική ομάδα διενέργησε έρευνα σε πτηνά και ανίχνευσε υψηλά επίπεδα μικροπλαστικών στους πνεύμονές τους, με τους ειδικούς να εκφράζουν προβληματισμό σχετικά με το πόσο διαδομένα είναι τα επιβλαβή ίχνη πλαστικού στον αέρα που αναπνέουμε κάθε στιγμή της ζωής μας.
Ο Σέιν Ντουμπέι, επίκουρος καθηγητής Βιολογίας στο UTA και εκ των συντακτών της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο Journal of Hazardous Materials, εξήγησε ότι τα πουλιά επελέγησαν για τη μελέτη επειδή βρίσκονται σχεδόν σε κάθε γωνιά του κόσμου και ζουν συχνά σε κοινό περιβάλλον με τους ανθρώπους.
Όπως είπε, μάλιστα, λειτουργούν σαν δείκτες των περιβαλλοντικών συνθηκών, καθώς βοηθούν τους ειδικούς να κατανοήσουν την κατάσταση που επικρατεί και να λάβουν σημαντικές πληροφορίες για τη διατήρηση του περιβάλλοντος, καθώς και για τη ρύπανση.
Οι ερευνητές μελέτησαν τον πνεύμονα σε 56 πτηνά 51 διαφορετικών ειδών από την ίδια περιοχή, το Διεθνές Αεροδρόμιο Τσενγκντού Τιανφού στη δυτική Κίνα, και με τη χρήση υπέρυθρης ακτινοβολίας υπολόγισαν τα μικροπλαστικά σωματίδια στον πνευμονικό ιστό. Επιπλέον, με φασματομετρία μάζας ανίχνευσαν νανοπλαστικά, τα οποία είναι πιθανό να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος μέσω της εισπνοής.
Από την έρευνα κατέληξαν πως τα πτηνά είχαν υψηλές συγκεντρώσεις τέτοιων σωματιδίων, με μέσο όρο 221 σωματίδια ανά είδος και 416 σωματίδια ανά γραμμάριο πνευμονικού ιστού. Ανάμεσα στους πιο συχνούς τύπους συγκαταλέγονται το χλωριωμένο πολυαιθυλένιο, το οποίο χρησιμοποιείται για τη μόνωση σωλήνων και συρμάτων, και το καουτσούκ βουταδιενίου, ένα ανθεκτικό συνθετικό υλικό.
Όπως τόνισε ο Ντουμπέι η έρευνα αναδεικνύει την επιτατική ανάγκη αντιμετώπισης της πλαστικής ρύπανσης στο περιβάλλον, καθώς αυτοί οι ρύποι μπορεί να έχουν εκτεταμένες επιπτώσεις στην υγεία του οικοσυστήματος, αλλά και στην ανθρώπινη υγεία.
«Τα ευρήματά μας απαιτούν περαιτέρω έρευνα, χρηματοδότηση και δράση για τον μετριασμό των επιβλαβών επιπτώσεων της πλαστικής ρύπανσης και τη διασφάλιση ενός πιο ασφαλούς περιβάλλοντος», πρόσθεσε.
Υπενθυμίζεται πως ανάλογη έρευνα που δημοσιεύθηκε πριν περίπου ένα χρόνο στο PLOS είχε ανιχνεύσει μικροπλαστικά στην εκπνοή ρινοδέλφινων (Tursiops truncatus) που ζουν στον κόλπο Σαρασότα της Φλόριντα και στον κόλπο Μπαρατάρια στη Λουιζιάνα. Μάλιστα, τα ίχνη είχαν παρόμοια χημική σύνθεση με αυτά που ανιχνεύονται στους ανθρώπινους πνεύμονες.
Επομένως, είναι σαφές ότι τα μικροσκοπικά σωματίδια βρίσκονται παντού και καταφέρνουν να διεισδύσουν στον οργανισμό τόσο των ζώων, όσο των ανθρώπων.