Ήταν Ιούνιος του 2012, η ΙΜΑΚΟ βρισκόταν ένα βήμα πριν την πτώχευση και εγώ ήμουν διακοπές στη Μάνη, στο σπίτι μιας φίλης στην άκρη του πουθενά, με το σήμα στο κινητό να έρχεται και να φεύγει.

Στο μυαλό μου ήταν η επόμενη μέρα, καθώς ήξερα ότι το μαγαζί του Πέτρου μετράει βδομάδες, όταν βρήκα μια κλήση στο κινητό από την Αντιγόνη.

«Πού είσαι;». «Μάνη». «Πρέπει να έρθεις, πάει ο Μανιτάκης στο υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης».

Το επόμενο πρωί ανέβηκα αυθημερόν για να συναντήσω, για πρώτη φορά, τον Αντώνη Μανιτάκη. Μετά από πέντε λεπτά, το θυμάμαι σαν χθες, λέει «αυτόν θέλω».

Στον χρόνο αυτό με είχε κάνει να νιώσω τόσο οικεία που, που ενώ ήξερα ότι το να είσαι γραφείο Τύπου και σύμβουλος επικοινωνίας στο υπουργείο που καλούσε η τρόικα να κάνει απολύσεις δεν θα ήταν ευχάριστη δουλειά, δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά.

Σήμερα, και έχοντας περάσει από σημαντικές θέσεις εργασιακά, με λιγότερη πίεση και περισσότερα χρήματα, θα έλεγα με ευκολία ότι, αν γυρνούσε ο χρόνος πίσω, θα το ξαναέκανα και ότι, παρά το καθημερινό «ξύλο» που τρώγαμε, ήταν ίσως η πιο ενδιαφέρουσα περίοδος του εργασιακού μου βίου.

Και προφανώς ένας από τους βασικούς λόγους γι’ αυτό ήταν η παρουσία του Μανιτάκη.

Όταν τον γνώρισα, είχα μια μεγάλη απορία. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, με την ποιότητα, με τη μόρφωση και με την κουλτούρα του, στην κορυφή του νομικού κόσμου, αποφάσισε να ανακατευτεί με την πολιτική; Μου φαινόταν σαν να κατεβαίνει επίπεδο, δηλαδή.

Δουλεύοντας μαζί του όμως όλο αυτό τον καιρό, κατάλαβα γιατί το έκανε. Η πατρίδα ήταν σε κρίση και εκείνος ήθελε να βοηθήσει, να βάλει το λιθαράκι του σε ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά και τα εγγόνια του.

Ξεσπιτώθηκε για μήνες, καθώς για να υπηρετεί το απαιτητικό χαρτοφυλάκιο του ζούσε στην Αθήνα σε ξενοδοχείο και όχι στην πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, ή το αγαπημένο του Πήλιο, επιβαρύνοντας παράλληλα και την υγεία του με το άγχος του καθημερινού αγώνα απέναντι σε θεούς και δαίμονες: από τη μια μέσα σε μια πειραματική τρικομματική κυβέρνηση, όπου ο καθένας έπαιζε το παιχνιδάκι του, και από την άλλη με τους τροικανούς να άγονται και να φέρονται, προκλητικοί και άξεστοι τις περισσότερες φορές.

Ο Υπουργός όμως ήταν δάσκαλος ασύλληπτου επιπέδου. Χωρίς να διαχωρίζει αριστερούς, δεξιούς και κεντρώους, με το πονηρό βλέμμα του, το χαμόγελο, το τρομερό χιούμορ και το μυαλό-ξυράφι που είχε, κάθε στιγμή κοντά του ήταν απόλαυση.

To χαρακτηριστικό βλέμμα του κοιτάζοντας τους τροικανούς

Είτε ήσουν σε meeting είτε σε κάποιο μαγαζί μετά το πέρας της ημέρας για να φας ένα πιάτο φαΐ παρέα, κάθε στιγμή και ώρα είχες κάτι να μάθεις.

Στο ΥΔΜΗΔ ζήσαμε πίκρες, αλλά δεν τις θυμάται κανείς. Θυμόμαστε όμως τα γέλια, που σε έναν φυσιολογικό άνθρωπο είναι πολλά όταν εισέρχεται στον θαυμαστό κόσμο του δημοσίου.

Θυμόμαστε και τις καινοτόμες ιδέες του, καθώς ως υπουργός δεν κρύφτηκε ποτέ και κλήθηκε να πάρει δύσκολες αποφάσεις που άλλοι δεν θα τολμούσαν και πολύ πιθανό να γυρνούσαν την ηρεμία του σπιτιού τους.

Έφερε το concept της κινητικότητας (μαζί με τον πλέον χαρισματικό γενικό γραμματέα που έχει δει αυτός ο τόπος, τον Δημήτρη Στεφάνου), προσπάθησε να περιορίσει τους επίορκους στο δημόσιο μέσα από ένα δαιδαλώδες σύστημα, θέλησε να εκσυγχρονίσει τη λειτουργία του κράτους μέσα από χίλια εμπόδια και να δώσει στη χώρα τα εφόδια να προχωρήσει σε μια νέα εποχή μακριά από τις παθογένειες του παρελθόντος.

Η προσωπικότητα αυτή, μια προσωπικότητα χαρισματική, πνευματώδης, με αλάνθαστη ηθική πυξίδα και υψηλά κριτήρια, προσέλκυσε γύρω του ανθρώπους που σήμερα ξεχωρίζουν σε αυτό που κάνουν, και αυτό τον έκανε να χαμογελά.

Η ώρα της υπογραφής για την αποχώρηση από το υπουργείο και την επιστροφή στην κανονικότητα 

Ο Γιώργος Μυλωνάκης, η Βιβή Χαραλαμπογιάννη, η Ιωάννα Λυτρίβη, ο Γιώργος Καραβοκύρης, ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, η Κατερίνα Σκουρή και φυσικά η πολυαγαπημένη του Αντιγόνη Φάκου ήταν μόνο μερικά από τα μέλη αυτής της παρέας που ένωσε η παρουσία του Αντώνη Μανιτάκη.

Θα τον θυμάμαι πάντα σαν τον άνθρωπο που μου μίλησε πρώτος για την πατρότητα και με καθησύχασε όταν η Νάντια έμεινε έγκυος και εγώ, εν μέσω μνημονίων, είχα «χαθεί» στις ανησυχίες μου όταν φεύγαμε από το Υπουργείο και μέναμε άνεργοι στην ουσία.

Θα τον θυμάμαι για το πως γελούσε με τον παραλογισμό που βίωνε στην θητεία του ως πολιτικός αντιμετωπίζοντας καθημερινά περιστατικά για τα οποία θα μπορουσε σήμερα να γραφτεί βιβλίο.

Θα τον θυμάμαι να τον κυνηγάμε να μιλήσει στα ΜΜΕ και να δώσει μια συνέντευξη και αυτός να μην θέλει. Στον 1+ χρόνο ως υπουργός πρέπει να βγήκε 3 φορές στην τηλεόραση, κι αυτές με το ζόρι.

Θα τον θυμάμαι σαν το πρώτο τηλέφωνο όταν ανέβαινα στο Πήλιο και σαν μια πατρική φιγούρα, πάντα πρόθυμο να μιλήσει, να κάνει πλάκα, να συμβουλέψει ακομπλεξάριστα και να σε κάνει αβίαστα να τον νιώθεις σαν δικό σου άνθρωπο.

Ο Αντώνης Μανιτάκης θα λείψει σε όλους εμάς που τον γνωρίσαμε, αλλά περισσότερο θα λείψει από αυτή τη χώρα η φωνή της λογικής, οι γνώσεις, το ήθος και ο μοναδικός τρόπος που είχε να λέει πάντα αυτό που πίστευε χωρίς τυμπανοκρουσίες και πάνω απ’ όλα χωρίς παρωπίδες και κομματικές σκοπιμότητες.

Διαβάστε ακόμη: