Διατήρηση ισχυρών μεγεθών που οδηγούν σε περαιτέρω ενίσχυση της ρευστότητας, κατέγραψε για το 2025 η ElvalHalcor σύμφωνα με τα τα οικονομικά αποτελέσματα που ανακοίνωσε. Η εταιρεία στα κύρια οικονομικά στοιχεία κατέδειξε ανθεκτικότητα με οργανική κερδοφορία (a-EBITDA) στα 236,0 εκατ. ευρώ έναντι 237,5 εκατ. ευρώ το 2024. Επίσης, μείωση του καθαρού δανεισμού κατά 38,1 εκατ. ευρώ από τις 31.12.2024 και μείωση του καθαρού χρηματοοικονομικού κόστους κατά 20,0% ή κατά 9,0 εκατ. ευρώ το 2025 σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Στα κύρια επιχειρησιακά στοιχεία κατέγραψε αύξηση του όγκου πωλήσεων κατά 2,6% έναντι του 2024 που οδηγείται κυρίως από τον κλάδο αλουμινίου παρά τις συνθήκες αστάθειας που δημιούργησαν η επιβολή δασμών, οι αυξημένες τιμές μετάλλων και το υψηλό ενεργειακό κόστος.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, ο Γενικός Διευθυντής του κλάδου αλουμινίου, Νικόλαος Καραμπατέας, δήλωσε:
«Ο κλάδος αλουμινίου παρουσίασε βελτιωμένη κερδοφορία και ισχυρές ταμειακές ροές, ενισχύοντας περαιτέρω τη χρηματοοικονομική θέση του Ομίλου, παρά τις συνεχιζόμενες οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, καθώς το ευρύ και με μεγάλη διαφοροποίηση χαρτοφυλάκιο και η εκτεταμένη διεθνής παρουσία ενίσχυσαν την ανθεκτικότητα και υποστήριξαν τις σταθερές μας επιδόσεις. Η πειθαρχημένη κατανομή των κεφαλαίων, η επιχειρησιακή αριστεία και οι ισχυρές συνεργασίες σε όλη την αλυσίδα αξίας επέτρεψαν στον κλάδο να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες ανάπτυξης και να δημιουργήσει βιώσιμη αξία για τους μετόχους. Ο κλάδος αλουμινίου θα συνεχίσει να εστιάζει στην αποδοτικότητα, στη στοχευμένη βελτιστοποίηση του μίγματος προϊόντων και στην επιχειρησιακή ευελιξία, ώστε να αντιμετωπίσει το υψηλό ενεργειακό κόστος και τη μεταβλητότητα των πρώτων υλών, αντιμετωπίζοντας παράλληλα αποτελεσματικά τις αυξημένες τιμές scrap και τις επιπτώσεις των δασμών. Μέσα από τις δικές μας κύριες δυνάμεις, τις πρωτοβουλίες βελτίωσης των λειτουργικών επιδόσεων και τις στρατηγικές συνεργασίες με τους εταίρους μας, διασφαλίζουμε βιώσιμη ανάπτυξη και ανθεκτικότητα σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κλάδο».
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, ο Γενικός Διευθυντής του κλάδου χαλκού, Πάνος Λώλος, ανάφερε:
«Σε μια χρονιά που χαρακτηρίστηκε από μακροοικονομική αβεβαιότητα, ασθενή ζήτηση στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας, ανατροπές στο διεθνές εμπόριο που είχαν ως αποτέλεσμα την αδυναμία επίτευξης ή/και υλοποίησης εμπορικών συμφωνιών, διατάραξης της εφοδιαστικής αλυσίδας πρωτογενών και δευτερογενών υλών, και απότομη άνοδο των τιμών χαλκού στο LME, ο κλάδος χαλκού επέδειξε ανθεκτικότητα, προσαρμοστικότητα και ισχυρή θέση στην αγορά. Υποστηριζόμενοι από την ισχυρή απόδοση σε στρατηγικά προϊόντα, ιδιαίτερα για τους σωλήνες εγκαταστάσεων και τις λάμες χαλκού (bus bars) – οι τελευταίες οδηγούμενες από τις εφαρμογές σε data centers και δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας -, επετεύχθη αύξηση 0,5% του όγκου πωλήσεων. Ωστόσο, η κερδοφορία μας επηρεάστηκε από τα αυξημένα ενεργειακά και εν γένει πληθωριστικά κόστη και το μίγμα των πωλήσεων. Παρά τις προκλήσεις, συνεχίσαμε να επενδύουμε στην ενίσχυση της παραγωγικής ευελιξίας, στη βελτιστοποίηση της προμήθειας πρώτων υλών και στην ανάπτυξη προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας – παρουσιάζοντας νέα στην αγορά – και με πειθαρχημένη διαχείριση κόστους και κεφαλαίου κίνησης εν μέσω σημαντικής μεταβλητότητας του LME το τελευταίο τρίμηνο.»
Επισκόπηση
Μετά από ένα ισχυρό πρώτο εξάμηνο σε σύγκριση με ένα ασθενές πρώτο εξάμηνο του 2024, το δεύτερο εξάμηνο του 2025 επηρεάστηκε από την επιβολή δασμών στις εισαγωγές προϊόντων αλουμινίου και χαλκού στις Η.Π.Α., από διαταραχές στις αγορές scrap, από τις επίμονα υψηλές τιμές ενέργειας και τα γενικότερα πληθωριστικά κόστη. Οι παράγοντες αυτοί οδήγησαν σε ένα ασθενέστερο δεύτερο εξάμηνο, ιδιαίτερα στον κλάδο του χαλκού. Παρόλα αυτά η κερδοφορία του έτους στο σύνολό του παρέμεινε στο ίδιο επίπεδο με εκείνο του 2024.
Οι ενοποιημένες πωλήσεις για το 2025 ανήλθαν σε 3.614,5 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 5,1% σε σύγκριση με 3.438,5 εκατ. ευρώ το 2024, οδηγούμενες από τους αυξημένους όγκους πωλήσεων και τις υψηλότερες τιμές στο LME. Τα αναπροσαρμοσμένα ενοποιημένα κέρδη πριν από φόρους, τόκους, αποσβέσεις, αποτελέσματα μετάλλου και λοιπά έκτακτα κέρδη και ζημίες (a-EBITDA), τα οποία απεικονίζουν καλύτερα την οργανική κερδοφορία του Ομίλου, εμφάνισαν οριακή μείωση κατά 0,6% και διαμορφώθηκαν στα 236,0 εκατ. ευρώ το 2025 έναντι 237,5 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, το δυσμενές μείγμα πωλήσεων και οι περιορισμοί στη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών επηρέασαν αρνητικά την κερδοφορία του Ομίλου. Τα λογιστικά αποτελέσματα μετάλλου διαμορφώθηκαν σε κέρδη 5,7 εκατ. ευρώ, ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με τα κέρδη 6,2 εκατ. ευρώ της αντίστοιχης περιόδου το προηγούμενο έτος. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, τα ενοποιημένα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) ανήλθαν σε 226,1 εκατ. ευρώ, έναντι 242,7 εκατ. ευρώ το 12Μ’24.
Οι τιμές των μετάλλων στο LME κατέγραψαν αξιοσημείωτη αύξηση κατά το πρώτο τρίμηνο της χρήσης, την οποία ακολούθησε αποκλιμάκωση στα τέλη Μαρτίου και ταχεία άνοδο τον Δεκέμβριο, μετά από αισιόδοξες προσδοκίες. Επιπρόσθετα, η μέση τιμή του αλουμινίου διαμορφώθηκε σε 2.333 ευρώ ανά τόνο το 12Μ’25, έναντι 2.236 ευρώ ανά τόνο το 12Μ’24, αυξημένη κατά 4,3%. Η μέση τιμή του χαλκού ανήλθε σε 8.801 ευρώ ανά τόνο, έναντι 8.454 ευρώ ανά τόνο την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, σημειώνοντας αύξηση 4,1%, ενώ η μέση τιμή του ψευδαργύρου διαμορφώθηκε σε 2.543 ευρώ ανά τόνο το 12Μ’25, έναντι 2.569 ευρώ ανά τόνο το 12Μ’24, καταγράφοντας μείωση 1,0%.
Η σταθερή κερδοφορία και οι στοχευμένες κεφαλαιουχικές δαπάνες οδήγησαν σε σημαντική μείωση του καθαρού δανεισμού του Ομίλου σε ετήσια βάση, κατά 38,1 εκατ. ευρώ. Η βελτίωση αυτή, σε συνδυασμό με τη θετική επίδραση των χαμηλότερων επιτοκίων, συνέβαλε σε μείωση κατά 20,0% του καθαρού χρηματοοικονομικού αποτελέσματος, το οποίο ανήλθε σε 35,9 εκατ. ευρώ για το 12Μ’25, έναντι 44,9 εκατ. ευρώ το 12Μ’24. Ο συνολικός δανεισμός διαμορφώθηκε σε 659,2 εκατ. ευρώ, έναντι 723,1 εκατ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2024, ενώ ο καθαρός δανεισμός μειώθηκε σε 605,3 εκατ. ευρώ από 643,5 εκατ. ευρώ την ίδια περίοδο. Παρότι η διαχείριση κεφαλαίου κίνησης παραμένει βασική προτεραιότητα και για τους δύο κλάδους, η άνοδος των τιμών LME και οι προκλήσεις στην αγορά των πρώτων υλών οδήγησαν σε υψηλότερα επίπεδα το κεφάλαιο κίνησης.
Τέλος, τα ενοποιημένα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 109,5 εκατ. ευρώ το 12Μ’25, στο ίδιο επίπεδο με το 12Μ’24, ενώ τα ενοποιημένα κέρδη μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας διαμορφώθηκαν σε 103,4 εκατ. ευρώ το 12Μ’25 (ή 0,2761 ευρώ ανά μετοχή), έναντι 103,2 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους (ή 0,2752 ευρώ ανά μετοχή).
Κατά τη διάρκεια του έτους, η Εταιρεία διένειμε μέρισμα ύψους 33,8 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 125% σε σύγκριση με το 2024. Η μείωση του καθαρού δανεισμού και η ισχυρή κερδοφορία του Ομίλου επιτρέπουν στο Διοικητικό Συμβούλιο να προτείνει τη διανομή μερίσματος ύψους 0,11 ευρώ ανά μετοχή το 2026.
Βασικά οικονομικά μεγέθη

Κύρια οικονομικά στοιχεία – ανά κλάδο

Το 2025, ο κλάδος αλουμινίου παρουσίασε ισχυρές λειτουργικές επιδόσεις μέσα σε ένα απαιτητικό και ευμετάβλητο περιβάλλον. Παρά τις συνεχιζόμενες οικονομικές και γεωπολιτικές εντάσεις, το 2025 αποτέλεσε έτος ουσιαστικής ανάπτυξης, με κινητήριους μοχλούς το βελτιωμένο μείγμα προϊόντων, τις καλύτερες τιμές κατεργασίας και τον όγκο πωλήσεων που ανήλθε σε 428 χιλ. τόνους, αυξημένος κατά 3,4% σε σύγκριση με το 2024, ιδίως στα προϊόντα για τον κλάδο της συσκευασίας, τόσο της άκαμπτης (rigid) όσο και της εύκαμπτης (flexible). Παρότι το ενεργειακό κόστος άσκησε σημαντικές πιέσεις στον κλάδο αλουμινίου, η λειτουργική κερδοφορία (a-EBITDA) διαμορφώθηκε σε 148,7 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 7,2% σε σχέση με το 2024, ενώ τα κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) ανήλθαν
σε 94,1 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας την ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου της Εταιρείας και την πειθαρχημένη υλοποίηση της στρατηγικής της.
Το δεύτερο εξάμηνο του 2025 χαρακτηρίστηκε από αναταράξεις στην αγορά, μετά και την επιβολή δασμών 50% στις εισαγωγές των ΗΠΑ, γεγονός που επηρέασε τις παγκόσμιες ροές και τη ζήτηση αλουμινίου, ενώ ο όγκος πωλήσεων ανακατανεμήθηκε με επιτυχία σε εναλλακτικές γεωγραφικές περιοχές και τελικές αγορές. Η διαθεσιμότητα του scrap αλουμινίου στην Ευρώπη παρέμεινε περιορισμένη καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, οδηγώντας σε υψηλότερες τιμές και κόστη. Παρά τις πιέσεις στα περιθώρια κέρδους λόγω των αυξημένων τιμών scrap και των επιπτώσεων των δασμών, το 2025 αποτέλεσε έτος προόδου, ιδιαίτερα για τους τομείς συσκευασίας
(rigid και flexible) και αυτοκινητοβιομηχανίας, αντισταθμίζοντας την ασθενέστερη ζήτηση στις βιομηχανικές και γενικές μηχανολογικές αγορές.
Ο κλάδος αλουμινίου υλοποίησε στοχευμένες επενδύσεις κατά τη διάρκεια του 2025. Κεφαλαιουχικές δαπάνες ύψους 52,3 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν στις υποδομές της θερμής έλασης στις εγκαταστάσεις της Elval, καθώς και σε αναβαθμίσεις εξοπλισμού στις δύο μονάδες παραγωγής foil της Symetal, παρέχοντας τη δυνατότητα για βελτιωμένες υψηλής προστιθέμενης αξίας λύσεις για την εύκαμπτη συσκευασία.
Παρά τις υψηλότερες τιμές LME, ο κλάδος, μέσω της βέλτιστης διαχείρισης του κεφαλαίου κίνησης κατά 5% σε ετήσια βάση και του ισχυρού EBITDA στα 142,0 εκατ. ευρώ, δημιούργησε ισχυρές ταμειακές ροές που κάλυψαν άνετα τις κεφαλαιουχικές δαπάνες και συνέβαλαν στη συνολική μείωση του καθαρού δανεισμού.
Κλάδος χαλκού
Ο κλάδος χαλκού επέδειξε ανθεκτικότητα το 2025. Μέσα σε ένα απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον, που χαρακτηρίστηκε από υποτονική ζήτηση σε όλους τους τομείς της οικονομίας και από εμπορικούς δασμούς, ο όγκος πωλήσεων αυξήθηκε κατά 0,5% σε ετήσια βάση. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 3,3% και ανήλθαν στα 1.764,3 εκατ. ευρώ το 2025, από 1.707,5 εκατ. ευρώ το 2024, κυρίως λόγω των υψηλότερων μέσων τιμών χαλκού στο LME.
Ο όγκος πωλήσεων για τα προϊόντα διέλασης χαλκού (bus bars/rods) και σωλήνες χαλκού αυξήθηκε κατά 10,9% και 4,8% αντίστοιχα, υποστηριζόμενος από την εξάπλωση της δραστηριότητας των κέντρων δεδομένων (data centres) και των εφαρμογών σε δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά το γεγονός ότι οι εμπορικοί δασμοί επηρέασαν τις πωλήσεις προς τις ΗΠΑ κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, ο ετήσιος όγκος πωλήσεων για τις λάμες χαλκού παρέμεινε υψηλότερος σε σχέση με τον αντίστοιχο το 2024. Αντίθετα, τα προϊόντα έλασης αντιμετώπισαν προσωρινές προκλήσεις, με τον όγκο να μειώνεται κατά 4,7% λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού. Η εικόνα των πωλήσεων ανά τελική αγορά παρουσίασε διαφοροποιημένη εικόνα, με τον όγκο στον
τομέα της ενέργειας και των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας να αυξάνεται κατά 5,6% και στον κλάδο των κτιριακών κατασκευών κατά 1,3%. Αντιθέτως, οι βιομηχανικές εφαρμογές παρουσίασαν μείωση κατά 9%, αντανακλώντας την ασθενέστερη μεταποιητική δραστηριότητα.
Η λειτουργική κερδοφορία (a – EBITDA) διαμορφώθηκε στα 87,3 εκατ. ευρώ, έναντι 98,7 εκατ. ευρώ το 2024, επηρεασμένη από το υψηλό ενεργειακό κόστος, το εν γένει πληθωριστικό κόστος και το δυσμενές μείγμα πωλήσεων. Τα λογιστικά αποτελέσματα μετάλλου μειώθηκαν σε κέρδη 5,8 εκατ. ευρώ από κέρδη 11,4 εκατ. ευρώ το 2024, οδηγώντας το EBIT σε 62,7 εκατ. ευρώ, έναντι 83,2 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 51,2 εκατ. ευρώ, έναντι 58,2 εκατ. ευρώ το 12Μ’24.
Η σημαντική άνοδος των τιμών LME κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους και η μη κανονική ροή πρώτων υλών άσκησαν πιέσεις στο κεφάλαιο κίνησης του κλάδου και, κατά συνέπεια, περιόρισαν την περαιτέρω βελτίωση του καθαρού δανεισμού του κλάδου.
Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες για το έτος ανήλθαν συνολικά σε 29,1 εκατ. ευρώ, με έμφαση στη βελτίωση της παραγωγικής ευελιξίας, στη βελτιστοποίηση της προμήθειας χαλκού και στην αύξηση της χρήσης οικονομικά αποδοτικότερων υλών. Οι επενδύσεις κατευθύνθηκαν επίσης σε αγορές υψηλής προστιθέμενης αξίας, υποστηρίζοντας τη μακροπρόθεσμη στρατηγική του κλάδου, με τα 18,0 εκατ. ευρώ να διατίθενται στη θυγατρική Sofia Med και τα 10,2 εκατ. ευρώ στο τομέα διέλασης χαλκού και κραμάτων της μητρικής εταιρείας.
Προοπτικές
Κοιτώντας προς το μέλλον, οι προοπτικές παραμένουν συγκρατημένα αισιόδοξες, παρά τη παρατεταμένη μακροοικονομική αβεβαιότητα και το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τα οποία ενδέχεται να συνεχίσουν να επηρεάζουν την λειτουργική κερδοφορία. Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή προσθέτουν ένα επιπλέον επίπεδο γεωπολιτικού κινδύνου. Τα στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα παγκοσμίως θαλάσσια σημεία διαμετακόμισης ενέργειας και οποιαδήποτε διαταραχή στην περιοχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών ενέργειας, υψηλότερα κόστη μεταφοράς και ασφάλισης, καθώς και σε νέες διαταραχές στις
εφοδιαστικές αλυσίδες. Η Διοίκηση παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και αξιολογεί ενδεχόμενες επιπτώσεις.
Παρά τις προκλήσεις αυτές, τα θεμελιώδη που στηρίζουν τη διεθνή ζήτηση παραμένουν ισχυρά, παρέχοντας μία στέρεη βάση για μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, οι συνεχιζόμενοι περιορισμοί στην προσφορά, ο εντεινόμενος ανταγωνισμός και η μεταβλητότητα στις τιμές των μετάλλων του London Metal Exchange (LME) ενδέχεται να ασκήσουν πρόσθετες πιέσεις στις ανάγκες για κεφάλαιο κίνησης και δανεισμό του Ομίλου. Η πειθαρχημένη διαχείριση του κόστους, καθώς και η συνετή διαχείριση του κεφαλαίου κίνησης και του δανεισμού, θα παραμείνουν καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της ισχυρής χρηματοοικονομικής θέσης και απόδοσης του.
Σε πλαίσιο αυτό, η ElvalHalcor είναι κατάλληλα τοποθετημένη για να ανταποκριθεί στο διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, αξιοποιώντας τον καίριο ρόλο της στην παγκόσμια μείωση του αποτυπώματος άνθρακα και στη μετάβαση προς την κυκλική οικονομία. Οι πρόσφατες επενδύσεις για την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας και τη διεύρυνση του προϊοντικού της χαρτοφυλακίου αναμένεται να στηρίξουν την περαιτέρω ανάπτυξη της. Παράλληλα, οι βασικές παγκόσμιες μεγατάσεις, όπως οι αυξημένες απαιτήσεις πελατών για συσκευασίες με υψηλό ανακυκλωμένο περιεχόμενο, τα ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, η ανάπτυξη κέντρων δεδομένων, οι ενεργειακές υποδομές και οι αντλίες θερμότητας, δημιουργούν πρόσθετες ευκαιρίες για ανάπτυξη και με σημαντικά οφέλη. Επιπλέον, ο Όμιλος έχει ήδη αποδείξει την ανθεκτικότητά του, καταγράφοντας συνεχή αύξηση μεριδίων αγοράς και όγκου πωλήσεων τόσο στα προϊόντα αλουμινίου όσο και χαλκού, παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και το αυξημένο κόστος των πρώτων υλών.
Διαβάστε ακόμη:
-
Τράπεζες: Τι φοβούνται μετά τη ραγδαία κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή
-
Citi: Τι έδειξαν οι επιδόσεις του ΟΠΑΠ, πριν από τη συγχώνευση με την Allwyn
-
Νέα μέτρα στήριξης με φόντο τη Μέση Ανατολή – Στο τραπέζι ακόμα και fuel pass αν ξεφύγουν οι τιμές