Τον κίνδυνο νέων αυξήσεων στο ενεργειακό κόστος, στα μεταφορικά και στα ασφάλιστρα λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή επισήμανε η διοίκηση της ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ κατά την ενημέρωση των αναλυτών για τα οικονομικά αποτελέσματα του 2025.
Απαντώντας σε ερωτήσεις του newmoney, ο αναπληρωτής οικονομικός διευθυντής του ομίλου, Άγγελος Γιαζιτζόγλου, σημείωσε ότι προς το παρόν δεν έχει καταγραφεί άμεση επίπτωση στις δραστηριότητες της εταιρείας, ωστόσο η κατάσταση παρακολουθείται στενά καθώς η εξέλιξη των γεωπολιτικών εντάσεων μπορεί να επηρεάσει το λειτουργικό κόστος της βιομηχανίας. Δεδομένου ότι περίπου το 90% των πωλήσεων του ομίλου κατευθύνεται σε αγορές του εξωτερικού και το πελατολόγιό του εκτείνεται σε περισσότερες από 100 χώρες, οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα τη δραστηριότητά του.
«Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο γεωπολιτικού κινδύνου και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές ενέργειας, αυξημένα μεταφορικά και ασφάλιστρα, καθώς και πιθανές νέες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Όπως εξήγησε, το μέγεθος των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια της κρίσης. «Αν αυτή η κατάσταση διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε ναι, σίγουρα θα υπάρξουν διαταραχές και πιέσεις στην ενέργεια. Αν όμως η κατάσταση εκτονωθεί νωρίτερα, πιστεύω ότι θα επιστρέψουμε σε πιο φυσιολογικά επίπεδα όσον αφορά το ενεργειακό κόστος».
Παράλληλα, σημείωσε ότι η εταιρεία έχει ήδη λάβει μέτρα για να περιορίσει την έκθεσή της στη μεταβλητότητα των ενεργειακών τιμών. «Μπορώ να πω ότι σχεδόν το 40% των συμβολαίων μας στο φυσικό αέριο είναι αντισταθμισμένο. Όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια, κινούμαστε πλέον στην αγορά των PPA. Έχουμε συμβόλαια με έργα ηλιακής και αιολικής ενέργειας ώστε να μειώσουμε τη μέση τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας και να βελτιώσουμε το κόστος μας μέσω αυτών των κινήσεων».
Σταθερή ζήτηση αλλά περιορισμένη ορατότητα
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές για το 2026, η διοίκηση της ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι η ζήτηση δεν αναμένεται να διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με το 2025, αν και η γεωπολιτική αστάθεια περιορίζει την ορατότητα για την πορεία της αγοράς.
«Παρά τη συνεχιζόμενη μακροοικονομική αβεβαιότητα και το υψηλό ενεργειακό κόστος που μπορεί να συνεχίσει να επηρεάζει τη λειτουργική κερδοφορία, η εταιρεία παραμένει συγκρατημένα αισιόδοξη», τόνισε ο κ. Γιαζιτζόγλου απαντώντας σε σχετική ερώτηση του newmoney.
Όπως σημείωσε, η εικόνα της ζήτησης παραμένει διαφοροποιημένη ανά αγορά. «Δεν βλέπουμε σημαντικές αλλαγές το 2026 σε σχέση με το 2025. Υπάρχουν ορισμένες αγορές που εμφανίζουν σταθερή ανάπτυξη, όπως η συσκευασία ή τα data centers. Υπάρχουν όμως και άλλες αγορές που παραμένουν πιο αδύναμες και υποτονικές».
Ιδιαίτερα θετική δυναμική καταγράφεται σε τομείς όπως η συσκευασία, που αποτελεί τον βασικό πυλώνα ζήτησης για το αλουμίνιο, καθώς και στις εφαρμογές που σχετίζονται με ενεργειακά δίκτυα και κέντρα δεδομένων, οι οποίες ενισχύουν τη ζήτηση για προϊόντα χαλκού. Όπως σημειώθηκε στη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης, η ανάπτυξη των επενδύσεων σε data centers στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί σήμερα έναν από τους βασικούς μοχλούς ζήτησης, με τη διοίκηση να εκτιμά ότι η τάση αυτή θα ενισχυθεί σταδιακά και στην Ευρώπη.
Οι δασμοί και το πρόβλημα με το scrap
Σημαντικές αναταράξεις προκάλεσαν το 2025 και οι εμπορικοί δασμοί στις Ηνωμένες Πολιτείες για προϊόντα αλουμινίου και χαλκού, οι οποίοι αυξήθηκαν στο 50%. Όπως εξήγησε η διοίκηση της εταιρείας, η μεγαλύτερη επίπτωση δεν ήταν τόσο η μείωση των πωλήσεων προς τις ΗΠΑ όσο οι επιπτώσεις που προκάλεσαν στην αγορά πρώτων υλών στην Ευρώπη. «Το μεγαλύτερο ζήτημα σε σχέση με τους δασμούς δεν ήταν τόσο η μείωση των ποσοτήτων στις πωλήσεις προς τις ΗΠΑ, αλλά οι διαταραχές που αντιμετωπίσαμε στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην αγορά scrap», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Γιαζιτζόγλου.
Όπως εξήγησε, οι υψηλότερες τιμές στις ΗΠΑ οδήγησαν μεγάλες ποσότητες scrap από την Ευρώπη προς την αμερικανική αγορά. «Οι τιμές στις ΗΠΑ αυξήθηκαν επειδή το scrap δεν υπαγόταν στους δασμούς και οι Αμερικανοί παραγωγοί αγόρασαν μεγάλες ποσότητες από την Ευρώπη σε υψηλότερες τιμές. Οι ευρωπαίοι προμηθευτές κατεύθυναν το μεγαλύτερο μέρος των ποσοτήτων τους στις ΗΠΑ και έτσι βιώσαμε σημαντική έλλειψη scrap στην Ευρώπη».
Παρά τη μείωση των πωλήσεων προς τις ΗΠΑ, ο όμιλος κατάφερε να διατηρήσει τον συνολικό όγκο πωλήσεων, ανακατευθύνοντας προϊόντα σε άλλες αγορές και αντισταθμίζοντας σε μεγάλο βαθμό την επίπτωση των δασμών.
Προσεκτική στάση στις επενδύσεις
Σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις, η διοίκηση εμφανίστηκε προσεκτική για το 2026, σημειώνοντας ότι δεν υπάρχουν άμεσα σχέδια για νέες μεγάλες επενδύσεις. «Προς το παρόν δεν έχουμε κάποιο νέο μεγάλο επενδυτικό σχέδιο για το 2026. Πιστεύω ότι αυτή είναι η συνετή στάση για μια εταιρεία, δεδομένων των γεωπολιτικών εντάσεων και της αβεβαιότητας στις αγορές», είπε ο αναπληρωτής οικονομικός διευθυντής. Όπως εξήγησε, ο όμιλος ολοκλήρωσε τα προηγούμενα χρόνια έναν μεγάλο επενδυτικό κύκλο και προς το παρόν εστιάζει σε μικρότερες βελτιωτικές επενδύσεις και συντήρηση εγκαταστάσεων.
Η στάση αυτή, σύμφωνα με τη διοίκηση, συνδέεται και με τη διατήρηση ισχυρών ταμειακών ροών μετά την ολοκλήρωση των σημαντικών επενδύσεων των προηγούμενων ετών.
Περιορισμένη η ζήτηση από την άμυνα
Απαντώντας επίσης σε ερώτηση του newmoney για την πιθανή αύξηση της ζήτησης από τον αμυντικό τομέα, ο κ. Γιαζιτζόγλου σημείωσε ότι η εταιρεία διαθέτει τεχνογνωσία και παραγωγική δυνατότητα για σχετικές εφαρμογές, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί ουσιαστική μεταβολή. «Όσον αφορά την αυξημένη ζήτηση από τον αμυντικό τομέα, θα έλεγα ότι ήδη έχουμε κάποια παρουσία στον χώρο της άμυνας. Ωστόσο δεν πρόκειται για κάτι σημαντικό σε σύγκριση με άλλες αγορές», σημείωσε προσθέτοντας: «Παρόλα αυτά δεν βλέπουμε κάτι ουσιαστικό να συμβαίνει προς το παρόν σε αυτόν τον τομέα. Ακούμε για ανακοινώσεις, αλλά δεν βλέπουμε κάποια σημαντική κινητικότητα.»
Ερωτηθείς επίσης από το newmoney για πιθανές συμφωνίες στην Ουκρανία, ο αναπληρωτής οικονομικός διευθυντής της εταιρείας σημείωσε ότι δεν έχει γνώση συγκεκριμένων σχεδίων σε αυτή τη φάση.
Τα αποτελέσματα
Υπενθυμίζεται ότι ο όμιλος ανακοίνωσε για το 2025 πωλήσεις ύψους 3,6 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 5,1% σε σχέση με το 2024, με τον όγκο πωλήσεων να διαμορφώνεται στους 600 χιλ. τόνους.
Η οργανική λειτουργική κερδοφορία (a-EBITDA) διαμορφώθηκε στα 236 εκατ. ευρώ, παραμένοντας ουσιαστικά σταθερή σε σχέση με το προηγούμενο έτος, παρά τις πιέσεις από το ενεργειακό κόστος και τις διακυμάνσεις στις πρώτες ύλες.
Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 109,5 εκατ. ευρώ, ενώ ο καθαρός δανεισμός μειώθηκε στα 605 εκατ. ευρώ, με τον όμιλο να εμφανίζει ισχυρές ταμειακές ροές και βελτιωμένο ισολογισμό.