Πληθαίνουν οι ενδείξεις για επικείμενη αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ στη συνεδρίαση της μεθεπόμενης εβδομάδας, καθώς η ραγδαία αύξηση των τιμών της ενέργειας ασκεί πληθωριστικές πιέσεις σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Η Isabel Schnabel, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της κεντρικής τράπεζας και σταθερά υπέρμαχη μιας πιο περιοριστικής πολιτικής, δήλωσε ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να αυξήσει τα επιτόκια τον επόμενο μήνα, ακόμη και αν επιτευχθεί άμεσα συμφωνία στη Μέση Ανατολή. «Δεδομένου του μεγέθους και της διάρκειας του τρέχοντος σοκ, κατά τη γνώμη μου η στάση αναμονής δεν αποτελεί πλέον επιλογή», δήλωσε στο Reuters. «Από τη σημερινή οπτική, πιστεύω ότι θα χρειαστεί αύξηση των επιτοκίων τον Ιούνιο».
Σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της ΕΚΤ την Τρίτη, η Schnabel ανέφερε ότι «ακόμη και αν ο πόλεμος τελείωνε σήμερα, έχει ήδη προκληθεί μεγάλη ζημιά στις ενεργειακές υποδομές και στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού». «Επομένως, ακόμη και τότε, πιστεύω ότι θα ήταν απαραίτητη μια αντίδραση της νομισματικής πολιτικής», δήλωσε στη συνέντευξη που δόθηκε στις 21 Μαΐου. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι η ΕΚΤ δεν θα πρέπει να δεσμευτεί πέραν του Ιουνίου.
Οι αγορές προβλέπουν αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, αν και ορισμένοι αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που ενέχει μια υπερβολικά περιοριστική πολιτική, δεδομένων των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου.
Επικαιροποίηση των σεναρίων
Στη συνεδρίαση της ΕΚΤ (10-11 Ιουνίου), αναμένεται επίσης η δημοσίευση νέων προβλέψεων με επικαιροποίηση των τριών σεναρίων — του βασικού, του δυσμενούς και του ακραίου. Οι προβλέψεις αυτές αναμένεται να παίξουν καθοριστικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα επόμενα βήματα της ΕΚΤ.
«Οσον αφορά τη διάρκεια του ενεργειακού, έχουμε στην πραγματικότητα ξεπεράσει το δυσμενές σενάριο, το οποίο προέβλεπε ταχεία ομαλοποίηση των τιμών του πετρελαίου», δήλωσε η Schnabel, η οποία θεωρείται το μεγαλύτερο «γεράκι» του Διοικητικού Συμβουλίου. «Με ιστορικά κριτήρια, αυτή η κρίση είναι πολύ μεγάλη», πρόσθεσε
Σε αντίθεση με ορισμένους από τους πιο μετριοπαθείς συναδέλφους της, η Schnabel αναφέρθηκε στις πρώτες ενδείξεις δευτερογενών επιπτώσεων. «Παρατηρούμε αυξανόμενα σημάδια ότι επέκτασης της κρίσης και σε άλλα προϊόντα του καλαθιού κατανάλωσης», ανέφερε. Η Schnabel προειδοποίησε επίσης κατά του εφησυχασμού που προκαλούν τα μέχρι τώρα ευνοϊκά στοιχεία για τις μισθολογικές αυξήσεις.
«Αν περιμένουμε να εμφανιστούν οι δευτερογενείς επιδράσεις στα συγκεκριμένα στοιχεία για τους μισθούς, σίγουρα θα είναι πολύ αργά», επισήμανε, ενώ τόνισε επίσης ότι η εξέταση μόνο του γενικού πληθωρισμού θα μπορούσε να είναι παραπλανητική μετά από ένα σοκ στις τιμές της ενέργειας.
«Αυτό που έχει πραγματικά σημασία για τις προοπτικές μας όσον αφορά τον πληθωρισμό είναι ο δομικός πληθωρισμός», είπε. «Βλέπω σημαντικούς ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό των βιομηχανικών αγαθών εκτός ενέργειας σε σχέση με τις προβλέψεις μας του Μαρτίου».
Πάντως, η ίδια θεωρεί ότι «δεδομένης της μεγάλης διάρκειας του σοκ, ότι η αρνητική επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη θα είναι επίσης ισχυρότερη». Συνολικά όμως, η Schnabel πιστεύει πως η αξιοπιστία της ΕΚΤ έγκειται στην καταπολέμηση της έξαρσης του πληθωρισμού.
Οι δευτερογενείς συνέπειες
Στο ίδιο πλαίσιο ήταν και οι δηλώσεις του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, Philip Lane, ο οποίος ανέφερε ότι η ΕΚΤ πιθανότατα θα αναθεωρήσει προς τα πάνω τις τριμηνιαίες προβλέψεις της για τον πληθωρισμό τον επόμενο μήνα, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν διατηρεί τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα.
«Πιθανότατα θα προβούμε σε περαιτέρω αναθεώρηση προς τα πάνω της πρόβλεψης για τον πληθωρισμό τον Ιούνιο», ανέφερε ο Ιρλανδός αξιωματούχος στη συνέντευξη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 19 Μαΐου. «Είναι επίσης αλήθεια ότι οι τιμές του πετρελαίου πιθανότατα θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις μας του Μαρτίου», πρόσθεσε.
Η ΕΚΤ προβλέπει επί του παρόντος πληθωρισμό 2,6% για το 2026. Η πιο πρόσφατη μηνιαία έρευνα της Bloomberg μεταξύ οικονομολόγων προβλέπει αύξηση των τιμών καταναλωτή κατά 2,9% φέτος.
Ο Lane δήλωσε ότι ο ίδιος και οι συνάδελφοί του «αναμένουν έμμεσες επιπτώσεις πέραν των τιμών της ενέργειας», προειδοποιώντας ότι η μετατροπή ενός ενεργειακού σοκ σε ένα ευρύτερο πρόβλημα πληθωρισμού θα αποτελούσε «σοβαρό ζήτημα».
Τέλος, το απερχόμενο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Villeroy de Galhau, εκτίμησε ότι η απότομη αύξηση του κόστους της ενέργειας δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλους τομείς της οικονομίας της Ευρωζώνης. «Μέχρι στιγμής, δεν έχουμε δει ακόμη αυτό το φαινόμενο διάχυσης, αλλά είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί όσον αφορά τον κίνδυνο αύξησης των προσδοκιών για τον πληθωρισμό», δήλωσε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Le Figaro. «Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις μπορούν να μας εμπιστευτούν ότι θα επαναφέρουμε τον πληθωρισμό στο 2% μεσοπρόθεσμα — δεν θα διστάσουμε να λάβουμε μέτρα για να το επιτύχουμε αυτό, αν χρειαστεί».
Ο Villeroy θα αποσυρθεί από τη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας τον Ιούνιο. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα βρίσκεται πλέον στο αξίωμα για τη συνεδρίαση στις 10-11 Ιουνίου στη Φρανκφούρτη.