Η κυβέρνηση εξετάζει την αύξηση – έως και τον διπλασιασμό – του ΕΝΦΙΑ στα κλειστά ακίνητα που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των servicers, στέλνοντας σαφές μήνυμα επιτάχυνσης της διάθεσής τους στην αγορά. Από την πλευρά τους, οι servicers δεν έχουν κανένα στρατηγικό λόγο να διακρατούν ακίνητα που τους επιβαρύνουν με σημαντικά κόστη και δεν αποφέρουν άμεσες ταμειακές ροές.
Τα ακίνητα έχουν αποκτηθεί, κατά μέσο όρο, στο 30% της εμπορικής τους αξίας, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε πώληση πάνω από τις τιμές κτήσης μπορεί να οδηγήσει σε υψηλά κεφαλαιακά κέρδη. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, η πραγματικότητα απέχει από το θεωρητικό σενάριο ταχείας ρευστοποίησης.
Κομβικό ρόλο παίζουν τα νομικά “αγκάθια” που συνοδεύουν πολλά ακίνητα: εκκρεμείς αγωγές, τριτανακοπές και λοιπά βάρη που καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικά χρονοβόρα τη μεταβίβασή τους. Παράλληλα, μεγάλος αριθμός ακινήτων είναι ατακτοποίητος ή δεν διαθέτει ηλεκτρονική ταυτότητα, απαιτώντας πρόσθετες διαδικασίες και δαπάνες πριν καταστούν εμπορεύσιμα.
Κόστος διακράτησης και γραφειοκρατία
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, το κόστος διακράτησης – από τη στιγμή του πλειστηριασμού έως την τελική πώληση – κυμαίνεται μεταξύ 9% και 27% της αξίας του ακινήτου για διάστημα περίπου 18 μηνών. Το βάρος αυτό περιλαμβάνει φόρους, έξοδα κτηματολογίου και λοιπές διοικητικές επιβαρύνσεις. Όσο μικρότερη είναι η αξία του ακινήτου, τόσο μεγαλύτερη είναι η σχετική επιβάρυνση, καθώς πολλά από τα κόστη είναι ίδια ανεξαρτήτως μεγέθους ή αξίας.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι η εκτεταμένη γραφειοκρατία, την οποία οι servicers δυσκολεύονται να διαχειριστούν με τους ρυθμούς που απαιτεί η αγορά και οι πολιτικές πιέσεις.
Τα χαρτοφυλάκια και οι στόχοι διάθεσης
Η Intrum Hellas, μέσω της REOc (Real Estate Owned Company), διαχειρίζεται περίπου 11.000 ακίνητα (χωρίς αποθήκες και γκαράζ περί τις 8.500). Από αυτά, περίπου 5.000 είναι οικιστικά, με τα μισά – 2.500 ακίνητα συνολικής αξίας 350 εκατ. ευρώ – να αναμένεται να διατεθούν στην αγορά έως το τέλος του 2025, ενώ τα υπόλοιπα προβλέπεται να απορροφηθούν σταδιακά έως το 2027.
Η Cepal θα προωθήσει κατά προτεραιότητα 750 οικιστικά ακίνητα που είναι επιλέξιμα για το πρόγραμμα «Σπίτι μου», ενώ συνολικά σκοπεύει να διαθέσει στην αγορά 1.500–2.000 ακίνητα εντός του 2026, ενισχύοντας το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών.
Η doValue δρομολογεί τη διάθεση 800 ακινήτων έως το τέλος του 2026, ενώ μέσω πλειστηριασμών θα προωθήσει συνολικά 12.000 οικιστικά ακίνητα. Από το 2021, η doValue Real Estate Services έχει ήδη διαθέσει στην αγορά πάνω από 13.000 ακίνητα, συνολικής αξίας 1,6 δισ. ευρώ, εκ των οποίων σχεδόν το 60% αφορά οικιστικά ακίνητα.
Η εξίσωση είναι σαφής: φορολογική πίεση, υψηλό κόστος και γραφειοκρατία. Το αν ο διπλός ΕΝΦΙΑ θα λειτουργήσει ως καταλύτης για ταχύτερη διάθεση ακινήτων ή θα επιβαρύνει περαιτέρω ένα ήδη δύσκαμπτο σύστημα, παραμένει ανοικτό. Το βέβαιο είναι ότι χωρίς απλοποίηση διαδικασιών, η αγορά δύσκολα θα απορροφήσει γρήγορα τον όγκο των ακινήτων που παραμένει “κλειδωμένος” στα χαρτοφυλάκια των servicers.
Διαβάστε ακόμη:
- Διπλός κίνδυνος από τη Γροιλανδία για την Ευρώπη, λέει η Morningstar DBRS
- Κρυπτονομίσματα: Γιατί το 2025 αποδείχθηκε έτος καταστροφής
- Μίσιγκαν: Kαραμπόλα με 100 οχήματα σε χιονισμένο αυτοκινητόδρομο – Δείτε βίντεο
- Netflix: Νέα προσφορά «όλα σε μετρητά» για την Warner Bros – Κλιμακώνεται η σύγκρουση με Paramount