Η Ελλάδα υπολόγισε σωστά την τιμή στην οποία επαναγόρασε τους τίτλους που συνδέονται με το ΑΕΠ (GDP-linked warrants) πέρυσι, αποφάνθηκε δικαστήριο του Λονδίνου την Τετάρτη, επιλύοντας μια μακροχρόνια διαμάχη σχετικά με την επαναγορά χρέους από την κυβέρνηση.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε από το δικαστήριο να εκδώσει απόφαση για το ζήτημα, αφού η διαχειρίστρια (trustee) Wilmington Trust και μια ομάδα πιστωτών υποστήριξαν ότι η τιμή που τους καταβλήθηκε ήταν χαμηλότερη από την αγοραία αξία, ζημιώνοντας τους επενδυτές.

Ένας δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου του Λονδίνου δήλωσε ότι ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) υπολόγισε σωστά τις σχετικές τιμές, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που ορίζεται στα έγγραφα της έκδοσης του χρέους.

Η υπόθεση αποτελεί άλλη μία περίπτωση της διαμάχης που μπορούν να προκαλέσουν οι τίτλοι που συνδέονται με το ΑΕΠ. Διάφοροι όροι, ανώτατα όρια, ρήτρες ενεργοποίησης και υποκείμενα οικονομικά μεγέθη μπορούν να καταστήσουν αυτούς τους τίτλους δύσκολους στην αποτίμηση και, ως εκ τούτου, μη ρευστοποιήσιμους, καθιστώντας κάθε υπολογισμό της αγοραίας τιμής αντικείμενο συζήτησης.

Οι τίτλοι που συνδέονται με το ΑΕΠ είναι ουσιαστικά αξιόγραφα που αποδίδουν κέρδη μόλις η οικονομική ανάπτυξη ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο. Έχουν χρησιμοποιηθεί κυρίως από την Αργεντινή και την Ουκρανία ως «δέλεαρ» για τους πιστωτές στις αναδιαρθρώσεις του χρέους τους. Οι ελληνικοί τίτλοι εκδόθηκαν το 2012 ως μέρος της αναδιάρθρωσης «μαμούθ» του χρέους της χώρας (PSI).

Πέρυσι, η ελληνική κυβέρνηση αγόρασε το σύνολο των τίτλων που συνδέονται με το ΑΕΠ για περίπου 156 εκατ. ευρώ. Η κίνηση αυτή ενδεχομένως της εξοικονόμησε εκατοντάδες εκατομμύρια, καθώς θα έπρεπε να αρχίσει να καταβάλλει τόκους για τους τίτλους το 2027, εάν η ελληνική οικονομία παρέμενε σε πορεία επίτευξης ορισμένων στόχων.

Αν και δεν συμμετείχε άμεσα στη διαδικασία, μια ομάδα πιστωτών υπό τη συμβουλή της White & Case ανέφερε σε ξεχωριστή επιστολή ότι είχε στοιχεία για να επικαλεστεί «πρόδηλο σφάλμα» και «κακή πίστη» εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, σύμφωνα με την απόφαση. Υποστήριξαν ότι η κυβέρνηση χρησιμοποίησε μόνο τιμές από δύο εγχώριες τράπεζες και θα έπρεπε να γνωρίζει ότι οι τιμές στην πλατφόρμα συναλλαγών δεν αντανακλούσαν τις «πραγματικές τιμές της αγοράς».

«Αυτοί οι ισχυρισμοί απλώς είναι άστοχοι», έγραψε ο δικαστής, τονίζοντας ότι η εστίαση πρέπει να είναι στον τρόπο με τον οποίο ορίστηκε η τιμή αγοράς στα επίσημα έγγραφα. «Κανένα άλλο νούμερο δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ακόμη και αν μπορούσε να αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία ότι αντιστοιχούσε καλύτερα στην “τιμή αγοράς” ή στις πραγματικές τιμές των συναλλαγών», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με την απόφαση, μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων επιβεβαίωσαν ακόμη ότι η τιμή που υπολόγισε η ελληνική κυβέρνηση «δεν ήταν ουσιωδώς χαμηλότερη» από την τιμή στην οποία διαπραγματεύονταν οι τίτλοι σε κάθε περίπτωση.

Η τιμή αγοράς για τους τίτλους προσδιορίστηκε από τις τιμές προσφοράς και ζήτησης που υποβλήθηκαν σε μια πλατφόρμα δευτερογενούς διαπραγμάτευσης, γνωστή ως ΗΔΑΤ. Παρόλο που οι τιμές για τους ελληνικούς τίτλους ΑΕΠ είναι ακόμα διαθέσιμες στην ΗΔΑΤ, από τον Αύγουστο του 2019 οι τίτλοι δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο συναλλαγών στην πλατφόρμα.

Ωστόσο, το δικαστήριο ενημερώθηκε ότι οι τιμές που παρείχαν οι δύο κύριες τράπεζες-διαπραγματευτές στην πλατφόρμα ήταν δεσμευτικές, δηλαδή τιμές στις οποίες ήταν όντως προετοιμασμένες να αγοράσουν και να πουλήσουν.

«Χαιρετίζουμε την απόφαση του αγγλικού Ανώτατου Δικαστηρίου και τη σαφήνεια που παρέχει στους κατόχους και στην ευρύτερη αγορά», δήλωσε ο Δημήτριος Τσάκωνας, γενικός διευθυντής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) και συμπλήρωσε: «Η απόφαση επιβεβαιώνει τη δέσμευση της Ελλάδας να ενεργεί με καλή πίστη και σύμφωνα με το ισχύον συμβατικό πλαίσιο».

Διαβάστε ακόμη: