Η επιστροφή της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς σε τροχιά αναβάθμισης, σε συνδυασμό με τη δυναμική πιστωτική επέκταση και την ανθεκτικότητα των τραπεζικών αποτελεσμάτων, δημιουργεί ένα νέο επενδυτικό αφήγημα. Παρά τη σημαντική άνοδο των τραπεζικών μετοχών, οι συνθήκες παραμένουν ευνοϊκές για νέες τοποθετήσεις, καθώς η δημιουργία αξίας φαίνεται να βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Πιστωτική ανάπτυξη και κερδοφορία πάνω από τις προσδοκίες

Οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες κατέγραψαν ισχυρή λειτουργική επίδοση, ξεπερνώντας συστηματικά τις προβλέψεις, με τις δύο αγορές να ξεχωρίζουν σε επίπεδο δραστηριότητας. Ειδικά στην Ελλάδα, η πιστωτική επέκταση ξεπέρασε το 10%, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Deutsche Bank.

Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, η οποία έρχεται να καλύψει ένα μακροχρόνιο επενδυτικό κενό. Κατά την εκτίμηση του οίκου, το υπόβαθρο αυτό καθιστά την πιστωτική ανάπτυξη διατηρήσιμη, επιτρέποντας ταχύτερη του αναμενόμενου ανάκαμψη των καθαρών εσόδων από τόκους (NII). Παράλληλα, ενισχύονται οι προοπτικές μελλοντικής κερδοφορίας ανά μετοχή (EPS), με στήριξη από την άνοδο των προμηθειών, τη βελτιωμένη λειτουργική αποδοτικότητα και τη μείωση των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις.

Από αδύναμος κρίκος σε ευρωπαϊκή εξαίρεση

Η Deutsche Bank εκτιμά ότι οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες μπορούν να διατηρηθούν ως «ακραία θετικές περιπτώσεις» στο ευρωπαϊκό τραπεζικό τοπίο. Η πρόοδος είναι συνεχής σε τομείς όπου στο παρελθόν υστερούσαν, κυρίως στην ποιότητα του ενεργητικού και στην κεφαλαιακή επάρκεια.

Παρότι η αγορά έχει ήδη αποτιμήσει μέρος αυτής της βελτίωσης μέσω έντονης ανόδου των μετοχών, ο οίκος θεωρεί ότι οι τρέχουσες αποτιμήσεις δεν ενσωματώνουν πλήρως τη μελλοντική δημιουργία αξίας. Στο κάδρο περιλαμβάνεται και η δυνατότητα υψηλότερων αποδόσεων κεφαλαίου προς τους μετόχους.

Γιατί οι επιφυλάξεις εξαντλούνται

Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount, με τον μέσο δείκτη P/E να βρίσκεται περίπου 20% χαμηλότερα από τον αντίστοιχο του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, με βάση τις εκτιμήσεις για το 2027. Σύμφωνα με τη Deutsche Bank, αυτό συνδέεται εν μέρει με τον περιορισμένο επενδυτικό ενδιαφέρον που απορρέει από την κατάταξη της Ελλάδας στις αναδυόμενες αγορές.

Ωστόσο, η αναμενόμενη αναβάθμιση του MSCI σε ανεπτυγμένη αγορά (DM) το 2026 εκτιμάται ότι θα διευρύνει σημαντικά τη δεξαμενή των επενδυτών, λειτουργώντας ως καταλύτης για περαιτέρω re-rating.

Παράγοντες που στο παρελθόν προκαλούσαν ανησυχία, όπως η υψηλή ευαισθησία των καθαρών εσόδων από τόκους στις μεταβολές των επιτοκίων, έχουν πλέον αμβλυνθεί. Η Deutsche Bank εκτιμά ότι τα NII θα ευθυγραμμιστούν στενά με την πιστωτική ανάπτυξη. Η επαναφορά της εισφοράς υπέρ των σχολικών ταμείων θεωρείται διαχειρίσιμη και ενδεχομένως λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι ευρύτερης φορολόγησης του κλάδου, ενώ ο διακανονισμός των στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο αναμένεται να έχει αμελητέα καθαρή επίπτωση.

Το re-rating παραμένει μπροστά

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο οίκος εκτιμά ότι επίκειται περαιτέρω σχετική ανατίμηση, καθώς οι εναπομείνασες ανησυχίες δεν επαρκούν πλέον για να ανακόψουν τη σαφή τροχιά ενίσχυσης των ελληνικών τραπεζών.

Οι κορυφαίες επιλογές

Στο πλαίσιο αυτό, η Deutsche Bank διατηρεί θετική στάση για τις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες και σύσταση Αγορά (Buy) για όλες όσες καλύπτει. Κορυφαία επιλογή παραμένει η Eurobank, με σύσταση Buy και νέα τιμή-στόχο τα 4,10 ευρώ, καθώς προσφέρει το μεγαλύτερο περιθώριο υπέρβασης των εκτιμήσεων, χάρη στη δυναμική οργανική ανάπτυξη και τη στρατηγική σε εξαγορές και συγχωνεύσεις.

Διαβάστε ακόμη: