Στον χάρτη των μεγάλων επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων επιχειρεί να τοποθετήσει τις υποδομές της η ΔΕΗ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι παγκόσμιοι τεχνολογικοί γίγαντες αναζητούν επειγόντως νέες γεωγραφικές θέσεις για να στηρίξουν την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, των υπηρεσιών cloud και συνολικά της ψηφιακής οικονομίας.

Μέσα από το νέο πενταετές επιχειρησιακό της σχέδιο και ενόψει της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ύψους 4 δισ. ευρώ, η εταιρεία αποκαλύπτει μια στρατηγική που υπερβαίνει τα όρια του κλάδου της ενέργειας, συνδέοντας ηλεκτρική ισχύ, διαθέσιμη γη, δίκτυα και κρίσιμες υποδομές σε ένα ενιαίο αναπτυξιακό μοντέλο με στόχο τη δημιουργία νέων πηγών εσόδων και υπεραξίας.

Ο κορεσμός στις ώριμες αγορές και η νέα ευκαιρία για την Ελλάδα

Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Η ΔΕΗ εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή αγορά κέντρων δεδομένων εισέρχεται σε φάση ισχυρής ανισορροπίας ανάμεσα στη ζήτηση και στην προσφορά. Σύμφωνα με την παρουσίαση που έκανε προχθές η διοίκηση στους αναλυτές, η ζήτηση στην Ευρώπη αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 14 γιγαβάτ το 2025 σε 28 γιγαβάτ έως το 2030, δηλαδή να διπλασιαστεί μέσα σε μία πενταετία. Ωστόσο, τα έργα που βρίσκονται σήμερα υπό κατασκευή αντιστοιχούν μόλις σε 2,7 γιγαβάτ, γεγονός που δημιουργεί σημαντικό επενδυτικό κενό.

Για να εξηγήσει πού βρίσκεται η ευκαιρία, η ΔΕΗ χωρίζει την ευρωπαϊκή αγορά σε τρεις ζώνες. Η πρώτη αφορά τους ώριμους παραδοσιακούς κόμβους, όπως Φρανκρούφτη, Λονδίνο, Άμστρενταμ, Παρίσι και Δουβλίνο. Πρόκειται για τις πιο ανεπτυγμένες αγορές data centers στην Ευρώπη, οι οποίες όμως αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρό κορεσμό: έλλειψη διαθέσιμης ισχύος, ακριβή γη, μεγάλες ουρές αναμονής και καθυστερήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν ακόμη και τη δεκαετία.

Η δεύτερη ζώνη αφορά αγορές εγγύτητας, όπως Μαδρίτη, Μιλάνο, Βαρσοβία και Βερολίνο. Οι πόλεις αυτές εξυπηρετούν μεγάλες τοπικές αγορές, όμως και εκεί αυξάνονται οι περιορισμοί σε ισχύ, χώρο και αδειοδοτήσεις.

Η τρίτη ζώνη είναι οι νέες αναδυόμενες αγορές, όπου η ΔΕΗ εντάσσει τη Νότια Ευρώπη και την Ελλάδα. Εκεί βλέπει το μεγάλο παράθυρο ευκαιρίας για το επόμενο κύμα επενδύσεων, ιδιαίτερα για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και μεγάλων εγκαταστάσεων data center που χρειάζονται τεράστια ισχύ και μεγάλες εκτάσεις, αλλά όχι απαραίτητα γειτνίαση με τα ιστορικά κέντρα της Βόρειας Ευρώπης.

H θέση της Ελλάδας αναβαθμίζεται ταχύτατα στον χάρτη των ψηφιακών υποδομών λόγω της διέλευσης νέων διεθνών τηλεπικοινωνιακών καλωδίων, όπως τα BlueMed, 2Africa, Medusa, EMC και Thetis, που ενώνουν την Ευρώπη με την Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει σημαντικά την ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, καθώς προσφέρει υψηλή συνδεσιμότητα, χαμηλότερους χρόνους απόκρισης και στρατηγική θέση για εξυπηρέτηση πολλών αγορών ταυτόχρονα.

Γιατί η Κοζάνη είναι στο επίκεντρο

Σε αυτό το κομβικό σημείο εισέρχεται η Κοζάνη. Η ΔΕΗ παρουσιάζει την περιοχή ως ιδανικό τόπο ανάπτυξης για μεγάλα campus κέντρων δεδομένων, καθώς συνδυάζει όλα όσα λείπουν από τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές: άφθονη διαθέσιμη γη, ισχυρές ενεργειακές υποδομές, συνδέσεις υψηλής τάσης, βιομηχανικές εκτάσεις και δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης νέας παραγωγικής ισχύος από φωτοβολταϊκά, μπαταρίες, φυσικό αέριο και αντλησιοταμίευση.

Η σημασία της Κοζάνης είναι και συμβολική και ουσιαστική. Η περιοχή που επί δεκαετίες στήριξε την ηλεκτροπαραγωγή της χώρας μέσω του λιγνίτη καλείται τώρα να μετατραπεί σε κόμβο της ψηφιακής οικονομίας. Εκεί όπου υπήρχαν ορυχεία και λιγνιτικές μονάδες, η ΔΕΗ θέλει να εγκαταστήσει υποδομές που θα τροφοδοτούν την τεχνητή νοημοσύνη, το υπολογιστικό νέφος και τις νέες ψηφιακές υπηρεσίες.

Τα τέσσερα σενάρια ανάπτυξης

Στους αναλυτές ο κ. Στάσσης ξεδίπλωσε τους τέσσερις πιθανούς σχεδιασμούς για την επέκταση της ΔΕΗ στην νέα δραστηριότητα, για την οποία σε πρώτη φάση σχεδιάζεται επένδυση ύψους 1,2 δισεκατομμυρίων. Ο πρώτος προβλέπει την ανάπτυξη και πώληση «ηλεκτροδοτούμενης γης». Σε αυτό το μοντέλο, η ΔΕΗ αξιοποιεί εκτάσεις που διαθέτει, εξασφαλίζει άδειες, σύνδεση με το δίκτυο και βασικές υποδομές, ώστε να παραδίδει σε επενδυτές έτοιμα οικόπεδα για άμεση ανάπτυξη. Πρόκειται ουσιαστικά για αξιοποίηση γης με υψηλή υπεραξία, καθώς η πρόσβαση σε διαθέσιμη ηλεκτρική ισχύ αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο σπάνια αγαθά στην ευρωπαϊκή αγορά.

Η δεύτερη μορφή είναι η ανάπτυξη, κατασκευή και πώληση του κελύφους του κέντρου δεδομένων μαζί με την ενεργειακή υποστήριξη. Δηλαδή η ΔΕΗ μπορεί να παραδώσει όχι μόνο το οικόπεδο, αλλά και το κτίριο με τις βασικές ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, αφήνοντας στον πελάτη την εγκατάσταση του τεχνολογικού εξοπλισμού.

Η τρίτη επιλογή είναι το μοντέλο μίσθωσης ή κατασκευής κατά παραγγελία. Σε αυτή την περίπτωση, η εταιρεία διατηρεί την ιδιοκτησία των μηχανολογικών και κτιριακών υποδομών και τις εκμισθώνει σε μεγάλους πελάτες, όπως διεθνείς τεχνολογικούς ομίλους, δημιουργώντας σταθερά και μακροχρόνια έσοδα.

Η τέταρτη και πιο σύνθετη μορφή είναι η παροχή ολοκληρωμένων υποδομών, όπου η ΔΕΗ μπορεί να προσφέρει από γη και ισχύ έως λειτουργικές υπηρεσίες εγκατάστασης. Με απλά λόγια, μέσω αυτού του μοντέλου επιδιώκει να γίνει στρατηγικός εταίρος των τεχνολογικών κολοσσών που αναζητούν χώρο και ενέργεια στην Ευρώπη, δημιουργώντας μια νέα αγορά μακροχρόνιων συμβολαίων, σταθερών εσόδων και υψηλών αποδόσεων.

Τα στοιχεία του έργου στην Κοζάνη

Σύμφωνα με το σχέδιο για την ανάπτυξη της αντίστοιχης υποδομής στην Κοζάνη, η πρώτη φάση προβλέπει ανάπτυξη κέντρου δεδομένων ισχύος 300 μεγαβάτ που θα λειτουργήσει έως το τέλος του 2028. Η εγκατάσταση θα αναπτυχθεί τμηματικά, μέσα από τέσσερις ανεξάρτητες μονάδες των 75 μεγαβάτ, δίνοντας στη ΔΕΗ τη δυνατότητα να προσαρμόζει τον ρυθμό ανάπτυξης ανάλογα με τη ζήτηση και τις συμφωνίες με πελάτες.

Η εταιρεία, ωστόσο, δεν σταματά εδώ. Σύμφωνα με το business plan της πενταετίας σχεδιάζεται η επέκταση του έργου σε 1 γιγαβάτ σε επόμενη φάση, ενώ στο συνολικό σχεδιασμό εμφανίζεται προοπτική ακόμη και για 2 γιγαβάτ εγκατεστημένης ισχύος μακροπρόθεσμα. Αν επιβεβαιωθεί ένα τέτοιο μέγεθος, θα πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες αναπτύξεις κέντρων δεδομένων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη με την διοίκηση να προβλέπει λειτουργικά κέρδη περίπου 170 εκατ. ευρώ ετησίως το 2030.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην τεχνική υποδομή της εγκατάστασης. Η ΔΕΗ αναφέρει ότι το έργο σχεδιάζεται ως υπερσύγχρονο κέντρο δεδομένων με υψηλές ενεργειακές αποδόσεις, δείκτη ενεργειακής αποδοτικότητας 1,2 και δυνατότητα προσαρμογής είτε για ανάγκες τεχνητής νοημοσύνης είτε για κλασικές υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους. Οι χώροι θα είναι ευέλικτοι, ώστε να εξυπηρετούν διαφορετικούς τύπους πελατών και φορτίων.

Το κρίσιμο πλεονέκτημα που αναδεικνύει η διοίκηση είναι η ενεργειακή αυτονομία του έργου. Η εγκατάσταση θα τροφοδοτείται μέσω συνδυασμού υποδομών της ΔΕΗ, όπως φωτοβολταϊκά, συστήματα αποθήκευσης, αντλησιοταμίευση και νέες μονάδες φυσικού αερίου, ενώ θα υπάρχει και ισχυρή σύνδεση με το δίκτυο υψηλής τάσης. Με αυτόν τον τρόπο, η εταιρεία θεωρεί ότι μπορεί να προσφέρει στους πελάτες χαμηλότερο και πιο προβλέψιμο ενεργειακό κόστος σε σχέση με άλλες αγορές της Ευρώπης.

Η διοίκηση αποκάλυψε επίσης ότι έχει ήδη προχωρήσει σε εμπιστευτικές συζητήσεις με μεγάλους διεθνείς παρόχους τεχνολογίας, οι οποίοι αναζητούν νέα σημεία εγκατάστασης στην Ευρώπη.

Οι πρώην λιγνιτικές περιοχές θεωρούνται ιδανικές για τέτοιες επενδύσεις γιατί διαθέτουν έτοιμη ηλεκτρική υποδομή, βιομηχανικό χαρακτήρα, μεγάλες συνεχόμενες εκτάσεις και πολιτική στήριξη για μετάβαση σε νέο παραγωγικό μοντέλο. Επιπλέον, μπορούν να προσφέρουν κάτι σπάνιο στην ευρωπαϊκή αγορά: μεγάλες ποσότητες ισχύος σε έναν ενιαίο χώρο.

Διαβάστε ακόμη: