Σε κρίσιμο μονοπάτι βαδίζει η διαπραγμάτευση για τη στήριξη της ελληνικής ενεργοβόρας βιομηχανίας, καθώς το «ιταλικό μοντέλο» κρατικής ενίσχυσης που είχε προτείνει ο ΣΕΒ έχει απορριφθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή οδηγώντας την Αθήνα στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

Η απόρριψη της πρότασης από τις Βρυξέλλες κλείνει οριστικά τον δρόμο για την άμεση υιοθέτηση του συγκεκριμένου μηχανισμού και αναγκάζει την ελληνική πλευρά να επανεξετάσει το πλαίσιο στήριξης της βιομηχανίας, με βασικό εργαλείο πλέον την αντιστάθμιση του κόστους ρύπων.

Η απόρριψη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του μηχανισμού που είχε κοινοποιηθεί στην ΕΕ τον Δεκέμβριο από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, ως «κόπια» της Ιταλικής στήριξης των ενεργοβόρων επιχειρήσεων ανατρέπει τη στρατηγική που είχε τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, βάζοντας ευθέως υπό αμφισβήτηση το βασικό εργαλείο που είχε προκρίνει η ελληνική πλευρά.

Το αποτέλεσμα είναι η μετάθεση κρίσιμων αποφάσεων στον χρόνο και η επιστροφή σε ένα πιο στενό, αυστηρά ελεγχόμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο, με τη βιομηχανία να καλείται να περιμένει χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα.

Κατά τις εκτιμήσεις και λαμβάνοντας υπόψη τους χρόνους που απαιτούνται για τις σχετικές εγκρίσεις της Κομισιόν, ακόμη και σε αποφάσεις με τις οποίες η ίδια συμφωνεί – πόσο μάλλον σε μέτρα στήριξης της βιομηχανίας όπου διαπιστώνονται σοβαρές αποκλίσεις – το εξάμηνο θεωρείται τουλάχιστον το ελάχιστο χρονικό διάστημα.

Το «ιταλικό μοντέλο» είχε ξεκινήσει να σχεδιάζεται πριν ακόμη υιοθετηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο το νέο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων, γνωστό ως Clean Industrial State Aid Framework (CSAF). Η ρύθμιση δεν κοινοποιήθηκε στην ΕΕ ωστόσο η Ρώμη έλαβε από τις Βρυξέλλες ένα comfort letter, δηλαδή μια άτυπη έγκριση με σαφείς επιφυλάξεις και «αστερίσκους».

Με βάση τον μηχανισμό, η ενίσχυση μέσω του CSAF μπορεί να καλύπτει έως το 50% της ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας των επιλέξιμων ενεργοβόρων βιομηχανιών και να οδηγεί σε μείωση της τιμής ρεύματος έως 50%, υπό την προϋπόθεση ότι η τελική τιμή δεν διαμορφώνεται κάτω από τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Παράλληλα, οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν την ενίσχυση υποχρεούνται να επανεπενδύουν τουλάχιστον το 50% του ποσού σε δράσεις πράσινης μετάβασης, όπως έργα ΑΠΕ, συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, παρεμβάσεις βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας ή εφαρμογές διαχείρισης ζήτησης, ενισχύοντας τον αναπτυξιακό χαρακτήρα του μέτρου.

Γιατί απορρίπτεται το ιταλικό μοντέλο

Σύμφωνα με αρμόδιες κυβερνητικές πηγές αν το ιταλικό μοντέλο γενικευτεί και εφαρμοστεί και σε άλλες χώρες, υπό την πίεση αντίστοιχων αιτημάτων, δεν αποκλείεται να τεθεί συνολικά υπό αμφισβήτηση – ακόμη και να οδηγήσει σε ακύρωση του μέτρου και για την ίδια την Ιταλία.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η Κομισιόν ξεκαθαρίζει ότι η έγκριση δόθηκε στους Ιταλούς επειδή το μέτρο είχε ήδη ξεκινήσει σε προγενέστερο χρόνο. Παράλληλα, όμως, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στη θέσπιση ενός νέου, ενιαίου μοντέλου – του CSAF – το οποίο καλούνται πλέον να ακολουθήσουν όλα τα κράτη-μέλη.

Η ελληνική προσέγγιση, όπως περιγράφεται από τις ίδιες πηγές, κινείται σε διαφορετικό επίπεδο. «Δεν ζητάμε βελτιώσεις στο CSAF», σημειώνουν χαρακτηριστικά, «αλλά λέμε στην Κομισιόν να το αφήσει στην άκρη και να εγκρίνει ένα διαφορετικό μοντέλο». Πρόκειται για μια στρατηγική που ανεβάζει τον βαθμό δυσκολίας της διαπραγμάτευσης, καθώς η Ελλάδα καλείται να αιτιολογήσει γιατί ζητά εξαίρεση από ένα πλαίσιο το οποίο, παρά τις ενστάσεις, αποδέχονται οι υπόλοιπες χώρες.

Ενδεικτική του νέου ευρωπαϊκού κλίματος είναι και η στάση της Γερμανίας. Παρά την έντονη πίεση που ασκεί η ενεργειακή κρίση στη γερμανική βιομηχανία, το Βερολίνο επιλέγει να κινηθεί εντός των ορίων του CSAF, επιδιώκοντας τεχνικές βελτιώσεις και προσαρμογές, όχι ανοιχτή σύγκρουση με την Κομισιόν. Η επιλογή αυτή περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών για χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες καλούνται να αιτιολογήσουν γιατί ζητούν ειδική μεταχείριση την ώρα που οι μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ συμμορφώνονται με το κοινό πλαίσιο.

Αντιπαράθεση ΣΕΒ και ΕΒΙΚΕΝ για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας και στη μέση η κυβέρνηση

Η αντιστάθμιση

Για την ελληνική πλευρά, το βάρος μετατοπίζεται πλέον αναγκαστικά στην αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους ρύπων, έναν μηχανισμό που είναι ήδη εγκεκριμένος και δεν εγείρει ζητήματα κρατικών ενισχύσεων. Και εξ αυτού του λόγου βρίσκει αντίθετη την ελληνική βιομηχανία που θεωρεί ότι αποτελεί ένα κεκτημένο της.

Πρόκειται για ένα μέτρο μέσω του οποίου το κράτος επιστρέφει στις επιλέξιμες ενεργοβόρες βιομηχανίες μέρος του έμμεσου κόστους που προκαλεί το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (ETS) στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.

Το κόστος αυτό προκύπτει επειδή οι ηλεκτροπαραγωγοί ενσωματώνουν στα τιμολόγια ρεύματος το κόστος αγοράς δικαιωμάτων CO₂, αυξάνοντας έτσι το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας, ακόμη και αν η ίδια δεν εκπέμπει άμεσα ρύπους.

Το υφιστάμενο σύστημα αντιστάθμισης έμμεσου κόστους CO₂, λειτουργεί βάσει συγκεκριμένων συντελεστών εκπομπών (emission factors)Η Ελλάδα, λόγω της μετάβασης από τον λιγνίτη στο φυσικό αέριο, εμφανίζει σήμερα υψηλότερο συντελεστή σε σχέση με το παρελθόν, γεγονός που αρχικά δημιούργησε την εικόνα απώλειας πόρων για τη βιομηχανία.

Ωστόσο, σύμφωνα με αρμόδιες κυβερνητικές πηγές, η αύξηση αυτή δεν εφαρμόζεται απότομα, αλλά σταδιακά ως το 2030 ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις στις επιχειρήσεις.

Η αντιστάθμιση χρηματοδοτείται από τα έσοδα του Δημοσίου από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων CO₂ και καταβάλλεται εκ των υστέρων, με βάση την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, την τιμή του άνθρακα και συντελεστές έντασης ανά κλάδο.

Σήμερα έως 20% των εσόδων ETS κατευθύνεται στην αντιστάθμιση, ενώ το θεσμικό όριο που μπορεί να αξιοποιήσει το ΥΠΕΝ ανέρχεται στο 25%, επιτρέποντας πρόσθετη ενίσχυση της τάξης των 50 εκατ. ευρώ ετησίως.

Ο μηχανισμός στοχεύει στην αποφυγή διαρροής άνθρακα και λειτουργεί συμπληρωματικά με τα νέα βιομηχανικά τιμολόγια, μειώνοντας το καθαρό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τους πλέον ενεργοβόρους κλάδους.

Ωστόσο, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές με γνώση των διαβουλεύσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ξεκαθαρίσει ότι τα κράτη-μέλη δεν μπορούν να εφαρμόζουν σωρευτικά ενίσχυση μέσω του CSAF και ταυτόχρονα τον μηχανισμό αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους ρύπων για τις ίδιες κατηγορίες επιχειρήσεων. Η λογική των Βρυξελλών είναι ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε διπλή στήριξη για το ίδιο κόστος, υπερβαίνοντας τα όρια που θέτουν οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

Η διευκρίνιση αυτή προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις επιλογές της ελληνικής πλευράς, καθώς καθιστά σαφές ότι η προσφυγή στο CSAF δεν λειτουργεί συμπληρωματικά με την αντιστάθμιση, αλλά ανταγωνιστικά προς αυτήν. Με άλλα λόγια, η υιοθέτηση ενός σχήματος τύπου CSAF θα σήμαινε πρακτικά τον περιορισμό ή ακόμη και την απώλεια της αντιστάθμισης, ενός μηχανισμού που θεωρείται χαμηλού ρίσκου και ήδη ενεργοποιημένος.

«Πέφτουν» κι άλλο τα πράσινα τιμολόγια ρεύματος - «Κυριαρχεί» η ΔΕΗ με μερίδιο 50%

Οι επιλογές

Οι πρόσφατες αλλαγές στις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές δημιουργούν περιθώρια προσαρμογών, τόσο στους συντελεστές εκπομπών όσο και στα ποσοστά ανάκτησης, με στόχο να ενισχυθεί το τελικό όφελος για τη βιομηχανία χωρίς να παραβιάζονται οι ευρωπαϊκοί κανόνες.

Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, η αντιστάθμιση αποτελεί εργαλείο χαμηλού ρίσκου και δυνητικά σημαντικού μεγέθους, με το ετήσιο ύψος της για την Ελλάδα να εκτιμάται σε επίπεδα άνω των 200 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τις τιμές των ρύπων και την παραγωγική δραστηριότητα.

Έτσι, το πολιτικό δίλημμα γίνεται ολοένα και πιο καθαρό: είτε η Ελλάδα θα κινηθεί αυστηρά εντός του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου, αξιοποιώντας στο έπακρο την αντιστάθμιση και τις επιτρεπόμενες προσαρμογές της, είτε θα επιχειρήσει μια πιο επιθετική διαπραγμάτευση πάνω στις αρχές των Ιταλών με αβέβαιη έκβαση και αυξημένο ρίσκο απόρριψης.

Ο τρίτος δρόμος είναι να εκμεταλλευτεί την δυσαρέσκεια που υπάρχει από μεγάλες χώρες όπως η Γερμανία για το ισχύον πλαίσιο στήριξης του CSAF ευελπιστώντας σε διαφοροποίηση του μηχανισμού. Σε κάθε περίπτωση, το βέβαιο είναι ότι η άμεση λύση που προσδοκούσε η βιομηχανία απομακρύνεται, αφήνοντας ανοιχτό το ζήτημα του ενεργειακού κόστους σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών πιέσεων.

Διαβάστε ακόμη: