Από τη Νίκαια και την Ακτή Αμάλφι μέχρι το Κούσκο, αιώνες μοναστικής ζωής μετατρέπονται σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα προϊόντα της παγκόσμιας πολυτελούς φιλοξενίας
Κάποτε πίσω από αυτούς τους πέτρινους τοίχους άνθρωποι αναζητούσαν την απομόνωση, κοιμούνταν σε λιτά κελιά και περνούσαν τις ημέρες τους μακριά από τον θόρυβο του κόσμου. Σήμερα, στους ίδιους διαδρόμους κυκλοφορούν ταξιδιώτες που έχουν πληρώσει εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες ευρώ για μία νύχτα, τα παλιά κελιά έχουν μετατραπεί σε πολυτελείς σουίτες και εκεί όπου κάποτε υπήρχαν χώροι μοναστικής εργασίας συναντά κανείς spa, εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας και πισίνες.
Τα παλιά μοναστήρια αποκτούν μια δεύτερη ζωή και μαζί δημιουργούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες τάσεις της διεθνούς ξενοδοχειακής βιομηχανίας. Από τη Γαλλία και την Ιταλία μέχρι το Περού, ιστορικά θρησκευτικά συγκροτήματα που έχασαν την αρχική τους χρήση αποκαθίστανται και μετατρέπονται σε boutique hotels και ξενοδοχεία πολυτελείας, χωρίς όμως να εξαφανίζουν τα ίχνη της προηγούμενης ζωής τους.
Η ιδέα μπορεί αρχικά να ακούγεται παράδοξη, στην πραγματικότητα όμως ταιριάζει απόλυτα με όσα αναζητά ένα αυξανόμενο κομμάτι της αγοράς πολυτελών ταξιδιών. Ο εύπορος ταξιδιώτης δεν αρκείται πλέον απαραίτητα σε ένα μεγάλο δωμάτιο, μια εντυπωσιακή πισίνα ή ένα ακριβό lobby. Αναζητά κάτι που δεν μπορεί να βρει στο διπλανό ξενοδοχείο και κυρίως κάτι που δεν μπορεί να αντιγραφεί.
Ένα καινούργιο resort μπορεί να κατασκευαστεί σχεδόν οπουδήποτε. Ένα μοναστήρι τεσσάρων αιώνων όχι. Κανείς δεν μπορεί να παραγγείλει σε έναν αρχιτέκτονα τέσσερις αιώνες ιστορίας, ούτε να κατασκευάσει από την αρχή την αίσθηση που δημιουργούν μια φθαρμένη πέτρινη σκάλα, μια εσωτερική αυλή ή ένας διάδρομος που χρησιμοποιήθηκε από γενιές μοναχών. Και αυτή ακριβώς η σπανιότητα μετατρέπεται πλέον σε μέρος της αξίας ενός ξενοδοχείου.

Η νέα πολυτέλεια είναι η σιωπή
Για δεκαετίες η ξενοδοχειακή πολυτέλεια ταυτίστηκε με την υπερβολή. Μεγαλύτερες σουίτες, περισσότερες πισίνες, περισσότερο μάρμαρο, περισσότερες υπηρεσίες και εγκαταστάσεις. Τα τελευταία χρόνια, όμως, ένα διαφορετικό μοντέλο κερδίζει έδαφος. Ο σύγχρονος ταξιδιώτης υψηλών εισοδημάτων εξακολουθεί να θέλει άνεση, αλλά αναζητά παράλληλα ιδιωτικότητα, αυθεντικότητα, ηρεμία και την αίσθηση ότι βρίσκεται σε έναν τόπο που δεν μοιάζει με κανέναν άλλο.
Σε έρευνα της αμερικανικής εταιρείας τεχνολογίας πληρωμών Flywire σε περισσότερους από 500 Αμερικανούς ταξιδιώτες της κατηγορίας luxury, το 80% δήλωσε ότι σχεδίαζε να αυξήσει τον ταξιδιωτικό του προϋπολογισμό, ενώ το 97% θεωρούσε πιθανό να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι με στόχο τη μείωση του άγχους ή την αποσύνδεση από τη συνηθισμένη καθημερινότητα.
Η έρευνα ασφαλώς δεν περιγράφει ολόκληρη την παγκόσμια τουριστική αγορά. Φωτίζει όμως πολύ καλά το κοινό στο οποίο απευθύνονται αρκετά από αυτά τα ξενοδοχεία. Οι εύποροι ταξιδιώτες δεν σταμάτησαν να επιθυμούν την πολυτέλεια. Άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο την ορίζουν.
Σε έναν κόσμο γεμάτο ειδοποιήσεις, οθόνες, μουσική, κίνηση και μόνιμη διαθεσιμότητα, η ησυχία αποκτά αξία. Και ίσως γι’ αυτό τα μοναστήρια αποδεικνύονται τόσο κατάλληλα για τη νέα εποχή της φιλοξενίας. Κατασκευάστηκαν εξαρχής ως χώροι απομόνωσης, περισυλλογής και εσωτερικής ζωής. Οι ξενοδόχοι δεν χρειάστηκε να επινοήσουν αυτή την ατμόσφαιρα. Την κληρονόμησαν.

Όταν η ιστορία γίνεται μέρος της τιμής του δωματίου
Πίσω από τον ρομαντισμό υπάρχει βέβαια και μια πολύ συγκεκριμένη επιχειρηματική λογική. Τα ιστορικά κτίρια είναι εξαιρετικά δύσκολα και ακριβά στην αποκατάσταση. Μπορεί να κρύβουν στατικά προβλήματα, αρχαιολογικούς περιορισμούς και δυσκολίες στην εγκατάσταση σύγχρονων ηλεκτρολογικών, υδραυλικών και ξενοδοχειακών υποδομών. Τα υλικά πρέπει συχνά να είναι ειδικά και οι παρεμβάσεις περιορισμένες, ενώ κάθε αλλαγή πρέπει να σέβεται το ιστορικό κέλυφος.
Αυτό που αποτελεί πρόβλημα για τον επενδυτή γίνεται όμως, όταν το έργο ολοκληρωθεί σωστά, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά πλεονεκτήματα του ακινήτου. Κανείς άλλος δεν μπορεί να δημιουργήσει ακριβώς το ίδιο ξενοδοχείο. Η περιορισμένη προσφορά δωματίων ενισχύει την αίσθηση αποκλειστικότητας, ενώ spa, εστιατόρια, γάμοι, retreats και προγράμματα ευεξίας μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετες πηγές εσόδων.
Κάπως έτσι, τα κελιά γίνονται σουίτες και η απομόνωση μετατρέπεται σε υπηρεσία πολυτελείας.

Από τη Γαλλία στο Περού: Τέσσερα μοναστήρια που άρχισαν δεύτερη ζωή
Hôtel du Couvent, Γαλλία: Τέσσερις αιώνες σιωπής στην καρδιά της Νίκαιας
Λίγα λεπτά μακριά από τον κοσμοπολίτικο θόρυβο της Κυανής Ακτής βρίσκεται ένα ξενοδοχείο που μοιάζει να λειτουργεί με εντελώς διαφορετικό ρυθμό. Το Hôtel du Couvent στην παλιά πόλη της Νίκαιας στεγάζεται σε ένα ιστορικό μοναστηριακό συγκρότημα του οποίου η ιστορία ξεκινά στις αρχές του 17ου αιώνα.
Τα παλιά κελιά και οι χώροι της μοναστικής ζωής φιλοξενούν σήμερα 88 δωμάτια και σουίτες, εστιατόρια, πισίνες και λουτρά εμπνευσμένα από τη ρωμαϊκή παράδοση. Στους χώρους του διατηρούνται παλιά αντικείμενα και έργα τέχνης, ενώ οι κήποι, οι οπωρώνες, οι λαχανόκηποι και τα αρωματικά φυτά συνεχίζουν με έναν διαφορετικό τρόπο τη μοναστηριακή σχέση με την καλλιέργεια της γης.
Η μεταμόρφωση μόνο εύκολη δεν ήταν. Για να φτάσει το ιστορικό συγκρότημα στη σημερινή του μορφή χρειάστηκε περίπου μία δεκαετία, ενώ το project συνδέθηκε με μακροχρόνια μίσθωση από τον Δήμο της Νίκαιας, αντιπαραθέσεις και μια επένδυση που έχει αναφερθεί ότι πλησίασε τα 100 εκατ. ευρώ. Με 88 δωμάτια, το κόστος της επένδυσης αντιστοιχεί σε περισσότερο από ένα εκατομμύριο ευρώ ανά δωμάτιο.
Όταν άνοιξε τις πόρτες του, τον Ιούνιο του 2024, οι τιμές ξεκινούσαν από περίπου 390 ευρώ, ενώ για τις μεγαλύτερες σουίτες μπορούσαν να φτάσουν σε αρκετές χιλιάδες ευρώ τη βραδιά. Εδώ ο επισκέπτης δεν πληρώνει μόνο για να βρίσκεται σε μία από τις πιο δημοφιλείς περιοχές της Γαλλικής Ριβιέρας. Πληρώνει για να κοιμηθεί μέσα σε τέσσερις αιώνες ιστορίας.
Monastero Santa Rosa, Ιταλία: Μόλις 20 δωμάτια πάνω από τη θάλασσα
Στην Ακτή Αμάλφι, ανάμεσα στο Αμάλφι και το Ποζιτάνο, το Monastero Santa Rosa μοιάζει να ισορροπεί πάνω στον βράχο της Conca dei Marini. Το κτίριο δημιουργήθηκε στα τέλη του 17ου αιώνα ως μοναστήρι και η εντυπωσιακή θέση του πάνω από τον Κόλπο του Σαλέρνο αρκεί για να εξηγήσει γιατί σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα μικρά ξενοδοχεία της περιοχής.
Το μοναστήρι είχε μετατραπεί σε ξενοδοχείο ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά αργότερα εγκαταλείφθηκε. Η σύγχρονη ιστορία του ξεκίνησε το 2000, όταν η Αμερικανίδα Bianca Sharma ταξίδευε με σκάφος στην περιοχή και είδε το παλιό συγκρότημα να δεσπόζει πάνω στον βράχο. Το αγόρασε και ακολούθησαν περισσότερα από δέκα χρόνια εργασιών αποκατάστασης.
Το 2012 άνοιξε ξανά ως ένα εξαιρετικά μικρό ξενοδοχείο, με μόλις 20 δωμάτια και σουίτες. Το παλιό οινοποιείο των μοναχών μετατράπηκε σε spa, ενώ μια εντυπωσιακή πισίνα δημιουργεί την αίσθηση ότι αιωρείται πάνω από τη Μεσόγειο. Οι θολωτές οροφές, οι πέτρινες καμάρες και τα ανοίγματα του κτιρίου εξακολουθούν να θυμίζουν τη μοναστηριακή του καταγωγή.
Η μικρή δυναμικότητα θα μπορούσε θεωρητικά να θεωρηθεί μειονέκτημα. Στην πραγματικότητα αποτελεί μέρος της αξίας του. Όταν υπάρχουν μόνο 20 δωμάτια σε ένα ιστορικό μοναστήρι πάνω από την Ακτή Αμάλφι, η έλλειψη διαθεσιμότητας γίνεται μέρος της πολυτέλειας. Οι τιμές μπορούν να ξεπεράσουν τα 1.000 ευρώ ανά διανυκτέρευση και να κινηθούν σημαντικά υψηλότερα ανάλογα με την περίοδο και την κατηγορία του δωματίου.
Monasterio, Περού: Ίνκας, μοναχοί και πολυτέλεια στα 3.400 μέτρα
Στο Κούσκο του Περού, την παλιά πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των Ίνκας, η ιστορία είναι ακόμη πιο σύνθετη. Το σημερινό Monasterio βρίσκεται σε ένα συγκρότημα που συνδέει διαφορετικές ιστορικές εποχές, καθώς ανεγέρθηκε πάνω σε θεμέλια που σχετίζονται με την εποχή των Ίνκας και στη συνέχεια απέκτησε τη μορφή που συνδέθηκε με την ισπανική αποικιακή περίοδο.
Από τα τέλη του 16ου αιώνα το κτίριο χρησιμοποιήθηκε για την εκπαίδευση κληρικών, ενώ μετά τον μεγάλο σεισμό του 1650 ανοικοδομήθηκε. Αιώνες αργότερα, το 1965, ξεκίνησε η νέα του ζωή ως ξενοδοχείο.
Σήμερα το ιστορικό συγκρότημα αποτελεί πολυτελές κατάλυμα της Belmond και διατηρεί πολλά στοιχεία της προηγούμενης ζωής του. Πέτρινες καμάρες, ξύλινα δοκάρια, παραδοσιακά δάπεδα και έργα θρησκευτικής τέχνης συνυπάρχουν με τις υπηρεσίες ενός σύγχρονου luxury hotel, ενώ στο ιστορικό περιστύλιο δεσπόζει ένας κέδρος των Άνδεων ηλικίας περίπου 300 ετών.
Υπάρχει όμως και μία λεπτομέρεια που θυμίζει ότι το Κούσκο βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από τη Νίκαια ή το Αμάλφι. Η πόλη βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 3.400 μέτρων και ορισμένα δωμάτια του ξενοδοχείου προσφέρουν δυνατότητα εμπλουτισμού του αέρα με οξυγόνο, ώστε οι επισκέπτες να προσαρμόζονται ευκολότερα στις συνθήκες του μεγάλου υψομέτρου.
Στην περίπτωση του Monasterio, η πολυτέλεια δεν δημιουργήθηκε εξαφανίζοντας το παρελθόν. Δημιουργήθηκε αξιοποιώντας το. Ο επισκέπτης δεν μένει απλώς σε ένα ακριβό ξενοδοχείο του Κούσκο. Μένει σε έναν χώρο όπου διαφορετικοί πολιτισμοί και αιώνες ιστορίας βρίσκονται ο ένας πάνω στον άλλο.
Abbazia San Pietro in Valle, Ιταλία: Ύπνος σε ένα αβαείο με ιστορία αιώνων
Στην Ούμπρια, μακριά από την τουριστική ένταση της Ακτής Αμάλφι, η Abbazia San Pietro in Valle παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας τάσης. Το ιστορικό αβαείο βρίσκεται μέσα στο πράσινο της κοιλάδας του Νέρα και ο πρώτος μοναστηριακός πυρήνας του ανάγεται στον 8ο αιώνα.
Το συγκρότημα πέρασε το 1917 στην οικογένεια Costanzi, η οποία ξεκίνησε μια μακρά προσπάθεια διάσωσης και αποκατάστασής του. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και το αβαείο άνοιξε ως ιστορικός ξενώνας, διατηρώντας μεγάλο μέρος του χαρακτήρα που είχε αποκτήσει στη διάρκεια των αιώνων.
Σήμερα διαθέτει μόλις 21 δωμάτια και σουίτες, ενσωματωμένα στα παλιά μοναστηριακά κτίρια. Οι πέτρινες καμάρες, οι αναλογίες των παλιών χώρων και τα παραδοσιακά έπιπλα διατηρούν την αίσθηση ότι ο επισκέπτης δεν βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο που προσπαθεί να μοιάσει παλιό, αλλά σε ένα πραγματικά ιστορικό κτίριο που απέκτησε καινούργια χρήση.
Οι τιμές του δεν πλησιάζουν απαραίτητα εκείνες των υπερπολυτελών ξενοδοχείων της Ακτής Αμάλφι ή της Κυανής Ακτής. Η εμπορική λογική όμως είναι παρόμοια: το δωμάτιο δεν πωλείται μόνο του. Μαζί του πωλείται και η ιστορία του τόπου.
Γιατί τα μοναστήρια έγιναν ιδανικά για τη νέα εποχή των ταξιδιών
Υπάρχει κάτι σχεδόν ειρωνικό σε αυτή τη νέα τουριστική τάση. Τα μοναστήρια δημιουργήθηκαν ως χώροι στους οποίους ο άνθρωπος απομακρυνόταν από την κατανάλωση, την επίδειξη και τα εγκόσμια. Αιώνες αργότερα, ορισμένα από αυτά γίνονται χώροι στους οποίους η απομάκρυνση από τα εγκόσμια προσφέρεται ως μία από τις ακριβότερες μορφές ταξιδιωτικής εμπειρίας.
Η επιτυχία τους όμως δείχνει κάτι σημαντικό για το πώς αλλάζει η έννοια της πολυτέλειας. Η πολυτέλεια δεν βρίσκεται πλέον αποκλειστικά στο πόσο μεγάλο είναι ένα δωμάτιο ή πόσα αντικείμενα υπάρχουν μέσα σε αυτό. Μπορεί να βρίσκεται στην ησυχία μιας εσωτερικής αυλής, σε έναν πέτρινο τοίχο που στέκεται εκεί επί αιώνες ή στην αίσθηση ότι για λίγες ημέρες ο επισκέπτης μπορεί πραγματικά να εξαφανιστεί από τον εξωτερικό κόσμο.
Τα μοναστήρια είχαν σχεδιαστεί ακριβώς γι’ αυτό. Για να κρατούν τον θόρυβο έξω και τη σκέψη μέσα. Η σύγχρονη ξενοδοχειακή βιομηχανία δεν χρειάστηκε να κατασκευάσει αυτή την εμπειρία από το μηδέν. Χρειάστηκε να αποκαταστήσει τα κτίρια, να προσθέσει τη σύγχρονη άνεση και τελικά να ανακαλύψει πόσο είναι διατεθειμένος να πληρώσει κάποιος για κάτι που επί αιώνες δεν είχε τιμή: τη σιωπή.
Κάποτε ένας άνθρωπος αποσυρόταν σε ένα μοναστηριακό κελί για να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Σήμερα ένας ταξιδιώτης μπορεί να πληρώσει εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες ευρώ τη νύχτα για να κάνει σχεδόν το ίδιο πράγμα, γνωρίζοντας βέβαια ότι το πρωί τον περιμένουν ένα πολυτελές πρωινό, ένα spa και ίσως μια πισίνα με θέα στη Μεσόγειο.
Η σιωπή ήταν δωρεάν για αιώνες. Ήταν μάλλον θέμα χρόνου μέχρι κάποιος να της βάλει τιμή.
Διαβάστε ακόμη:
- Ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητά συμμαχίες και ετοιμάζει σκληρή αντεπίθεση στην ΕΛ.Α.Σ
- Το λάθος που κάνουν οι περισσότεροι με το κομμένο καρπούζι
- Mr Jones x Rocky Beeson: Το σατιρικό ρολόι που μετατρέπει την αναμονή σε τέχνη
- ΑΑΔΕ: 12.000 ειδοποιητήρια σε όσους δηλώνουν λίγα και ξοδεύουν πολλά – Ποιες δαπάνες «χτυπούν καμπανάκι»
