Ο «χρυσός κανόνας» των οκτώ ωρών ύπνου φαίνεται πως δεν είναι τόσο απόλυτος όσο πιστεύαμε, καθώς νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι οι πραγματικές ανάγκες του οργανισμού διαφέρουν σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Για δεκαετίες, σύμφωνα με τον Ιndependent, οι οκτώ ώρες αποτελούσαν σχεδόν συνώνυμο του «σωστού» ύπνου για έναν ενήλικα. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αντίληψη έχει πολύ παλαιότερες ρίζες και συνδέεται με την ιδέα του 19ου αιώνα για τον διαχωρισμό της ημέρας σε οκτώ ώρες εργασίας, οκτώ ώρες ελεύθερου χρόνου και οκτώ ώρες ξεκούρασης.
Τα νεότερα επιστημονικά στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι δεν υπάρχει ένας αριθμός που να λειτουργεί ως ιδανικός για όλους.
Ερευνητές έχουν εξετάσει, μεταξύ άλλων, τις συνήθειες ύπνου κοινοτήτων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, των οποίων ο τρόπος ζωής επηρεάζεται πολύ λιγότερο από τον τεχνητό φωτισμό και τις σύγχρονες τεχνολογίες. Σε κοινότητες στην Τανζανία, τη Ναμίμπια και τη Βολιβία καταγράφηκε διάρκεια νυχτερινού ύπνου μεταξύ 5,7 και 7,1 ωρών.
Μάλιστα, οι άνθρωποι αυτοί δεν φαίνεται να αναπλήρωναν συστηματικά τον λιγότερο νυχτερινό ύπνο με μεγάλους υπνάκους μέσα στην ημέρα, ενώ χωρίς ξυπνητήρια συνήθιζαν να ξυπνούν περίπου την αυγή. Άλλη ανάλυση υπολόγισε τη μέση διάρκεια ύπνου σε προβιομηχανικές κοινωνίες στις 6,4 ώρες.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι οκτώ ώρες είναι «υπερβολικές». Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν γνωρίζουμε εάν οι συνθήκες ζωής αυτών των πληθυσμών μπορούν να συγκριθούν άμεσα με εκείνες των ανθρώπων στις σύγχρονες κοινωνίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, πάντως, μεγάλες έρευνες που εξετάζουν τη σχέση μεταξύ ύπνου και υγείας. Πρόσφατη μελέτη, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν απεικονίσεις εγκεφάλου και σώματος αλλά και μοριακοί δείκτες, υπολόγισε ότι η βέλτιστη διάρκεια ύπνου μπορεί να κυμαίνεται περίπου από 6,4 έως 7,8 ώρες, ανάλογα με το φύλο και το όργανο του σώματος που εξετάζεται.
Παράλληλα, τόσο ο πολύ λίγος όσο και ο υπερβολικά πολύς ύπνος έχουν συσχετιστεί σε μελέτες με προβλήματα όπως καρδιαγγειακές παθήσεις, εγκεφαλικό επεισόδιο, παχυσαρκία και γνωστική εξασθένηση. Παραμένει, ωστόσο, ασαφές εάν ο πολύς ύπνος προκαλεί προβλήματα υγείας ή αποτελεί πρώιμη ένδειξη μιας ήδη υπάρχουσας κατάστασης.
Οι επίσημες συστάσεις αφήνουν επίσης σημαντικό περιθώριο διαφοροποίησης. Για τους ενήλικες ηλικίας 26 έως 64 ετών προτείνονται συνήθως επτά έως εννέα ώρες ύπνου, ενώ για ορισμένους ανθρώπους μπορεί να είναι κατάλληλο ένα εύρος από έξι έως δέκα ώρες.
Και δεν έχει σημασία μόνο το πόσο κοιμόμαστε, αλλά και το πότε. Ο τεχνητός φωτισμός έχει μετατοπίσει το βιολογικό μας ρολόι, ενώ η ακανόνιστη διάρκεια και ώρα ύπνου έχει επίσης συνδεθεί με χειρότερους δείκτες υγείας.
Διαβάστε ακόμη:
- Η «μαύρη» αλήθεια πίσω από το οικονομικό αφήγημα της κυβέρνησης
- JP Morgan: Πάνω από 1 δισ. δολάρια στις ελληνικές μετοχές από τον STOXX Europe 600
- Το παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου και ο ρόλος της Meridiam
- Τριετίες: «Ξεκλειδώνουν» αυξήσεις το 2027 – Ποιοι θα πάρουν πάνω από 1.000 ευρώ