Με φόντο την ασφυκτική πίεση στο στεγαστικό κόστος και τη διαρκή μείωση της διαθέσιμης προσφοράς κατοικιών, η κυβέρνηση ετοιμάζει το νέο πρόγραμμα «Ανακαινίζω», το οποίο, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, αναμένεται να ανοίξει τον Ιούνιο και να αποτελέσει μία από τις πιο κρίσιμες παρεμβάσεις στη μάχη για την κατοικία. Το νέο σχήμα δεν φιλοδοξεί απλώς να επιδοτήσει ορισμένες τεχνικές εργασίες, αλλά να λειτουργήσει ως ένα συνολικό εργαλείο στεγαστικής πολιτικής, φέρνοντας ξανά στην αγορά παλαιές, κλειστές ή υποβαθμισμένες κατοικίες. Η επίσημη κυβερνητική γραμμή κάνει λόγο για δράση ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ, με επιδότηση για ανακαίνιση ιδιωτικών, παλαιών, κλειστών και ανοικτών κατοικιών.

Το πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα του μέτρου είναι σαφές. Η κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι παρεμβαίνει εκεί όπου πονά περισσότερο η κοινωνία, δηλαδή στο κόστος της στέγης, την ώρα που η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις πιο πιεσμένες χώρες της Ευρώπης. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat, το 2024 η χώρα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό επιβάρυνσης στέγασης στην ΕΕ: 36% του διαθέσιμου εισοδήματος κατευθύνεται κατά μέσο όρο στη στέγη, ενώ η Ελλάδα έχει και το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών με σοβαρή υπερεπιβάρυνση στεγαστικού κόστους, πάνω από το όριο του 40% του εισοδήματος, τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο.

Δύο σκέλη, μία λογική

Η βασική φιλοσοφία του νέου «Ανακαινίζω» είναι ότι δεν θα πρόκειται για ένα χαλαρό σχήμα με αποσπασματικές παρεμβάσεις. Αντιθέτως, ο σχεδιασμός που έχει περιγραφεί από την κυβέρνηση παραπέμπει σε ένα πρόγραμμα με διπλή στόχευση: από τη μία η ουσιαστική ανακαίνιση του ακινήτου και από την άλλη η ενεργειακή του αναβάθμιση. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δείχνει ότι το κράτος δεν θέλει απλώς να «φρεσκάρει» κατοικίες, αλλά να διαμορφώσει σπίτια λειτουργικά, κατοικήσιμα και ενεργειακά καλύτερα.

Στο επίκεντρο μπαίνουν οι βασικές εργασίες που κρατούν σήμερα χιλιάδες διαμερίσματα εκτός αγοράς: ηλεκτρολογικά, υδραυλικά, αποκατάσταση φθορών, μπάνια, κουζίνες, δάπεδα, βαψίματα, αλλά και παρεμβάσεις που βελτιώνουν τη θερμική συμπεριφορά του ακινήτου. Η λογική είναι απλή: αν το πρόγραμμα καλύπτει μόνο το «λίφτινγκ», δεν θα αλλάξει την εικόνα. Αν, όμως, επιδοτεί τον πραγματικό πυρήνα του κόστους, τότε οι ιδιοκτήτες θα έχουν ισχυρό κίνητρο να μπουν στη διαδικασία.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να πετύχει η νέα εκδοχή. Η επίσημη αναφορά του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μιλά ρητά για επιδότηση που ξεκινά από το 70% και φτάνει έως το 95%, με στόχο την ενίσχυση νοικοκυριών με χαμηλά αλλά και μεσαία εισοδήματα που δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους για να αξιοποιήσουν την περιουσία τους.

Γενναία επιδότηση για να κινηθούν οι ιδιοκτήτες

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με παλαιότερες προσπάθειες. Το νέο εργαλείο επιχειρεί να ξεφύγει από τη λογική της περιορισμένης βοήθειας και να περάσει σε ένα μοντέλο ουσιαστικής επιχορήγησης, που θα μπορεί πραγματικά να ξεκλειδώσει αποφάσεις. Όταν η επιδότηση κινείται από το 70% έως το 95%, η κρατική συμμετοχή παύει να είναι συμπληρωματική και γίνεται καταλύτης. Οι αυξημένες ενισχύσεις προβλέπονται για άτομα με αναπηρία, τρίτεκνους, πολύτεκνους, μονογονεϊκές οικογένειες, νέους 25 έως 35 ετών, αλλά και για ακίνητα που βρίσκονται σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές.

Το μήνυμα είναι σαφές: η πολιτεία θέλει να ενεργοποιήσει όχι μόνο την αγορά, αλλά και κοινωνικές κατηγορίες που δυσκολεύονται περισσότερο να ανταποκριθούν στο κόστος αναβάθμισης μιας κατοικίας. Και αυτό δεν αφορά μόνο την ιδιοκατοίκηση. Αφορά και την ανάγκη να αυξηθεί η προσφορά ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση, σε μια περίοδο που η αγορά ενοικίων παραμένει εξαιρετικά πιεσμένη.

Η πολιτική στόχευση αποτυπώνεται και σε μία ακόμα κρίσιμη παράμετρο: το νέο πρόγραμμα προορίζεται για κλειστά και ανοικτά παλαιά σπίτια, δηλαδή δεν περιορίζεται μόνο σε αδρανή ακίνητα, αλλά φιλοδοξεί να αναβαθμίσει συνολικά το οικιστικό απόθεμα. Η κυβέρνηση, μάλιστα, παρουσιάζει τη δράση ως πανευρωπαϊκά πρωτοποριακή για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, συνδέοντάς την άμεσα με την πολιτική της για προσιτή και βιώσιμη στέγαση.

Η στεγαστική κρίση πιέζει και η κυβέρνηση ψάχνει απάντηση

Το timing μόνο τυχαίο δεν είναι. Το στεγαστικό έχει εξελιχθεί σε κορυφαίο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο. Η Eurostat καταγράφει πως η Ελλάδα δεν είναι απλώς μία χώρα με ακριβή στέγη, αλλά η χώρα όπου η στέγη «τρώει» το μεγαλύτερο κομμάτι του διαθέσιμου εισοδήματος σε όλη την ΕΕ. Την ίδια ώρα, το 43% των ανθρώπων στην Ελλάδα ζει σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε στεγαστικές ή συναφείς υποχρεώσεις, έναντι πολύ χαμηλότερων ποσοστών στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Αυτή η εικόνα εξηγεί γιατί το νέο «Ανακαινίζω» αποκτά ευρύτερη πολιτική σημασία. Δεν είναι απλώς ένα τεχνικό πρόγραμμα. Είναι μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η στενότητα στην αγορά κατοικίας, να αυξηθεί η διαθεσιμότητα παλαιών διαμερισμάτων και να δοθεί ένα σήμα ότι η κυβέρνηση δεν περιορίζεται σε διαπιστώσεις, αλλά περνά σε παρέμβαση με χειροπιαστό δημοσιονομικό αποτύπωμα.

Το κρίσιμο, βέβαια, θα είναι η εφαρμογή. Γιατί στην πράξη δεν αρκεί να υπάρξει ένα γενναίο ποσοστό επιδότησης. Θα πρέπει η πλατφόρμα να ανοίξει χωρίς γραφειοκρατικές ασφυξίες, οι όροι να είναι καθαροί, οι πληρωμές να κινούνται γρήγορα και οι ιδιοκτήτες να πειστούν ότι αυτή τη φορά το κράτος δεν τους καλεί να μπουν σε έναν λαβύρινθο, αλλά σε μια διαδικασία με πραγματικό αποτέλεσμα.

Αν αυτό επιτευχθεί, τότε το νέο «Ανακαινίζω» μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα ακόμη πρόγραμμα επιδότησης. Μπορεί να γίνει το πρώτο σοβαρό βήμα για να ανοίξει ένα κομμάτι της κλειδωμένης ελληνικής κατοικίας και να δοθεί μια μικρή αλλά ουσιαστική ανάσα σε μια αγορά που ασφυκτιά.

Διαβάστε ακόμη: