Οι εξελίξεις στο υγειονομικό “μέτωπο” του κορωνοϊού, προς το παρόν, εξακολουθούν να προκαλούν έντονο προβληματισμό.

Το τρέχον κύμα της πανδημίας αποδεικνύεται το βαρύτερο απ’ όλα, καθώς η ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων, σε συνδυασμό με την ευρεία διασπορά των μεταλλάξεων του κορωνοϊού, πιέζουν ασφυκτικά το ΕΣΥ, λόγω της “έκρηξης” των διασωληνώσεων και των εισαγωγών στα νοσοκομεία νέων ασθενών.

Ήδη μάλιστα ακούγονται “φωνές” και μέσα από την επιστημονική κοινότητα, για το αν τελικά το σκληρό lockdown είναι αποτελεσματικό.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την κόπωση των πολιτών, μετά από έναν χρόνο συνεχούς σχεδόν περιορισμού των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, που αναπόφευκτα περιορίζει την ανοχή και τη συμμόρφωση στα μέτρα κατά της διασποράς του κορωνοϊού. Υπό τις συνθήκες αυτές, η πολυπόθητη σταδιακή άρση του lockdown αποδεικνύεται μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση για την κυβέρνηση και τους ειδικούς.

Του Σπύρου Σταθάκη

Προς το παρόν, κάθε παράταση του lockdown έχει σημαντικό κόστος, και για τα κρατικά ταμεία, αλλά και για την ελληνική οικονομία γενικότερα.

Σύμφωνα και με πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών, κ. Χρήστου Σταϊκούρα, κάθε εβδομάδα lockdown στοιχίζει στην οικονομία 750 εκατ. ευρώ.

Ειδικότερα, όταν αποφασίστηκε η παράταση, η επέκταση και η διεύρυνση του lockdown μέχρι τις 16 Μαρτίου το κόστος αυτών των 12 ημερών ήταν 1,2 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία, περίπου 50% απώλειας εσόδων και 50% αύξηση δαπανών,

Από το σύνολο αυτών των απωλειών, ένα σημαντικό κομμάτι, 520 εκατ. ευρώ, είναι από το λιανεμπόριο.

Σύμφωνα με τον κ. Σταϊκούρα, όσο το lockdown παρατείνεται κι επεκτείνεται τόσο θα προσεγγίζουμε ένα δημοσιονομικό κόστος που σε μηνιαία βάση είναι 3 δισ. ευρώ.

Επιπλέον, αυξημένα κατά 4,1 δισ. ευρώ σε σχέση το ποσό που προβλεπόταν στον προϋπολογισμό για το 2021 είναι τα μέτρα που λαμβάνονται για τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, αγγίζοντας τα 11.6 δισ. ευρώ, από 7,5 δισ. ευρώ, που ήταν η αρχική εκτίμηση.

Το συνολικό κόστος

Πέρα παντως από τις τρέχουσες επιβαρύνσεις που προκαλεί η πανδημία, πρέπει να δούμε που θα “κάτσει” και ο τελικός οικονομικός “λογαριασμός”.

Σε μία πρώτη εκτίμηση προχώρησε ο πρόεδρος της Granth Thornton, κ. Νίκος Καραμούζης, σε συνέδριο της ΕΣΕΕ, σύμφωνα με την οποία:

  • Το δημόσιο χρέος θα επιβαρυνθεί με τουλάχιστον επιπλέον 35 δισ. ευρώ.
  • Κύρια πηγή επιβάρυνσης τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, και η δραματική μείωση των κρατικών εσόδων λόγω της ύφεσης.
  • Το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί 30 δισ. ευρώ συνολικά, πριν αρχίσει η ανάκαμψη της οικονομίας.
  • Οι ελληνικές επιχειρήσεις θα επιβαρυνθούν με επιπρόσθετες υποχρεώσεις, ύψους 16 δισ. ευρώ:
  1. Νέα “κόκκινα” δάνεια 8 δισ. ευρώ.
  2. Επιστρεπτέα προκαταβολή 4-5 δισ. ευρώ (υποθέτοντας 50% διαγραφή επιστρεπτέας προκαταβολής).
  3. 8,3 δισ. ευρώ συνολικά από αναστολή πληρωμής φόρων, ασφαλιστικών εισφορών, τόκων και χρεολυσίων.

Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει επισημάνει πρόσφατα και το ΙΟΒΕ, οι εξελίξεις σχετικά με την υγειονομική κρίση θα είναι οι πλέον καθοριστικές της τάσης στην οικονομία και στην αγορά εργασίας.

Μια σταθερή, ήπια βελτίωση των επιδημιολογικών δεδομένων από το πρώτο τρίμηνο, χωρίς κάποια νέα ισχυρή έξαρση του COVID-19, με τη συνδρομή και του εμβολιασμού, θα επιτρέψει την επαναλειτουργία αρκετών από τις επιχειρήσεις οι οποίες πλήγηκαν από τον περασμένο Νοέμβριο κατά το πρώτο εξάμηνο.

Κομβικής σημασίας για τη δυναμική της απασχόλησης θα είναι η διάρκεια της θερινής τουριστικής περιόδου, η οποία υπό αυτές τις υγειονομικές συνθήκες δεν θα διαφέρει σε σύγκριση με πριν την επιδημιολογική κρίση.

Εφόσον επιτευχθεί μια ταχεία εξασθένιση του κορωνοϊού, θα καταστεί εφικτός και ο εγχώριος τουρισμός σχετικά νωρίς από δεύτερο τρίμηνο, όπως επίσης το φθινόπωρο.

Εάν όμως δεν μεταβληθούν οι υγειονομικές συνθήκες, είναι αρκετά πιθανό να απειληθεί η βιωσιμότητα πολλών επιχειρήσεων, θέτοντας σε κίνδυνο τις θέσεις εργασίας τους. Επιπλέον, η επίδραση της ζήτησης συνολικά θα εξαρτηθεί, όπως είναι αναμενόμενο, από τις εξελίξεις σχετικά με την πανδημία και την επίδρασή τους στην απασχόληση και ακολούθως στο διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση.

Υπό το βασικό σενάριο μακροοικονομικών εξελίξεων, η σταδιακή χαλάρωση των μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας , θα οδηγήσουν σε ανάκαμψη δραστηριότητας και απασχόλησης στους πληττόμενους από τις καραντίνες κλάδους, αλλά και κάμψη της αβεβαιότητας.

Εφόσον όμως η υγειονομική κρίση δεν υποχωρήσει σημαντικά περαιτέρω εγχωρίως και διεθνώς από τα τρέχοντα επίπεδα και συνεχίσει να παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις, όπως πέρυσι, τα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας θα συνεχιστούν σε μεγάλο χρονικό διάστημα του έτους.

Ακολούθως, θα αποτραπούν η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης, ενώ η ανησυχία για την εξέλιξη της υγειονομικής κρίσης θα συνεχιστεί.

Η δημοσιονομική στήριξη έχει αποτελέσματα

 Από κει και πέρα, τα μέτρα στήριξης επιχειρήσεων και εργαζομένων, αναμφίβολα έχουν περιορίσει κάπως τις ζημιές της οικονομίας, σε όρους εισοδημάτων και απασχόλησης.

Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ για το σύνολο του 2020, μειώθηκε τελικά κατά 8,2%, αντί 10,5% που ήταν η πρόβλεψη της κυβέρνησης, και 10% που ήταν η πρόβλεψη της Κομισιόν.

Οι απώλειες βεβαίως έφτασαν τα 15,1 δισ. ευρώ, ενώ η Ελλάδα κατατάσσεται στην τρίτη χειρότερη θέση πίσω από την Ισπανία (-11%) και την Ιταλία (-8,9%).

Ωστόσο προκύπτει καθαρά, ότι η δημοσιονομική χαλάρωση είχε αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με υπολογισμούς της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης το 2020 (περίπου 27 δισ. ευρώ), περιόρισαν την ύφεση κατά τουλάχιστον 6% του ΑΕΠ. Δηλαδή, χωρίς τα μέτρα στήριξης, η μείωση του ΑΕΠ το 2020 θα ήταν πάνω από 14%, και όχι 8,2%.

Επίσης, το 2021, τα μέτρα στήριξης (11,6 δισ. ευρώ μέχρι στιγμής) αναμένεται να δώσουν καθαρή ώθηση στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ της τάξης του 1,4%.

Σύμφωνα με την ανάλυση της ΕΤΕ, ιδιαίτερα κρίσιμος αποδείχτηκε ο ρόλος της επιστρεπτέας προκαταβολής, που αποτέλεσε μια ζωτική γραμμή χρηματοδότησης ύψους 5,5 δισ. ευρώ (κατά το 2020) σε δοκιμαζόμενες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες (άνω των 2/3 περίπου του επιχειρηματικού πληθυσμού της χώρας, μέρος των οποίων ουδέποτε είχε πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα), η οποία θα υπερβεί σωρευτικά τα 9 δισ. ευρώ συμπεριλαμβάνοντας τη χρηματοδότηση κατά το 2021.

Η Ελλάδα φυσικά ακολουθεί στην ουσία τη χαλαρή δημοσιονομική πολιτική, που εφαρμόζεται σε όλη την Ευρώπη, από το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού.

Συγκεκριμένα, η αρχική απόκριση της ΕΕ στην οικονομική κρίση (Μάρτιος 2020) διαμορφώθηκε με βάση την ταχέως εξελισσόμενη επιδημιολογική κατάσταση και τα πρώτα γενικά απαγορευτικά των κρατών μελών.

Ελήφθησαν άμεσα μέτρα και αποφάσεις βάσει των κείμενων κανόνων, όπως δημοσιονομικά μέτρα της ΕΕ, παρεμβάσεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, δανειοδοτικές αποφάσεις της ΕΤΕπ (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων) και του ΕΜΣ (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας), και συντονιστικές δράσεις της Επιτροπής.

Καθώς η κρίση της πανδημίας εξαπλωνόταν, άρχισε να διευρύνεται και η οικονομική απόκριση της ΕΕ, ώστε να αντικατοπτρίζει τις ανάγκες ανάκαμψης, και πρόσφατα έλαβε τη μορφή συμφωνίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη δημιουργία ενός νέου προσωρινού μέσου δημοσιονομικής στήριξης της ΕΕ για την προώθηση της οικονομικής ανάκαμψης και ανθεκτικότητας με την ονομασία «Next Generation EU» (NGEU).

Οι δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών

Επίσης, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2020, οι δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών επικεντρώθηκαν στον μετριασμό των βραχυπρόθεσμων επιπτώσεων των απαγορευτικών και της πτώσης της ζήτησης στα εισοδήματα και την απασχόληση.

Αντικατοπτρίζοντας σε μεγάλο βαθμό την απόκριση στην κρίση του 2008, οι πολιτικές αυτές συνίσταντο στη λειτουργία αυτόματων σταθεροποιητών (φορολογικά έσοδα, συστήματα ανεργίας) και στη θέσπιση μέτρων δημοσιονομικής τόνωσης κατά διακριτική ευχέρεια, όπως φορολογικές ελαφρύνσεις ή μειώσεις συντελεστών, και έκτακτες δαπάνες, μεταξύ άλλων για τη στήριξη της απασχόλησης και στον τομέα της υγείας.

Επιπλέον, εγκρίθηκαν μη δημοσιονομικά μέτρα για την παροχή ρευστότητας σε παράγοντες της οικονομίας (κρατικά δάνεια, εγγυήσεις δανείων, αναβολές καταβολής φόρων κ.λ.π.), τα οποία δεν έχουν άμεσο δημοσιονομικό κόστος.

Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι για την δημοσιονομική πολιτική

 Μέχρι εδώ όλα καλά. Ωστόσο έχουν αρχίσει και οι προβληματισμοί, όχι μόνο εντός της Ελλάδας, αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ποια είναι τα όρια της δημοσιονομικής παρέμβασης για την στήριξη της οικονομίας; Πότε και πως θα πρέπει να αποσύρονται τα μέτρα ενίσχυσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών;

Ποιο θα πρέπει να είναι το κατάλληλο μείγμα μέτρων για την “επόμενη μέρα” μετά την πανδημία; Η Κομισιόν φυσικά έδωσε σήμα για συνέχιση της δημοσιονομικής χαλάρωσης και το 2022, όμως τα παραπάνω ερωτήματα έχουν ήδη τεθεί.

Η θέση πάντως της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) για το θέμα αυτό είναι ξεκάθαρη, και την υπενθυμίζουμε.

Τα μέτρα στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας θα πρέπει να συνεχιστούν, καθώς μια πρόωρη απόσυρσή τους θα μπορούσε να καθυστερήσει την ανάκαμψη οδηγώντας σε απότομη αύξηση των πτωχεύσεων, των μη εξυπηρετούμενων δανείων και της διαρθρωτικής ανεργίας και σε μείωση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας της εργασίας.

Μια τέτοια αρνητική εξέλιξη θα οδηγούσε σε στασιμότητα και αποπληθωρισμό στην Ευρώπη. Συνεπώς, ο συνδυασμός επεκτατικής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρις ότου η ανάκαμψη τεθεί σε στέρεη τροχιά.

Το χρέος και το απόθεμα

Από κει και πέρα, σε μια οικονομία με υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, όπως η ελληνική, η δημοσιονομική επέκταση θα πρέπει να παραμείνει στοχευμένη και προσωρινού χαρακτήρα, ώστε να διαφυλαχθεί η βιωσιμότητα του χρέους και να μην κινδυνεύσει να μετατραπεί η πανδημική κρίση σε μια κρίση χρέους.

Επιπλέον, το ταμειακό απόθεμα ασφαλείας θα πρέπει να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, καθώς συμβάλλει στη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και κατά συνέπεια στον περιορισμό του κινδύνου αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους.

Μετά την πανδημία, η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει και πάλι να εστιάσει στη σταδιακή μείωση των ελλειμμάτων και στην επίτευξη δημοσιονομικής ισορροπίας, ώστε να εξασφαλιστεί η μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Η διαδικασία απόσυρσης της κρατικής στήριξης θα πρέπει να συντονιστεί με τη σταδιακή επιστροφή σε θετικούς και ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, ώστε να μετριαστεί ο κίνδυνος εγκλωβισμού σε μια κατάσταση μακροχρόνιας οικονομικής στασιμότητας με διαρκείς αποπληθωριστικές πιέσεις.

Στο σημείο αυτό, έχουν ιδιαίτερη σημασία και οι παρατηρήσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως καταγράφονται σε πρόσφατη έκθεση που εξέδωσε για την απόκριση της Ε.Ε. στην οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού, που περιλαμβάνει ευρύ φάσμα μέτρων σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο, τα οποία συνεπάγονται κινδύνους, προκλήσεις και ευκαιρίες για τον οικονομικό συντονισμό και την ολοκλήρωση της Ε.Ε. για δύο λόγους.

Πρώτον, η πανδημία μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους οικονομικών αποκλίσεων σε διαφορετικές διαστάσεις των οικονομιών των κρατών μελών.

Δεύτερον, η απόκριση της Ε.Ε. στις νέες δυσκολίες με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπα τα κράτη μέλη συνεπάγεται προκλήσεις και ευκαιρίες για την οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ όσον αφορά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων που θα εξασφαλίσουν σταθερό ρυθμό οικονομικής σύγκλισης εντός της Ε.Ε.

Οι δημοσιονομικές αποκλίσεις

Αναλυτικότερα, η πανδημία ενδέχεται να διευρύνει τις δημοσιονομικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής, αναμένονται μεγαλύτερες αυξήσεις του δημόσιου χρέους το 2020 στις χώρες όπου ήταν ήδη υψηλότερο πριν από την κρίση (βλέπε γράφημα 23). Αυτό οφείλεται ιδίως στην αυξημένη επίπτωση των απωλειών ΑΕΠ στους δείκτες χρέους των χωρών με υψηλό χρέος.

Παραδείγματος χάριν, η επίπτωση των απωλειών ΑΕΠ στους δείκτες χρέους είναι υψηλότερη στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία, χώρες που αναμένεται επίσης να συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που θα υποστούν τη μεγαλύτερη συρρίκνωση του ΑΕΠ τους το 2020.

Η Επιτροπή εκτίμησε πρόσφατα ότι η θέση του δημόσιου χρέους παραμένει βιώσιμη σε όλα τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, αλλά οι προβλέψεις περιβάλλονται από ιδιαίτερα υψηλό βαθμό αβεβαιότητας.

Τα αυξανόμενα δημόσια χρέη και οι ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητά τους ενδέχεται στη συνέχεια να περιορίσουν τη δημοσιονομική ικανότητα παρέμβασης για την αντιμετώπιση άλλων κρίσεων, τη χρηματοδότηση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και της οικονομικής σύγκλισης εντός της ΕΕ και τη συμβολή στις στρατηγικές της Ε.Ε.

Ως εκ τούτου, τα νέα σχέδια δράσης της ΕΕ για επενδύσεις στην κλιματική και την ψηφιακή μετάβαση ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπα με νέους χρηματοδοτικούς περιορισμούς σε εθνικό επίπεδο. Μέχρι στιγμής, τα σημαντικά δημοσιονομικά μέτρα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της κρίσης είχαν ως στόχο τον μετριασμό των άμεσων βραχυπρόθεσμων επιπτώσεων της πανδημίας.

Ανάλογα με τη διάρκεια και τον βαθμό υλοποίησής τους, οι αποκλίνουσες εθνικές αντιδράσεις στην κρίση (μαζικές κρατικές ενισχύσεις, μέτρα περιορισμού) ενδέχεται να δημιουργήσουν άνισους όρους ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά και να θέσουν προκλήσεις για την οικονομική σύγκλιση και την ανταγωνιστικότητα στην Ε.Ε.

Επιπλέον, τα τρέχοντα μέτρα για τη στήριξη της απασχόλησης μετριάζουν τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους ανεργίας, αλλά δεν λαμβάνουν υπόψη τις εξελίξεις όσον αφορά τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Η υποτονική ανάκαμψη και οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία που εξακολουθούν να υφίστανται μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα διαρθρωτικές μετατοπίσεις της ζήτησης και προβλήματα αφερεγγυότητας για αυξανόμενο αριθμό επιχειρήσεων, παρά την εφαρμογή προγραμμάτων διατήρησης των θέσεων εργασίας.

Οι πρόσφατες σημαντικές μειώσεις, κατά περίπου 15 %, των συνολικών ωρών εργασίας στην οικονομία της Ε.Ε. αποτελούν ένδειξη δυνητικά μεγάλης αύξησης της ανεργίας, καθώς και του διαφορετικού αντικτύπου στα κράτη μέλη.

Αβεβαιότητα

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει επίσης ότι ο υψηλός βαθμός αβεβαιότητας όσον αφορά τις οικονομικές προοπτικές, η μείωση των εσόδων και η αύξηση του χρέους των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας ενδέχεται να λειτουργήσουν ανασταλτικά για τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Οι τρέχουσες προβλέψεις δείχνουν μείωση των επενδύσεων το 2020, συγκρίσιμη με εκείνη που καταγράφηκε κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης (2008-2013), καθώς και μεγάλη διακύμανση στη μείωση των επενδύσεων που αναμένεται φέτος, γεγονός που μπορεί να εντείνει τον κίνδυνο διεύρυνσης των οικονομικών αποκλίσεων στην Ε.Ε.

Το επίμονο επί σειρά ετών επενδυτικό κενό υπάρχει κίνδυνος να συμβάλει σε χαμηλή μακροπρόθεσμα ανάπτυξη.

Η απουσία δημόσιων επενδύσεων μπορεί να εντείνει αυτούς τους κινδύνους, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει αποτελέσει προτεραιότητα για τις εθνικές δημοσιονομικές δράσεις αντιμετώπισης της κρίσης.

Δείτε όλες τις  τελευταίες Ειδήσεις  από την  Ελλάδα  και τον  Κόσμο,  τη στιγμή που συμβαίνουν, στο  Radar.gr.