Νέα δεδομένα στη διαχείριση των συσσωρευμένων χρεών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών δημιουργεί η επέκταση της ρύθμισης από τις 72 στις 120 δόσεις, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να διευρύνει σημαντικά την περίμετρο των οφειλετών που μπορούν να επιστρέψουν σε καθεστώς συνέπειας.

Η σημαντικότερη αλλαγή, πέρα από την αύξηση του αριθμού των δόσεων, είναι η ένταξη πλέον και των ληξιπρόθεσμων οφειλών του 2024. Πρόκειται για ένα από τα βασικά αιτήματα που είχαν διατυπώσει οι εκπρόσωποι των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς το προηγούμενο σχήμα σταματούσε στα χρέη έως το τέλος του 2023 και υποχρέωνε τους οφειλέτες να τακτοποιούν ξεχωριστά τις νεότερες υποχρεώσεις τους.

Η παρέμβαση γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία το ιδιωτικό χρέος προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Μόνο στο ΚΕΑΟ, στο τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2026, οι ασφαλιστικές οφειλές είχαν φθάσει τα 52,42 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 639,1 εκατ. ευρώ μέσα σε ένα τρίμηνο. Από την αύξηση αυτή, τα 237,4 εκατ. ευρώ αντιστοιχούσαν σε νέες οφειλές.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία για την πορεία των προηγούμενων ρυθμίσεων. Από τις 1.531.814 ρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά στο ΚΕΑΟ, οι 840.428 έχουν χαθεί, δηλαδή σχεδόν το 55%. Οι χαμένες ρυθμίσεις αντιστοιχούν σε χρέη περίπου 24,4 δισ. ευρώ, στοιχείο που δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο να μπει μια επιχείρηση σε ρύθμιση, αλλά να μπορεί να πληρώνει τη δόση της σε βάθος χρόνου.

Ποια χρέη μπαίνουν στις 120 δόσεις

Με τη νέα παρέμβαση, ο μέγιστος αριθμός δόσεων αυξάνεται από 72 σε 120, με ελάχιστη μηνιαία καταβολή 30 ευρώ. Παράλληλα, στη ρύθμιση θα μπορούν πλέον να ενταχθούν οφειλές που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2024, έναντι της 31ης Δεκεμβρίου 2023 που ίσχυε μέχρι σήμερα.

Ως κρίσιμη ημερομηνία για να διαπιστωθεί εάν το χρέος είναι ήδη ρυθμισμένο ορίζεται η 30ή Σεπτεμβρίου 2026. Η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων μεταφέρεται έως τις 30 Ιουνίου 2027, ενώ όσοι έχουν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις θα μπορούν με αίτησή τους να μεταφερθούν στις 120.

Η νέα ρύθμιση αφορά τόσο τις οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση όσο και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Για τα χρέη από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά, το πλαίσιο δεν αλλάζει: οι τρέχουσες αυτές οφειλές θα πρέπει να εξυπηρετούνται μέσω της πάγιας ρύθμισης των 24 δόσεων. Το επιτόκιο των 120 δόσεων καθορίζεται στο 5,84%, ίδιο με αυτό της πάγιας ρύθμισης.

Από τα 95 δισ. ευρώ των αρχικών επιλέξιμων χρεών σε μεγαλύτερη περίμετρο

Το οικονομικό μέγεθος της παρέμβασης είναι μεγάλο. Όταν θεσπίστηκαν οι 72 δόσεις, το υπουργείο Οικονομικών είχε υπολογίσει ότι δυνητικά μπορούσαν να υπαχθούν 1,3 εκατ. φυσικά πρόσωπα με αρρύθμιστες οφειλές 31,5 δισ. ευρώ και περίπου 284.000 νομικά πρόσωπα με χρέη 63,8 δισ. ευρώ.

Συνολικά, η δυνητική δεξαμενή των παλαιών αρρύθμιστων οφειλών είχε υπολογιστεί τότε σε περίπου 95 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στο 90% των συνολικών αρρύθμιστων χρεών που κάλυπτε εκείνο το πλαίσιο. Με την προσθήκη πλέον των ληξιπρόθεσμων οφειλών του 2024, η περίμετρος διευρύνεται περαιτέρω.

Παρά το μεγάλο δυνητικό εύρος, η ανταπόκριση στη ρύθμιση των 72 δόσεων ήταν μέχρι σήμερα περιορισμένη. Ειδικά για τα ασφαλιστικά ταμεία, οι αιτήσεις έχουν φθάσει περίπου τις 12.500, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι ο αριθμός των δόσεων και η περίμετρος των επιλέξιμων χρεών αποτελούσαν σημαντικά εμπόδια.

Το «αγκάθι» για όσους πληρώνουν ήδη 24 ή 48 δόσεις

Η νέα ρύθμιση δημιουργεί, ωστόσο, ένα ιδιαίτερο ζήτημα για όσους είχαν ήδη φροντίσει να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους. Το υπουργείο προβλέπει ότι στις 120 δόσεις μπορούν να ενταχθούν οφειλές έως το τέλος του 2024 που δεν τελούν σε καθεστώς ρύθμισης στις 30 Σεπτεμβρίου 2026. Παράλληλα, δίνει ρητά τη δυνατότητα μετάβασης από τις 72 στις 120 δόσεις.

Αντίστοιχη πρόβλεψη δεν υπάρχει για οφειλές που βρίσκονται ήδη σε ενεργή πάγια ρύθμιση. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση τη σημερινή ανακοίνωση, παλιό χρέος που εξυπηρετείται ήδη σε πάγια ρύθμιση 24 δόσεων ή, στις περιπτώσεις όπου προβλέπεται, 48 δόσεων, δεν μεταφέρεται στις 120.

Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα παράδοξο: μια αρρύθμιστη επιλέξιμη οφειλή του 2024 μπορεί να περάσει στις 120 δόσεις, ενώ αντίστοιχη οφειλή που ο επαγγελματίας ή η επιχείρηση είχε ήδη φροντίσει να ρυθμίσει παραμένει στην υφιστάμενη πάγια ρύθμιση.

Το ζήτημα είναι ακόμη εντονότερο για όσους μπήκαν στις 72 δόσεις. Με το προηγούμενο καθεστώς, προϋπόθεση για να ενταχθούν τα χρέη έως το τέλος του 2023 ήταν οι νεότερες οφειλές να εξοφληθούν ή να ρυθμιστούν. Για τις ασφαλιστικές οφειλές, ο e-ΕΦΚΑ όριζε συγκεκριμένα ότι τα χρέη από 1ης Ιανουαρίου 2024 και μετά έπρεπε να εξοφληθούν ή να μπουν στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων.

Έτσι, μια επιχείρηση που ακολούθησε τους κανόνες μπορεί σήμερα να έχει τα χρέη έως το 2023 στις 72 δόσεις και τα χρέη του 2024 στις 24. Με το νέο πλαίσιο μπορεί να μεταφέρει το πρώτο μέρος στις 120, αλλά όχι και το δεύτερο, παρότι πλέον το 2024 περιλαμβάνεται στις επιλέξιμες χρονιές.

Ο κίνδυνος να εγκαταλειφθούν ενεργές ρυθμίσεις

Ακριβώς αυτή η διαφοροποίηση δημιουργεί και έναν πρόσθετο κίνδυνο: ορισμένοι οφειλέτες να μπουν στον πειρασμό να σταματήσουν να πληρώνουν μια ενεργή πάγια ρύθμιση, προσδοκώντας ότι μετά την απώλειά της θα μπορέσουν να μεταφέρουν και το συγκεκριμένο χρέος στις 120 δόσεις.

Για τις ασφαλιστικές ρυθμίσεις, άλλωστε, η απώλεια επέρχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μη καταβολής δόσεων. Το ΚΕΑΟ αναφέρει για τη ρύθμιση των 72 ότι αυτή χάνεται εάν δεν καταβληθούν δύο συνεχόμενες δόσεις, ενώ απαιτεί παράλληλα την τακτοποίηση των λοιπών ασφαλιστικών οφειλών καθ’ όλη τη διάρκειά της.

Ωστόσο, η εγκατάλειψη μιας ενεργής πάγιας ρύθμισης με την προσδοκία ένταξης στις 120 ενέχει σοβαρό ρίσκο. Η ανακοίνωση ορίζει ως κρίσιμη ημερομηνία την 30ή Σεπτεμβρίου 2026 και δεν αναφέρει ότι η μεταγενέστερη απώλεια μιας πάγιας ρύθμισης δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα υπαγωγής στις 120. Το σημείο αυτό αναμένεται να αποσαφηνιστεί κατά τη νομοθετική εξειδίκευση.

Έως 240 δόσεις μέσω εξωδικαστικού

Για επιχειρήσεις και επαγγελματίες με μεγαλύτερο και πιο σύνθετο χρέος παραμένει διαθέσιμη και η λύση του εξωδικαστικού μηχανισμού. Μέσω αυτού μπορεί να προβλέπεται ρύθμιση έως 240 δόσεις για οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία, αλλά και αναδιάρθρωση υποχρεώσεων προς τράπεζες και servicers, ανάλογα με τα οικονομικά δεδομένα του οφειλέτη. Το κατώφλι οφειλών για την υπαγωγή έχει μειωθεί από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ.

Δαμίγος: Δικαίωση δύο βασικών αιτημάτων

Ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, χαρακτηρίζει τη μετάβαση στις 120 δόσεις και την ένταξη του 2024 «ουσιαστική δικαίωση δύο βασικών αιτημάτων» που το ΒΕΑ διεκδικεί επίμονα.

«Εδώ και περισσότερα από δύο χρόνια επισημαίνουμε ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν χρειάζονται άλλη μία ρύθμιση στα χαρτιά, αλλά μια πραγματική δεύτερη ευκαιρία, με δόση που να μπορούν να πληρώνουν», τονίζει.

Όπως επισημαίνει, το ΒΕΑ είχε ζητήσει τόσο τις 120 δόσεις όσο και τη διεύρυνση της περιμέτρου των οφειλών, υποστηρίζοντας ότι ο αποκλεισμός των νεότερων χρεών δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική κατάσταση των μικρών επιχειρήσεων. Τα ίδια αιτήματα είχαν κατατεθεί πρόσφατα και στη Βουλή, με ρητή αναφορά στην ανάγκη ένταξης των χρεών του 2024.

Για το ΒΕΑ, πάντως, η παρέμβαση δεν ολοκληρώνεται με την αύξηση του αριθμού των δόσεων.

«Επιμένουμε στη δραστική μείωση του επιτοκίου της ρύθμισης, στην απομείωση των προσαυξήσεων και στη θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, για μια πραγματικά βιώσιμη και αποτελεσματική ρύθμιση, που θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, χωρίς να στερούνται την αναγκαία ρευστότητα για τη λειτουργία και την ανάπτυξή τους», σημειώνει ο κ. Δαμίγος.

Το στοίχημα, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΒΕΑ, δεν είναι μόνο να αυξηθούν οι αιτήσεις, αλλά να περιοριστεί το φαινόμενο των ρυθμίσεων που ξεκινούν και στη συνέχεια χάνονται.

«Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να μπουν περισσότερες επιχειρήσεις στη ρύθμιση, αλλά να μπορέσουν να παραμείνουν σε αυτή, να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και ταυτόχρονα να κρατούν ανοιχτές τις επιχειρήσεις και τις θέσεις εργασίας τους», καταλήγει.

Διαβάστε ακόμη: