Νέους κανόνες στο παιχνίδι της τραπεζικής εποπτείας βάζει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, στέλνοντας σαφές μήνυμα στις διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων ότι η έγκριση ενός στελέχους δεν αποτελεί πλέον «λευκή επιταγή» για όλη τη διάρκεια της θητείας του.

Πίσω από τις τεχνικές διατάξεις του νομοσχεδίου κρύβεται μια ουσιαστική αναδιάταξη των ευθυνών στο εσωτερικό των τραπεζών, με αυστηρότερα φίλτρα για τα πρόσωπα που λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις, μεγαλύτερη έμφαση στην ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών και σαφέστερους περιορισμούς για την παρουσία τραπεζών από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αλλαγές δεν περιορίζονται στις διοικήσεις, αλλά επεκτείνονται σε στελέχη που, αν και δεν συμμετέχουν απαραίτητα στα διοικητικά συμβούλια, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία και στον έλεγχο των τραπεζών.

Κανείς δεν παίρνει «λευκή επιταγή»

Με το άρθρο 148 αναμορφώνεται το πλαίσιο καταλληλότητας των μελών των διοικητικών συμβουλίων, γνωστό ως fit & proper. Η ουσία της παρέμβασης είναι ότι ο έλεγχος δεν εξαντλείται στην τοποθέτηση ενός στελέχους. Οι τράπεζες υποχρεούνται να αξιολογούν την καταλληλότητά του πριν αναλάβει καθήκοντα, αλλά και περιοδικά στη συνέχεια. Πρακτικά, η διοίκηση οφείλει να αποδεικνύει διαρκώς ότι τα πρόσωπα που βρίσκονται στην κορυφή πληρούν τις απαιτήσεις του εποπτικού πλαισίου.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 149, το οποίο επεκτείνει τις απαιτήσεις στους επικεφαλής κρίσιμων λειτουργιών. Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις: η απουσία ποινικής καταδίκης ή εκκρεμούς δίωξης δεν αρκεί από μόνη της ως πιστοποιητικό αξιοπιστίας. Η καλή φήμη, η ακεραιότητα, η ειλικρίνεια και η επαγγελματική επάρκεια αποκτούν αυτοτελή βαρύτητα στην αξιολόγηση.

Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν ένα τραπεζικό στέλεχος έχει ποινικές εκκρεμότητες, αλλά εάν διαθέτει συνολικά τα χαρακτηριστικά που απαιτεί μια θέση αυξημένης ευθύνης.

Στο μικροσκόπιο τα μπόνους

Το δεύτερο μέτωπο αφορά τις αμοιβές, ένα πεδίο που παραδοσιακά συγκεντρώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο τραπεζικό σύστημα. Με τα άρθρα 150 και 151 ενισχύονται οι κανόνες για τις αποδοχές των στελεχών εσωτερικού ελέγχου και αναμορφώνονται τα κριτήρια χορήγησης μεταβλητών αποδοχών.

Η επιδίωξη είναι διπλή: αφενός να προστατευθεί η ανεξαρτησία όσων ελέγχουν τις τραπεζικές δραστηριότητες και αφετέρου τα μπόνους να συνδέονται με πραγματική, μακροπρόθεσμη επίδοση, προσαρμοσμένη στους κινδύνους που αναλαμβάνει η τράπεζα.

Το μήνυμα είναι ότι η βραχυπρόθεσμη κερδοφορία δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο επιβράβευσης. Παράλληλα, προβλέπεται ουδετερότητα των πολιτικών αποδοχών ως προς το φύλο.

Το μήνυμα στις τράπεζες εκτός Ευρώπης

Ιδιαίτερη σημασία έχει και μια διάταξη που αφορά τον ανταγωνισμό στην ελληνική τραπεζική αγορά. Με το άρθρο 118 προβλέπεται ότι τα υποκαταστήματα τραπεζών τρίτων χωρών δεν μπορούν να απολαμβάνουν ευνοϊκότερους όρους αδειοδότησης ή εποπτείας από εκείνους που ισχύουν για τράπεζες άλλων κρατών-μελών της ΕΕ που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.

Πρόκειται ουσιαστικά για την καθιέρωση ενός κατώτατου επιπέδου εποπτικής αυστηρότητας, ώστε η προέλευση ενός πιστωτικού ιδρύματος από χώρα εκτός ΕΕ να μη μεταφράζεται σε κανονιστικό πλεονέκτημα. Η διάταξη προβλέπεται να εφαρμοστεί από τις 11 Ιανουαρίου 2027, διαμορφώνοντας ένα αυστηρότερο πλαίσιο για την παρουσία τραπεζικών ομίλων τρίτων χωρών στην ελληνική αγορά.

Το συνολικό στίγμα των παρεμβάσεων είναι σαφές: περισσότερη λογοδοσία στην κορυφή των τραπεζών, αυστηρότερος έλεγχος στα κρίσιμα στελέχη και λιγότερα περιθώρια εποπτικών εξαιρέσεων.

Διαβάστε ακόμη: