«Η τρέχουσα υδρολογική χρονιά έχει ξεκινήσει με ενθαρρυντικά σημάδια, γεγονός που μας επιτρέπει να απομακρυνθούμε από τη γενικευμένη κινδυνολογία του προηγούμενου διαστήματος», τονίζει η Ελισάβετ Φελώνη, επίκουρη καθηγήτρια Υδρολογίας στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.
«Οι μέρες του Οκτώβρη που ήδη αφήσαμε πίσω μας, όπως και αρκετά εποχικά προγνωστικά δεδομένα, δείχνουν ότι ο Οκτώβριος και ο Νοέμβριος του 2026 κινούνται με συνθήκες υγρότερες από τις συνήθεις στο σύνολο της χώρας», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Υπογραμμίζει ωστόσο ότι «το πραγματικό πρόβλημα που καλούμαστε να διαχειριστούμε ως πολιτεία δεν είναι η μόνιμη ξηρασία παντού, αλλά οι έντονες τοπικές και εποχικές ανισορροπίες. Η πίεση εντοπίζεται σε συγκεκριμένες περιοχές, όπου η κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης κατά τους θερινούς μήνες δεν υποστηρίζεται από αντίστοιχες, σύγχρονες υποδομές».
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:
– Με τις φετινές σημαντικές βροχοπτώσεις, αν συνεχιστούν βέβαια, θεωρείτε ότι αφήνουμε πίσω το θέμα της λειψυδρίας που μας άγχωσε τα τελευταία δύο χρόνια;
Η αλήθεια είναι ότι η τρέχουσα υδρολογική χρονιά έχει ξεκινήσει με ενθαρρυντικά σημάδια, γεγονός που μας επιτρέπει να απομακρυνθούμε από τη γενικευμένη κινδυνολογία του προηγούμενου διαστήματος. Οι μέρες του Οκτώβρη που ήδη αφήσαμε πίσω μας, όπως και αρκετά εποχικά προγνωστικά δεδομένα, δείχνουν ότι ο Οκτώβριος και ο Νοέμβριος του 2026 κινούνται με συνθήκες υγρότερες από τις συνήθεις στο σύνολο της χώρας. Υπό αυτή την έννοια, η εικόνα του απόλυτου, οριζόντιου κινδύνου λειψυδρίας έχει μετριαστεί.
Το πραγματικό πρόβλημα που καλούμαστε να διαχειριστούμε ως πολιτεία δεν είναι η μόνιμη ξηρασία παντού, αλλά οι έντονες τοπικές και εποχικές ανισορροπίες. Η πίεση εντοπίζεται σε συγκεκριμένες περιοχές, όπου η κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης κατά τους θερινούς μήνες δεν υποστηρίζεται από αντίστοιχες, σύγχρονες υποδομές.
Φυσικά, η κλιματική μεταβλητότητα παραμένει -το βλέπουμε άλλωστε και στις προβλέψεις που δείχνουν έναν ξηρότερο από τα κανονικά επίπεδα φετινό Δεκέμβριο- προβλέπεται ξεκάθαρα ξηρότερος από τις συνήθεις συνθήκες σε όλες τις περιφέρειες της Ελλάδας, με τις μεγαλύτερες αρνητικές αποκλίσεις υετού να εντοπίζονται σε ευαίσθητες περιοχές όπως η Πελοπόννησος, η Αττική και τα Νησιά του Ιονίου. Όμως, η απάντηση σε αυτή τη μεταβλητότητα δεν είναι ο πανικός ή οι σπασμωδικές κινήσεις, αλλά ο ορθολογικός σχεδιασμός, η κατασκευή ανθεκτικών έργων υποδομής με διαφάνεια και η επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση της ζήτησης του νερού εκεί ακριβώς που υπάρχει πραγματικό έλλειμμα.
– Τι πρέπει να γίνει στα νησιά μας που αντιμετώπισαν το σοβαρότερο πρόβλημα;
Τα νησιά μας είναι γνωστό πως παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη υδρολογική και οικονομική εξίσωση: διαθέτουν κατά κανόνα περιορισμένους επιφανειακούς και υπόγειους υδατικούς πόρους, ενώ ταυτόχρονα υφίστανται ακραίες πιέσεις ζήτησης κατά τους θερινούς μήνες λόγω της τουριστικής αιχμής.
Η λύση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη, ούτε να εξαντλείται στην ενεργοβόρα αφαλάτωση. Χρειάζεται ένα υβριδικό μοντέλο υδατικής ασφάλειας. Πρωτίστως, απαιτείται ριζική αναβάθμιση των δικτύων για τη μείωση των διαρροών (μη ανταποδοτικό νερό), που συχνά φτάνουν σε απαράδεκτα επίπεδα, και είναι κάτι που ευτυχώς λαμβάνει ήδη χώρα σε αρκετές περιοχές. Παράλληλα, πρέπει να επενδύσουμε συστηματικά σε έργα συγκράτησης απορροής (μικρά φράγματα, λιμνοδεξαμενές), στην επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων για άρδευση, και στην ενσωμάτωση έξυπνων συστημάτων μέτρησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ωστόσο, οφείλουμε να ανοίξουμε τη συζήτηση για τη φέρουσα ικανότητα των νησιών μας και το ίδιο το μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης. Απαιτούνται στοχευμένες, ρυθμιστικές πολιτικές, ειδικά για τις πλέον υδροβόρες, μεγάλες τουριστικές μονάδες. Η υπερανάπτυξη καταλυμάτων με τεράστιες απαιτήσεις σε νερό εντείνει την υδατική πίεση και στραγγίζει τα τοπικά αποθέματα. Αυτό λειτουργεί συχνά εις βάρος της τοπικής κοινωνίας και των μικροεπιχειρηματιών του κλάδου, οι οποίοι καλούνται να επωμιστούν το κόστος των διακοπών υδροδότησης και την υποβάθμιση του δικού τους προϊόντος. Απαιτείται, επομένως, να περάσουμε από το διάτρητο, αποσπασματικό και ελλιπώς ελεγχόμενο, σε ένα αυστηρό πλαίσιο ελέγχου του «υδατικού αποτυπώματος» για τις υδροβόρες επενδύσεις και μια κλιμακωτή τιμολόγηση που θα προστατεύει τη μικρομεσαία τοπική επιχειρηματικότητα και θα αποτρέπει την ιδιωτικοποίηση του οφέλους με ταυτόχρονη κοινωνικοποίηση του περιβαλλοντικού κόστους. Οτιδήποτε λιγότερο συνιστά απλώς μετάθεση του προβλήματος στην επόμενη τουριστική περίοδο.
– Γιατί φέτος το καλοκαίρι είχαμε ακραίες καταστάσεις με ξηρασίες στην Ευρώπη, κάτι που έχει να συμβεί χρόνια;
Η εξήγηση για το τι συνέβη φέτος το καλοκαίρι βρίσκεται στο τι δεν συνέβη τον προηγούμενο χειμώνα. Στην υδρολογία βιώνουμε πλέον την εποχή των σύνθετων ακραίων γεγονότων. Το πρόβλημα ξεκίνησε από τις δραματικά περιορισμένες χιονοπτώσεις στους μεγάλους ορεινούς όγκους της ηπείρου, όπως οι Άλπεις. Λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας, ειδικά σε υψόμετρα κάτω των 2.000 μέτρων, οι χειμερινές κατακρημνίσεις σημειώνονται πλέον ως βροχή αντί για χιόνι, το οποίο κανονικά λειτουργεί ως η φυσική μεγάλη αποθήκη νερού της Ευρώπης, εξασφαλίζοντας την υδροφορία των μεγάλων ποτάμιων συστημάτων το καλοκαίρι. Υπό κανονικές συνθήκες δηλαδή, το σταδιακό λιώσιμο την άνοιξη και το καλοκαίρι τροφοδοτεί και συντηρεί τη βασική ροή των μεγάλων ποταμών. Φέτος, αυτό το κρίσιμο απόθεμα ήταν εξαιρετικά περιορισμένο. Όταν αυτή η απουσία φυσικής υδρολογικής αποταμίευσης συνδυάζεται με τους επίμονους θερινούς αντικυκλώνες, οι οποίοι μπλοκάρουν τα συστήματα καταιγίδων από τον Ατλαντικό, και συνδυάζεται με τις ιστορικά υψηλές θερμοκρασίες που εκτοξεύουν την εξάτμιση, το υδρολογικό σύστημα καταρρέει.
– Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της κατάστασης στην Ευρώπη σήμερα; Πώς επηρεάζεται η οικονομία και η καθημερινότητα;
Η εικόνα αποτυπώνει μια υδρολογική καταπόνηση, η οποία δεν περιορίζεται χωρικά στον συνήθη ύποπτο, τον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά πλήττει πλέον την Κεντρική Ευρώπη. Είδαμε μεγάλα ποτάμια όπως ο Ρήνος, ο Δούναβης, ο Πάδος και ο Λίγηρας, που αποτελούν τις αρτηρίες της ευρωπαϊκής οικονομίας, να στερεύουν. Αυτό προκαλεί ένα ντόμινο οικονομικών επιπτώσεων. Στις ποτάμιες μεταφορές, εμπορευματικά πλοία στον Ρήνο αναγκάζονταν να ταξιδεύουν μόλις με το 20% έως 30% του φορτίου τους για να μην προσαράξουν, εκτινάσσοντας το μεταφορικό κόστος των πρώτων υλών. Στην ενέργεια, τα πυρηνικά εργοστάσια της Γαλλίας, σε ποταμούς όπως ο Ροδανός, αδυνατούσαν να αντλήσουν επαρκές νερό για την ψύξη των αντιδραστήρων, καθώς η χαμηλή στάθμη και η αυξημένη θερμοκρασία του νερού τα ανάγκασε να μειώσουν την παραγωγή τους για να αποφευχθεί η θερμική ρύπανση των οικοσυστημάτων. Αυτή η νέα κανονικότητα επιβάλλει ριζικές θεσμικές τομές, και η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί ήδη να απαντήσει με τη νέα Στρατηγική για την Ανθεκτικότητα στο Νερό, η οποία θέτει στο επίκεντρο τη ψηφιοποίηση των δικτύων και τη μείωση των απωλειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις οι διαρροές νερού στα γερασμένα δίκτυα αγγίζουν το 40%-50% – συγκριτικά, στην Αθήνα να σημειωθεί ότι οι απώλειες συγκρατούνται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα. Θα πρέπει να κρατήσουμε το ότι η κλιματική κρίση αλλοιώνει ριζικά τον υδρολογικό κύκλο, απαιτώντας άμεσα μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική ανθεκτικότητας, μακριά από σπάταλα αναπτυξιακά μοντέλα και με ουσιαστικές επενδύσεις σε σύγχρονες υποδομές.
– Συνοψίζοντας, με δεδομένη την κλιματική αλλαγή και τις ακραίες υδρολογικές προκλήσεις, πώς πρέπει να προσαρμοστεί η πολιτεία και η δημόσια διοίκηση για να διασφαλίσει την υδατική μας ασφάλεια;
Η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον απλώς μια περιβαλλοντική απειλή, αλλά πρωτίστως μια βαθιά θεσμική και διοικητική πρόκληση. Η ορθολογική διαχείριση των υδατικών πόρων, με τα έντονα τοπικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζει ιδίως στη χώρα μας, δεν μπορεί να ασκείται αποτελεσματικά με συγκεντρωτικούς όρους. Προϋποθέτει μια ουσιαστική μετάβαση σε μια φιλοσοφία ενισχυμένης αποκεντρωμένης διοίκησης, όπου το κεντρικό κράτος επιτελεί τον στρατηγικό και ρυθμιστικό του ρόλο, αλλά οι τοπικοί φορείς, που γνωρίζουν καλύτερα τα τοπικά χαρακτηριστικά και βιώνουν τα καθημερινά προβλήματα, θα έπρεπε να διαθέτουν την ευελιξία, τους πόρους και τα σύγχρονα εργαλεία για να δράσουν.
Για να γίνει αυτό πράξη, το θεμέλιο είναι η πρόσβαση στη γνώση. Οι περιφερειακές υπηρεσίες πρέπει, πέρα από καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, να έχουν στα χέρια τους εξειδικευμένα, ανοιχτά και προσβάσιμα τοπικά δεδομένα. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η στρατηγική σημασία της Γεωπληροφορικής. Χρειαζόμαστε διαδραστικά εργαλεία που να προσφέρουν πλήρη γεωχωρική εικόνα του προβλήματος. Απαιτείται, για παράδειγμα, η λειτουργία ολοκληρωμένων γεωπυλών με ενοποιημένα χαρακτηριστικά σχεδιασμού σε κάθε περιφέρεια, οι οποίες θα αποτυπώνουν χωρικά τα στοιχεία και την κατάσταση των υδροληψιών, υποστηρίζοντας την καθημερινή διαχείριση. Έχουμε ήδη υποδειγματικές, καινοτόμες πρακτικές στη χώρα μας, όπως η Γεωπύλη της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, που δείχνουν τον δρόμο.
Όταν η δημόσια διοίκηση εξοπλίζεται με τέτοια σύγχρονα συστήματα, η διαχείριση του νερού γίνεται μετρήσιμη, συμμετοχική και, κυρίως, διαφανής. Οι αποφάσεις λαμβάνονται πλέον τεκμηριωμένα και όχι στη βάση ευκαιριακών, τοπικών πιέσεων. Μόνο μέσα από την ουσιαστική ενδυνάμωση των θεσμών, την τεχνολογική αναβάθμιση και τη διαφάνεια μπορούμε να θωρακίσουμε τις τοπικές κοινωνίες απέναντι στην κλιματική αβεβαιότητα, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα και αδιαπραγμάτευτα τον χαρακτήρα του νερού ως ζωτικό δημόσιο αγαθό.
Διαβάστε ακόμη:
- Όμιλος Quest: Πού πήγαν τα 21 εκατ. που εξαφανίστηκαν από τις οικονομικές καταστάσεις;
- Στο στόχαστρο των ΗΠΑ ο Τέλης Μυστακίδης για το σπάσιμο του Ιρανικού εμπάργκο
- Funds-φαντάσματα χωρίς ΑΦΜ λεηλατούν περιουσίες και ξεπλένουν μαύρο χρήμα
- «Χωριάτικο»: Εικονικές εταιρείες και στριπτιτζάδικα που εμπλέκουν τη ρωσική μαφία
