Χρειάστηκε να περάσει αρκετός χρόνος, να προηγηθούν δεκάδες παρεμβάσεις των ελληνικών αμυντικών επιχειρήσεων και να μεσολαβήσει μία υπουργική οδηγία προς τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ), για να φτάσουμε επιτέλους στην εξαγγελία ότι η ελάχιστη εγχώρια συμμετοχή στα εξοπλιστικά προγράμματα κατά 25% θα κατοχυρωθεί με νόμο. Ένα ζήτημα που θα μπορούσε να έχει διευθετηθεί εδώ και καιρό και το οποίο ο κλάδος της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας επαναφέρει συστηματικά στο προσκήνιο, φαίνεται πλέον πως μπαίνει στην τελική ευθεία.

Η διαδρομή, ωστόσο, έχει τη δική της σημασία. Το πάγιο αίτημα των φορέων του κλάδου ήταν να εξασφαλίζεται εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή 30% σε κάθε εξοπλιστική σύμβαση. Τον Μάρτιο του 2025, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας ανταποκρίθηκε εν μέρει στο αίτημα, αποστέλλοντας υπηρεσιακή οδηγία στη ΓΔΑΕΕ, σύμφωνα με την οποία κανένα νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα δεν θα έπρεπε να προχωρά χωρίς πρόβλεψη για τουλάχιστον 25% ελληνική συμμετοχή.

Η κίνηση είχε γίνει θετικά δεκτή από την αγορά, ωστόσο το πρόβλημα παρέμενε: η οδηγία δεν είχε αποκτήσει νομοθετική ισχύ, με αποτέλεσμα οι ελληνικές εταιρείες να συνεχίζουν να ζητούν ένα σαφές, δεσμευτικό και μετρήσιμο πλαίσιο εφαρμογής.

Αυτή ακριβώς τη νομοθετική παρέμβαση προανήγγειλε ο Νίκος Δένδιας την περασμένη Τρίτη, κατά την παρουσίαση της τρίτης φάσης της Νέας Δομής των Ενόπλων Δυνάμεων, ανακοινώνοντας ότι το σχετικό νομοσχέδιο, το τελευταίο από το υπουργείο πριν τις εκλογές, θα κατατεθεί αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και στη συνέχεια στη Βουλή.

«Θα νομοθετήσουμε το 25% πλέον, γιατί το αρχικό στάδιο απέδειξε ότι αυτό μπορεί να λειτουργήσει», ανέφερε χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ότι θα προβλέπεται υποχρεωτική ελάχιστη συμμετοχή 25% του ελληνικού αμυντικού οικοσυστήματος σε κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Από το αίτημα του 30% στην υπουργική οδηγία για το 25%

Το θέμα της εγχώριας συμμετοχής δεν είναι καινούργιο. Εδώ και χρόνια, οι ελληνικές αμυντικές επιχειρήσεις επισημαίνουν ότι η χώρα δαπανά τεράστια ποσά για την απόκτηση σύγχρονων οπλικών συστημάτων, χωρίς να εξασφαλίζει ανάλογο παραγωγικό και τεχνολογικό όφελος για την εθνική οικονομία.

Ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ, Τάσος Ροζολής, έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει την ανάγκη επιστροφής πραγματικού βιομηχανικού έργου στις ελληνικές επιχειρήσεις, με αρχικό στόχο το 30%, αλλά και την ύπαρξη συγκεκριμένων μηχανισμών ελέγχου.

Η υπουργική οδηγία του Μαρτίου 2025 αποτέλεσε το πρώτο βήμα, καθώς η ΓΔΑΕΕ κλήθηκε να ενσωματώνει το 25% στις διαπραγματεύσεις με τους ξένους κατασκευαστές. Μάλιστα, η ηγεσία της ΓΔΑΕΕ είχε επιβεβαιώσει ότι συγκροτήθηκε ομάδα ελέγχου συμβάσεων και ότι η ελληνική συμμετοχή θα αποτελούσε προϋπόθεση τόσο για τις νέες προμήθειες όσο και για τις αναβαθμίσεις και τη μετέπειτα υποστήριξη των οπλικών συστημάτων.

Ωστόσο, άλλο η υπηρεσιακή οδηγία και άλλο η νομοθετική υποχρέωση. Το ζητούμενο για τον κλάδο ήταν να μην εξαρτάται η ελληνική συμμετοχή από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία ή από τις διαπραγματεύσεις κάθε εξοπλιστικής σύμβασης.

Τα 7,5 δισ. ευρώ και το παράδειγμα της «Ασπίδας του Αχιλλέα»

Το οικονομικό διακύβευμα είναι τεράστιο. Με βάση τον Μακροπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών, που προβλέπει δαπάνες περίπου 30 δισ. ευρώ, η εφαρμογή του 25% στο σύνολο των προγραμμάτων θα μπορούσε θεωρητικά να δημιουργήσει βιομηχανικό έργο 7,5 δισ. ευρώ για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Βεβαίως, πρόκειται για δυνητικό μέγεθος και όχι για ήδη εξασφαλισμένες παραγγελίες. Η πραγματική αξία θα εξαρτηθεί από τις συμβάσεις, το αντικείμενο της συμμετοχής και κυρίως από το πόσο παραγωγικό έργο θα εκτελείται εντός της χώρας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «Ασπίδα του Αχιλλέα», το πρόγραμμα δημιουργίας του ελληνικού πολυεπίπεδου αμυντικού Θόλου, προϋπολογισμού περίπου 3 δισ. ευρώ, στο οποίο η ελληνική συμμετοχή έχει προβλεφθεί να υπερβαίνει το 25%.

Στο πρόγραμμα έχουν αναδειχθεί δυνατότητες συνεργασίας με ελληνικές εταιρείες όπως οι METLEN, Miltech, Scytalys, Akmon, Ναυπηγεία Σαλαμίνας και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, δημιουργώντας προοπτικές για σημαντικό παραγωγικό έργο.

Η διαφορά σε σχέση με παλαιότερα εξοπλιστικά προγράμματα είναι εμφανής. Από την ουσιαστικά μηδενική συμμετοχή στα Rafale, η Ελλάδα πέρασε στη σταδιακή ανάπτυξη συνεργασιών στις φρεγάτες Belharra και πλέον στην προσπάθεια καθιέρωσης δεσμευτικών ποσοστών εγχώριας παραγωγής.

Η Ελλάδα ετοιμάζεται να πουλήσει όπλα μέσω G2G

Η νομοθετική πρωτοβουλία δεν περιορίζεται όμως στο 25%. Ο Νίκος Δένδιας ανακοίνωσε και τη δημιουργία θεσμικού πλαισίου που θα επιτρέπει στην Ελλάδα να συνάπτει διακρατικές συμφωνίες Government-to-Government (G2G) ως πωλήτρια αμυντικού υλικού.

«Εμείς δεν έχουμε νομοθεσία που να επιτρέπει στην Ελληνική Κυβέρνηση να συμβληθεί ως G2G και ο λόγος που δεν υπήρχε νομοθεσία είναι γιατί δεν υπήρχε τίποτα προς εξαγωγή», ανέφερε ο υπουργός, επισημαίνοντας ότι πλέον δημιουργείται η δυνατότητα εξαγωγών.

Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή, καθώς η Ελλάδα μέχρι σήμερα αξιοποιούσε κυρίως τις διακρατικές συμφωνίες για την αγορά οπλικών συστημάτων από άλλες χώρες.

Το νέο πλαίσιο θα μπορούσε να προσφέρει στις ελληνικές εταιρείες έναν πρόσθετο μηχανισμό πρόσβασης σε διεθνείς αγορές, ιδιαίτερα σε τομείς όπως τα drones, τα ηλεκτρονικά συστήματα, οι επικοινωνίες, οι αισθητήρες και τα προηγμένα αμυντικά υποσυστήματα.

Η δυνατότητα αυτή, πάντως, δεν αρκεί από μόνη της. Απαιτούνται ανταγωνιστικά προϊόντα, οργανωμένη παραγωγική βάση και κρατική υποστήριξη, ώστε οι διακρατικές συμφωνίες να μεταφραστούν σε πραγματικές εξαγωγές.

Αναδιάρθρωση της ΓΔΑΕΕ – Η επόμενη ημέρα

Στο ίδιο νομοσχέδιο προβλέπεται η αναδιοργάνωση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικού Σχεδιασμού και Υποστήριξης (ΓΔΟΣΥ) και του Οικονομικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και η αναδιάρθρωση της ΓΔΑΕΕ, βάσει μελέτης που έχει ήδη ολοκληρωθεί.

Η αλλαγή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με την εφαρμογή του 25%, καθώς η ελληνική συμμετοχή θα πρέπει να ελέγχεται και να πιστοποιείται με σαφή κριτήρια, ώστε να μην περιορίζεται σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Μένει όμως να φανεί πώς θα είναι η νέα διάρθρωση και πώς θα λειτουργήσει στην πράξη.

Είναι σημαντικό, όμως να αναφέρουμε ότι, όπως έχει επισημάνει επανειλημμένα ο ΣΕΚΠΥ, απαιτείται μια οργανωμένη δομή με τη μορφή Γενικής Γραμματείας ή υφυπουργείου, με εξειδικευμένο προσωπικό, ικανή να παρακολουθεί τις βιομηχανικές συνεργασίες και την υλοποίηση των συμβατικών υποχρεώσεων.

Το νέο νομοσχέδιο έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική αμυντική βιομηχανία διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο όχι μόνο στα εγχώρια εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά και στη νέα ευρωπαϊκή αμυντική αγορά, όπου οι επενδυτικές προοπτικές έως το 2036 υπολογίζονται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ.

Το ζητούμενο πλέον δεν είναι να επαναλαμβάνεται η δέσμευση για το 25%, αλλά να αποδειχθεί ότι μπορεί να εφαρμοστεί. Γιατί από το υπηρεσιακό σημείωμα μέχρι τη νομοθέτηση μεσολάβησε ήδη αρκετός χρόνος. Και για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, που καλείται να επενδύσει σε εγκαταστάσεις, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό, ο χρόνος δεν είναι ανεξάντλητος. Όπως έχει ειπωθεί άλλωστε, είναι η τελευταία μεγάλη ευκαιρία για να αναπτυχθεί η ελληνική αμυντική βιομηχανία, μέσα μάλιστα σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον που προτάσσει τον επανεξοπλισμό και προωθεί τις συνεργασίες.

Διαβάστε ακόμη: