Η Εφορία ενισχύει τους ελέγχους για τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων, αξιοποιώντας στοιχεία από τραπεζικούς λογαριασμούς, μεταφορές χρημάτων και συναλλαγές που πραγματοποιούνται με μετρητά.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις περιπτώσεις όπου εμφανίζονται σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στα εισοδήματα που δηλώνονται στην ΑΑΔΕ και στα ποσά που διακινούνται μέσω του τραπεζικού συστήματος.
Οι έλεγχοι δεν περιορίζονται απαραίτητα στις προσωπικές καταθέσεις ενός φορολογουμένου. Υπό προϋποθέσεις, μπορούν να επεκταθούν σε κοινούς λογαριασμούς ή οικονομικές συναλλαγές που συνδέονται με μέλη της οικογένειάς του, εφόσον υπάρχουν στοιχεία που δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση.
Στόχος των φορολογικών αρχών είναι να εντοπιστούν περιπτώσεις απόκρυψης εισοδήματος, αλλά και μεταφορές χρημάτων που ενδέχεται να χρησιμοποιούνται για την αποφυγή φορολογικών υποχρεώσεων.
Ποιες κινήσεις μπαίνουν στο μικροσκόπιο
Στο επίκεντρο των ελέγχων βρίσκονται οι μεγάλες καταθέσεις μετρητών, οι συχνές μεταφορές χρημάτων και οι πιστώσεις που δεν συμβαδίζουν με την οικονομική εικόνα του φορολογουμένου.
Ιδιαίτερη προσοχή μπορεί να δοθεί σε περιπτώσεις όπου χρήματα μεταφέρονται μεταξύ συγγενικών προσώπων χωρίς να προκύπτει σαφώς η προέλευσή τους.
Για παράδειγμα, εάν ένας φορολογούμενος δηλώνει περιορισμένα ετήσια εισοδήματα, αλλά στους λογαριασμούς του εμφανίζονται σημαντικά μεγαλύτερα ποσά, ενδέχεται να κληθεί να δώσει εξηγήσεις.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε τραπεζική κατάθεση αποτελεί φορολογητέο εισόδημα ή ότι κάθε μεταφορά μεταξύ συγγενών θεωρείται ύποπτη.
Πώς υπολογίζεται το αδήλωτο εισόδημα
Η ΑΑΔΕ εφαρμόζει τις λεγόμενες έμμεσες τεχνικές ελέγχου, συγκρίνοντας τις καθαρές τραπεζικές καταθέσεις και τις δαπάνες σε μετρητά με τα δηλωμένα εισοδήματα.
Από τις συνολικές πιστώσεις αφαιρούνται ποσά που δεν αποτελούν νέο εισόδημα, όπως εκταμιεύσεις δανείων και μεταφορές μεταξύ λογαριασμών. Παράλληλα, εξετάζονται οι πραγματικές οικογενειακές και επαγγελματικές δαπάνες, καθώς και περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Στους κοινούς λογαριασμούς διερευνάται ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος των χρημάτων. Εάν δεν μπορεί να προσδιοριστεί, τα ποσά επιμερίζονται ισόποσα στους συνδικαιούχους.
Εάν από τον έλεγχο προκύψει αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, το ποσό μπορεί να φορολογηθεί με συντελεστή 33%, ενώ ενδέχεται να επιβληθεί και πρόστιμο ανακρίβειας.
Ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευση των χρημάτων και να αμφισβητήσει τον καταλογισμό μέσω της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
Διαβάστε ακόμη:
- Να ανοίξουν λογαριασμοί στον Προμηθέα για τη σκανδαλώδη φάμπρικα με τα «3Χ3»
- Χωριάτικο: Υπόθεση «μαμούθ» με 520 εταιρείες – 56 συλλήψεις για απάτη άνω των €100 εκατ.
- Pizza Fan: Αδήλωτα έσοδα άνω των 150 εκατ. ευρώ και πιέσεις σε καταστήματα
- 28η Οκτωβρίου: Το πρόγραμμα των εορταστικών εκδηλώσεων και της μαθητικής παρέλασης
