Η μάχη για την εξουσία δεν θα κριθεί αποκλειστικά το βράδυ των εκλογών. Σε μεγάλο βαθμό, θα κριθεί από όσα θα ακολουθήσουν, όταν τα ποσοστά μετατραπούν σε έδρες και οι πολιτικές διακηρύξεις συγκρουστούν με την πραγματικότητα των κοινοβουλευτικών συσχετισμών.

Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα που βρίσκεται ήδη στο τραπέζι των κομματικών επιτελείων. Ποιος θα έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση; Ποιοι θα αναγκαστούν να αναζητήσουν συμμάχους; Και πόσο ανθεκτικές θα αποδειχθούν οι σημερινές αρνήσεις συνεργασίας όταν το αποτέλεσμα της κάλπης δεν θα αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών;

Η επιδίωξη της αυτοδυναμίας παραμένει ο βασικός στόχος για το πρώτο κόμμα. Ωστόσο, κανένας σοβαρός πολιτικός σχεδιασμός δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε ένα σενάριο. Η πιθανότητα ενός κατακερματισμένου κοινοβουλευτικού τοπίου υποχρεώνει τις ηγεσίες να εξετάζουν διαφορετικές εκδοχές, ακόμη και εκείνες που σήμερα δεν επιθυμούν να συζητήσουν δημόσια.

Στο παρασκήνιο της πολιτικής αντιπαράθεσης, άλλωστε, η εκλογική αριθμητική αποκτά συχνά μεγαλύτερη σημασία από τις προεκλογικές διακηρύξεις. Γιατί άλλο είναι να διεκδικείς την εξουσία με όρους αυτοδυναμίας και άλλο να καλείσαι να την ασκήσεις μέσα από συμβιβασμούς.

Το μεγάλο ερώτημα: Ποιος μιλά με ποιον μετά τις εκλογές;

Η συζήτηση για την επόμενη ημέρα δεν αφορά μόνο το ποιος θα αναδειχθεί πρώτος. Αφορά και το ποιοι θα μπορούσαν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αποτελέσουν μέρος μιας κυβερνητικής λύσης.

Οι πολιτικές αποστάσεις μεταξύ των κομμάτων, οι προσωπικές αντιπαραθέσεις και οι δεσμεύσεις των αρχηγών αποτελούν σημαντικά εμπόδια σε οποιαδήποτε προσπάθεια συνεννόησης. Την ίδια στιγμή, όμως, η ανάγκη διασφάλισης κυβερνητικής σταθερότητας μπορεί να δημιουργήσει διαφορετικές πιέσεις μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.

Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στις λεγόμενες κόκκινες γραμμές. Ποιοι θα επιμείνουν μέχρι τέλους ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συνεργασίας; Ποιοι θα αφήσουν ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας προγραμματικής συμφωνίας; Και ποιοι θα επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν τη θέση τους για να διαδραματίσουν ρόλο στις εξελίξεις;

Σε αυτό το πεδίο, κάθε δημόσια τοποθέτηση έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά απευθύνεται στους ψηφοφόρους και επιχειρεί να διαμορφώσει εκλογική δυναμική. Από την άλλη, καθορίζει τα περιθώρια κινήσεων που θα έχει κάθε πολιτικός αρχηγός εάν χρειαστεί να συμμετάσχει σε μετεκλογικές διαβουλεύσεις.

Το βέβαιο είναι ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν εξαντλείται στις σημερινές δηλώσεις. Η πραγματική δοκιμασία θα αρχίσει όταν οι αριθμοί της κάλπης επιβάλουν συγκεκριμένες αποφάσεις.

Χωρίς, πάντως, επιβεβαιωμένα στοιχεία για συγκεκριμένες επαφές, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο ότι βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη μυστικές διαπραγματεύσεις ή ότι έχουν διαμορφωθεί συμφωνίες μεταξύ κομματικών επιτελείων. Το ενδιαφέρον βρίσκεται, προς το παρόν, στα σενάρια που καλούνται να σταθμίσουν οι πολιτικές ηγεσίες.

Στο 35% η αυτοδυναμία: Πώς το άθροισμα των μικρών κομμάτων χαμηλώνει το όριο

Η αυτοδυναμία και το πολιτικό κόστος των συνεργασιών

Για το πρώτο κόμμα, η αυτοδυναμία αποτελεί την πιο καθαρή διαδρομή προς την εξουσία. Περιορίζει τις εξαρτήσεις από άλλες πολιτικές δυνάμεις και επιτρέπει την εφαρμογή ενός κυβερνητικού προγράμματος χωρίς την ανάγκη διαρκών διαπραγματεύσεων με κυβερνητικούς εταίρους.

Εάν, όμως, το αποτέλεσμα δεν επιτρέψει τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης, το τοπίο αλλάζει ριζικά.

Μια κυβέρνηση συνεργασίας θα απαιτούσε συμφωνία όχι μόνο για την κατανομή των κυβερνητικών θέσεων, αλλά και για τις βασικές προτεραιότητες της επόμενης περιόδου. Η οικονομία, η φορολογική πολιτική, η αντιμετώπιση της ακρίβειας, η στέγαση, η δημόσια υγεία και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις θα αποτελούσαν πεδία στα οποία θα έπρεπε να αναζητηθούν κοινές θέσεις.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν θα ήταν μόνο προγραμματικό. Θα ήταν και βαθιά πολιτικό.

Κάθε κόμμα θα έπρεπε να εξηγήσει στους ψηφοφόρους του γιατί επιλέγει να συνεργαστεί με μια δύναμη την οποία ενδεχομένως είχε αντιμετωπίσει ως βασικό αντίπαλο κατά την προεκλογική περίοδο. Οι συμβιβασμοί θα μπορούσαν να προκαλέσουν εσωκομματικές αντιδράσεις, ενώ η συμμετοχή στην κυβέρνηση θα δημιουργούσε νέες ευθύνες για όλες τις πλευρές.

Με άλλα λόγια, η συνεργασία δεν αποτελεί απλώς λύση σε ένα αριθμητικό πρόβλημα. Είναι μια απόφαση με συνέπειες για την πολιτική ταυτότητα, την αξιοπιστία και τη μελλοντική εκλογική πορεία κάθε κόμματος.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι πολιτικοί αρχηγοί καλούνται να σταθμίσουν εγκαίρως όχι μόνο τι επιδιώκουν να κερδίσουν από την κάλπη, αλλά και τι θα είναι διατεθειμένοι να διαπραγματευτούν μετά από αυτήν.

To Μαξίμου σε «εκλογικό συναγερμό» υπό τη σκιά της Μέσης Ανατολής: Σενάρια για κάλπες έως τον Οκτώβριο, τρεις κρίσιμες συσκέψεις, πίεση από οικονομία και σκάνδαλα και «φουλ» επιδοματική στρατηγική για διατήρηση της κυριαρχίας

Η δεύτερη κάλπη ως εναλλακτική διαδρομή

Το ενδεχόμενο νέας εκλογικής αναμέτρησης παραμένει μία από τις πιθανές εξελίξεις, εφόσον δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης.

Σε μια τέτοια περίπτωση, οι διερευνητικές εντολές θα αποτελέσουν την πρώτη κρίσιμη δοκιμασία για τις πολιτικές ηγεσίες. Η αποτυχία εξεύρεσης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε νέο εκλογικό κύκλο, με τα κόμματα να καλούνται να επανατοποθετηθούν απέναντι στους ψηφοφόρους.

Μια δεύτερη κάλπη θα είχε τη δική της δυναμική. Οι πολιτικοί συσχετισμοί θα μπορούσαν να μεταβληθούν, οι ευθύνες για το αδιέξοδο θα αποτελούσαν αντικείμενο αντιπαράθεσης και κάθε κόμμα θα επιχειρούσε να εμφανιστεί ως η πιο αξιόπιστη επιλογή για την επόμενη ημέρα.

Το ερώτημα είναι εάν οι πολιτικές δυνάμεις θα επιλέξουν εξαρχής να διατηρήσουν ανοιχτό τον δρόμο της συνεννόησης ή εάν θα οδηγηθούν σε μια παρατεταμένη αντιπαράθεση, με στόχο να βελτιώσουν τη θέση τους σε μια νέα αναμέτρηση.

Σε κάθε περίπτωση, η δεύτερη κάλπη δεν αποτελεί αυτόματη συνέπεια της απουσίας αυτοδυναμίας. Προηγείται η συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία των διερευνητικών εντολών και η εξέταση των διαθέσιμων δυνατοτήτων σχηματισμού κυβέρνησης.

Η πολιτική αβεβαιότητα, ωστόσο, θα μπορούσε να παραταθεί, εφόσον οι κομματικές διαφορές αποδειχθούν ισχυρότερες από την επιθυμία εξεύρεσης μιας κοινά αποδεκτής λύσης.

Κομισιόν: Θα στηρίξουμε την Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τις καταστροφές

Η ευρωπαϊκή προεδρία βάζει ημερομηνία στο πολιτικό ημερολόγιο

Στους σχεδιασμούς για την επόμενη ημέρα προστίθεται ένας παράγοντας με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα: η ανάληψη της εκ περιτροπής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα την 1η Ιουλίου 2027.

Η ελληνική προεδρία, η οποία θα διαρκέσει έως το τέλος του έτους, αποτελεί μια σημαντική θεσμική υποχρέωση για τη χώρα. Απαιτεί προετοιμασία, διοικητική επάρκεια, διπλωματικό συντονισμό και συνεργασία με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, καθώς και με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η συγκεκριμένη ημερομηνία δεν καθορίζει τις εκλογικές εξελίξεις, προσθέτει όμως έναν χρονικό παράγοντα στον κυβερνητικό σχεδιασμό.

Εάν η χώρα διαθέτει εγκαίρως σταθερή κυβέρνηση, η προετοιμασία μπορεί να εξελιχθεί με σαφή πολιτική κατεύθυνση. Εάν, αντίθετα, έχει προηγηθεί μια δύσκολη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης ή ένας νέος εκλογικός κύκλος, οι πολιτικές προτεραιότητες θα χρειαστεί να συντονιστούν με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή.

Δεν πρόκειται για αυτόματο θεσμικό κίνδυνο. Η προετοιμασία της προεδρίας πραγματοποιείται σε βάθος χρόνου και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων. Παράλληλα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει συνεργασία με τις άλλες χώρες του προεδρικού τριδύμου, ώστε να διασφαλίζεται η συνέχεια των εργασιών.

Ωστόσο, η συγκυρία αποκτά πολιτικό ενδιαφέρον. Μια χώρα που καλείται να συντονίσει ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις και να συμβάλει στη διαμόρφωση κοινών αποφάσεων έχει κάθε λόγο να επιδιώκει θεσμική συνέχεια και αποτελεσματική κυβερνητική λειτουργία.

Η ευρωπαϊκή προεδρία, επομένως, δεν αποτελεί μηχανισμό πίεσης προς τα κόμματα για να συμφωνήσουν. Είναι, όμως, ένας παράγοντας που θα πρέπει να συνυπολογιστεί στον σχεδιασμό της επόμενης περιόδου.

Πολιτική «μέγγενη» για το Μαξίμου και τη Χαριλάου Τρικούπη: Η μετωπική σύγκρουση για το Κράτος Δικαίου «παγώνει» το Μαξίμου, ενώ η δημοσκοπική ανατροπή-σοκ φέρνει τον Αλέξη Τσίπρα σε τροχιά αξιωματικής αντιπολίτευσης

Το παρασκήνιο θα αποκαλυφθεί όταν μιλήσουν οι αριθμοί

Το πραγματικό πολιτικό παιχνίδι θα αρχίσει να ξεκαθαρίζει όταν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα των εκλογών. Μέχρι τότε, οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν τάσεις και διαθέσεις, χωρίς να μπορούν να προδικάσουν με ασφάλεια την τελική κατανομή των εδρών ή τις αποφάσεις των πολιτικών αρχηγών.

Αυτό που καλούνται να κάνουν τα κομματικά επιτελεία είναι να προετοιμαστούν για περισσότερες από μία εκδοχές. Να υπολογίσουν τα περιθώρια αυτοδυναμίας, να αξιολογήσουν τα πιθανά κοινοβουλευτικά δεδομένα και να προσδιορίσουν ποιες πολιτικές επιλογές μπορούν να υποστηρίξουν χωρίς να ακυρώσουν τις βασικές τους δεσμεύσεις.

Γιατί η επόμενη ημέρα δεν θα είναι απλώς μια συνέχεια της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Θα είναι μια νέα πολιτική αναμέτρηση, με διαφορετικούς όρους, διαφορετικές πιέσεις και συγκεκριμένες αποφάσεις που θα πρέπει να ληφθούν μέσα σε περιορισμένο χρόνο.

Η 1η Ιουλίου 2027 προσθέτει σε αυτή την εξίσωση ένα σταθερό ευρωπαϊκό ορόσημο. Το ζητούμενο, όμως, θα παραμείνει πρωτίστως πολιτικό: εάν οι εκλογές θα δώσουν μια καθαρή κυβερνητική λύση ή εάν οι συσχετισμοί θα οδηγήσουν σε δύσκολες διαπραγματεύσεις και νέες ανακατατάξεις.

Στο τέλος, η μάχη δεν θα αφορά μόνο το ποιος θα επικρατήσει στην κάλπη. Θα αφορά το ποιος θα μπορέσει να συγκεντρώσει την αναγκαία κοινοβουλευτική στήριξη, να διαμορφώσει ένα λειτουργικό κυβερνητικό σχήμα και να αναλάβει την ευθύνη της διακυβέρνησης σε μια περίοδο με αυξημένες εσωτερικές και ευρωπαϊκές απαιτήσεις.

Διαβάστε ακόμη: