Ξεπέρασε τα 114 δολάρια το βαρέλι το πετρέλαιο, ασκώντας πιέσεις στις διεθνείς αγορές, οι οποίες βρίσκονταν ήδη σε κλυδωνισμό μετά το σφοδρό κύμα ρευστοποιήσεων που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας στις μετοχές των μεγάλων τεχνολογικών κολοσσών στη Wall Street.
Το αργό πετρέλαιο τύπου Brent, ο διεθνής δείκτης αναφοράς, κατέγραψε άνοδο έως και 1,4%, φτάνοντας τα 114,72 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Μάιο και συνεχίζοντας μια ραγδαία ανοδική πορεία, εν μέσω φόβων για νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αργού πετρελαίου τύπου West Texas Intermediate (WTI) στις ΗΠΑ
σημείωσαν άνοδο 1,6%, διαπραγματευόμενα στα 101,04 δολάρια το βαρέλι
Τα futures του πετρελαίου Brent οδεύουν προς εβδομαδιαία άνοδο 3,3%, γεγονός που τα θέτει σε τροχιά για την τρίτη συνεχόμενη εβδομάδα κερδών. Παράλληλα, διαπραγματεύονται στα υψηλότερα επίπεδά τους από τις αρχές Μαΐου.
Αντιθέτως, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του πετρελαίου WTI οδεύουν προς εβδομαδιαία πτώση 1,1%, διακόπτοντας ένα σερί δύο συνεχόμενων εβδομάδων ανόδου.
Με το βλέμμα στη Μέση Ανατολή
Οι συμμετέχοντες στην αγορά συνεχίζουν να παρακολουθούν τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Την Πέμπτη, ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε το Ιράν ότι ψεύδεται σχετικά με επιθέσεις εναντίον πλοίων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.
«Το Ιράν κάνει ό,τι μπορεί για να ανεβάσει την τιμή του πετρελαίου ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ», έγραψε στην πλατφόρμα Truth Social. «Μάλιστα, επινοούν ψεύτικες επιθέσεις, ναρκοθετήσεις και άλλα παρόμοια, τη στιγμή που η ποσότητα πετρελαίου που διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ είναι σήμερα μεγαλύτερη ακόμη και από ό,τι ήταν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης».
Σύμφωνα με το ιρανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Tasnim –το οποίο συνδέεται με το κράτος–, οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν ανακοίνωσαν την Πέμπτη ότι τέσσερα πλοία δέχθηκαν επίθεση και τυλίχθηκαν στις φλόγες στον Περσικό Κόλπο, ενώ άλλα τρία προσέκρουσαν σε νάρκες στα Στενά του Ορμούζ.
Παράλληλα, ο αρχηγός του ιρανικού στρατού φέρεται να δήλωσε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας είναι πλήρως προετοιμασμένες για «ασύμμετρο πόλεμο», έχοντας ενισχύσει τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες.
Στη Σαουδική Αραβία, ο πετρελαϊκός κολοσσός Saudi Aramco φέρεται να έδωσε εντολή στο προσωπικό του να εκκενώσει τα κεντρικά γραφεία στην πόλη Νταχράν και να εργαστεί εξ αποστάσεως, μετά από σειρά επιθέσεων από τους αντάρτες Χούτι –οι οποίοι υποστηρίζονται από το Ιράν–, όπως μετέδωσε το πρακτορείο Reuters.
Τις τελευταίες εβδομάδες, οι Χούτι έχουν εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον αεροδρομίων στη Σαουδική Αραβία και εγκαταστάσεων της Aramco, προκαλώντας αρκετούς θανάτους.
Η πρόσφατη άνοδος της τιμής του πετρελαίου απειλεί να προκαλέσει περαιτέρω πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία, ακριβώς τη στιγμή που εντείνονται οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα της «έκρηξης» στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης (AI), καθώς και για τις μαζικές ρευστοποιήσεις γαλλικών κρατικών ομολόγων.
Ο δείκτης Nasdaq 100 έκλεισε την Πέμπτη με πτώση 2,9%, αφού οι προβλέψεις της Meta για εξαιρετικά υψηλές κεφαλαιουχικές δαπάνες (capex) ενίσχυσαν τον προβληματισμό σχετικά με το αν η ιστορική και ολοένα και περισσότερο χρηματοδοτούμενη μέσω δανεισμού επενδυτική «έκρηξη» στην τεχνητή νοημοσύνη θα αποδώσει τελικά καρπούς.
Στροφή σε ασφαλή καταφύγια
Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε μια στροφή προς «ασφαλή καταφύγια» (haven assets), οδηγώντας την Πέμπτη τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα στην καλύτερη ημερήσια επίδοσή τους από το 2023. Η απόδοση του 10ετούς τίτλου υποχώρησε κατά 0,19 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς οι φόβοι για την τεχνητή νοημοσύνη συνδυάστηκαν με ένα νέο κύμα ρευστοποιήσεων στις πιο ριψοκίνδυνες αγορές ομολόγων της Ευρωζώνης, αλλά και με την άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου.
«Οι αστάθειες των τελευταίων εβδομάδων συνέπεσαν όλες μαζί» εξηγεί στους Financial Times ο Jim Reid της Deutsche Bank. Καθώς οι ευρωπαϊκές και οι αμερικανικές αγορές σταθεροποιήθηκαν την Παρασκευή, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου διαμορφώθηκε στο 4,98% (αυξημένη κατά 0,03 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ η απόδοση των γερμανικών Bunds —που θεωρούνται το «ασφαλές καταφύγιο» της Ευρωζώνης— υποχώρησε κατά 0,01 μονάδες, στο 3,33%. Τα γαλλικά ομόλογα επίσης σταθεροποιήθηκαν μετά από δύο ημέρες έντονων ρευστοποιήσεων, με την απόδοση του 10ετούς τίτλου να υποχωρεί κατά 0,03 ποσοστιαίες μονάδες, στο 5,06%.
Η διαφορά απόδοσης (spread) έναντι της Γερμανίας παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, στις 1,7 ποσοστιαίες μονάδες — ένα επίπεδο που, πριν από αυτή την εβδομάδα, είχε να καταγραφεί από την εποχή της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη.
Ο δείκτης Nasdaq 100 αναμενόταν να ανοίξει με άνοδο 0,3% την Παρασκευή. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) που συνδέονται με τον δείκτη S&P 500 —ο οποίος έκλεισε με πτώση 1,2%— παρέμειναν αμετάβλητα.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx Europe 600 σημείωσε πτώση 0,3% στις αρχικές συναλλαγές, έπειτα από υποχώρηση 1% την Πέμπτη.
Οι ασιατικές αγορές
Νωρίτερα, η έντονη μεταβλητότητα στις ασιατικές χρηματιστηριακές αγορές οδήγησε τον νοτιοκορεατικό δείκτη Kospi —στον οποίο κυριαρχούν οι τεχνολογικές μετοχές— σε πτώση έως και 4%, προτού ανακάμψει και κλείσει τελικά με άνοδο 0,3%. Ο ιαπωνικός δείκτης Nikkei 225, επίσης με ισχυρή παρουσία τεχνολογικών μετοχών, υποχώρησε έως και 2%, αλλά στη συνέχεια περιόρισε τις απώλειες, κλείνοντας με πτώση 0,3%.
Τα κρατικά ομόλογα, που θεωρούνται «ασφαλή καταφύγια», κατέγραψαν έντονη άνοδο στην Ασία, με την απόδοση του 10ετούς ιαπωνικού κρατικού ομολόγου να υποχωρεί κατά 0,08 ποσοστιαίες μονάδες, στο 2,8%.
«Οι διεθνείς επενδυτές αξιολογούν τον κίνδυνο κατάρρευσης των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας (hyperscalers) και της προοπτικής γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, αναζητώντας παράλληλα ασφαλή τοποθέτηση για τα κεφάλαιά τους» υπογραμμίζει στέλεχος χρηματιστηριακής εταιρείας στο Τόκιο.
Ο δείκτης Kospi έχει υποχωρήσει σχεδόν κατά το ένα πέμπτο αυτόν τον μήνα και βρίσκεται πλέον περισσότερο από 40% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του Ιουνίου, αποτελώντας τη χρηματιστηριακή αγορά με τις χειρότερες επιδόσεις παγκοσμίως.
Την πτώση της Πέμπτης ηγήθηκαν οι κατασκευαστές τσιπ μνήμης, καθώς τα σχέδια δαπανών της Meta αναζωπύρωσαν τις αμφιβολίες σχετικά με τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της επέκτασης των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης, η οποία χρηματοδοτείται μέσω δανεισμού.
