Ανάπτυξη 2% για το 2026 και πληθωρισμό 3,5% προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος, επισημαίνοντας ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί την ανθεκτικότητά της απέναντι στις διεθνείς αβεβαιότητες, παρά τις αυξημένες πιέσεις από το ενεργειακό κόστος και την αναζωπύρωση του πληθωρισμού.

Σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα «Note on the Greek economy» της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της κεντρικής τράπεζας, το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ξεπερνώντας την αντίστοιχη επίδοση της Ευρωζώνης, όπου η ανάπτυξη διαμορφώθηκε στο 1,2%.

Η επίδοση αυτή καταγράφεται σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας στη διεθνή οικονομία, με την εγχώρια δραστηριότητα να εξακολουθεί να εμφανίζει θετική δυναμική. Σημαντικότερη πρόκληση παραμένει ο πληθωρισμός, ο οποίος έχει επηρεαστεί έντονα από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την άνοδο των διεθνών ενεργειακών τιμών.

Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 3,8% την περίοδο Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2026, καθώς οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος ανέκοψαν την αποκλιμάκωση που είχε καταγραφεί έως το τέλος του 2025.

Οι πληθωριστικές πιέσεις κατά το πρώτο εννεάμηνο προήλθαν κυρίως από την επίμονη αύξηση των τιμών στις υπηρεσίες και τη σημαντική ενίσχυση του ενεργειακού πληθωρισμού. Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο ο ετήσιος πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 5,1%, εξέλιξη που η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει πρωτίστως στις ανατιμήσεις της ενέργειας και των υπηρεσιών.

Στην αγορά κατοικίας, οι τιμές των διαμερισμάτων συνέχισαν να αυξάνονται με ισχυρούς, αν και σταδιακά επιβραδυνόμενους, ρυθμούς κατά τη διάρκεια του 2025 και του πρώτου εξαμήνου του 2026.

Θετική εικόνα παρουσιάζει η αγορά εργασίας, καθώς το δεύτερο τρίμηνο του 2026 η απασχόληση ενισχύθηκε και το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε. Τα τελευταία διαθέσιμα μηνιαία στοιχεία, που αφορούν τον Αύγουστο, δείχνουν ότι η αύξηση της απασχόλησης συνεχίστηκε.

Αντίθετα, στο εξωτερικό ισοζύγιο καταγράφεται επιδείνωση. Παρότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είχε μειωθεί αισθητά το 2025, κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2026 διευρύνθηκε σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Ιδιαίτερα θετικές παραμένουν οι εξελίξεις στα δημόσια οικονομικά, με το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2025 να διαμορφώνεται στο 5,1% του ΑΕΠ, σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 3,7% που είχε τεθεί στον Προϋπολογισμό του 2026. Η υπέρβαση αυτή αποδίδεται στον περιορισμό των δαπανών και στην αύξηση των κρατικών εσόδων.

Παράλληλα, ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 8,2 ποσοστιαίες μονάδες το 2025, υποχωρώντας στο 145,4% του ΑΕΠ. Στη μείωση συνέβαλαν το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους και η ευνοϊκή διαφορά μεταξύ του επιτοκίου εξυπηρέτησης του χρέους και του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 το χρέος της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε περαιτέρω κατά 4,3 δισ. ευρώ, φτάνοντας στο 136,1% του ΑΕΠ, λόγω των πρόωρων αποπληρωμών.

Στον τραπεζικό τομέα, η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις παραμένει σημαντική, συμβαδίζοντας με τη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη, ενώ επιταχύνθηκε και ο ρυθμός αύξησης των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα.

Την ίδια στιγμή, σε συνάρτηση με τις πρόσφατες αυξήσεις των βασικών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα επιτόκια τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις έχουν σημειώσει μικρή άνοδο κατά τη διάρκεια του 2026.

Ανθεκτικότητα παρουσιάζει και η αγορά ελληνικών κρατικών ομολόγων, παρά τη γενικευμένη αύξηση των αποδόσεων στις διεθνείς αγορές και την ανατιμολόγηση των επενδυτικών κινδύνων. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας έχουν συμβάλει στον περιορισμό των επιπτώσεων από την άνοδο των διεθνών αποδόσεων, με τις αποδόσεις και τα περιθώρια των ελληνικών κρατικών τίτλων να διατηρούν σχετικά ανθεκτική εικόνα από τις αρχές του έτους.

Αντίστοιχα, τα ελληνικά εταιρικά ομόλογα και οι μετοχές είχαν υπεραποδώσει έναντι των αντίστοιχων αγορών της Ευρωζώνης το 2025, ενώ και κατά τη διάρκεια του 2026 εξακολουθούν να εμφανίζουν ανθεκτικότητα, παρά την αυξημένη μεταβλητότητα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Όσον αφορά τις οικονομικές προοπτικές, σύμφωνα με τις μακροοικονομικές προβολές του Ευρωσυστήματος του Σεπτεμβρίου, η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 2% το 2026, ενώ για το 2027 προβλέπεται ανάπτυξη 1,9% και για το 2028 αύξηση του ΑΕΠ κατά 2%. Βασικοί μοχλοί της ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα παραμείνουν η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.

Για τον πληθωρισμό, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι ο εναρμονισμένος δείκτης θα αυξηθεί στο 3,5% κατά μέσο όρο το 2026, εξαιτίας των υψηλότερων ενεργειακών τιμών και της συνεχιζόμενης ανόδου των τιμών στις υπηρεσίες. Στη συνέχεια αναμένεται σταδιακή αποκλιμάκωση, υπό την παραδοχή ότι οι τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων θα υποχωρήσουν. Συγκεκριμένα, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028.

Τέλος, η δημοσιονομική πολιτική αναμένεται να αποκτήσει επεκτατικό χαρακτήρα το 2026, ως αποτέλεσμα των μέτρων που έχουν υιοθετηθεί για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, με έμφαση στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, αλλά και της αύξησης των δημόσιων επενδύσεων που υποστηρίζονται από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα NextGenerationEU.

Διαβάστε ακόμη: