Νέα δεδομένα στην αγορά των καταναλωτικών δανείων δημιουργεί ο νόμος 5317/2026, ο οποίος θεσπίζει ανώτατα όρια στα επιτόκια και στο συνολικό κόστος δανεισμού, με στόχο την προστασία των καταναλωτών από υπερβολικές επιβαρύνσεις.

Ο νόμος, που ψηφίστηκε από τη Βουλή και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 108 στις 10 Ιουλίου 2026, ενσωματώνει ευρωπαϊκές οδηγίες για την καταναλωτική πίστη και προβλέπει αυστηρότερους κανόνες διαφάνειας στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές.

Τα νέα πλαφόν στα καταναλωτικά δάνεια

Σύμφωνα με το άρθρο 40, το συνολικό κόστος ενός καταναλωτικού δανείου, στο οποίο περιλαμβάνονται οι τόκοι, οι προμήθειες και οι λοιπές επιβαρύνσεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει συγκεκριμένο ποσοστό του αρχικού κεφαλαίου.

Ειδικότερα, το ανώτατο όριο διαμορφώνεται στο 60% για δάνεια διάρκειας έως τέσσερα έτη, στο 70% για δάνεια διάρκειας άνω των τεσσάρων και έως οκτώ ετών και στο 75% για δάνεια με διάρκεια μεγαλύτερη των οκτώ ετών.

Για παράδειγμα, σε δάνειο 10.000 ευρώ τετραετούς διάρκειας, οι συνολικοί τόκοι και οι υπόλοιπες χρεώσεις δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις 6.000 ευρώ. Αντίστοιχα, για δάνειο οκταετούς διάρκειας, το ανώτατο κόστος φτάνει τις 7.000 ευρώ.

Τα όρια αφορούν το κόστος της χρηματοδότησης και όχι το αρχικό κεφάλαιο, το οποίο ο δανειολήπτης εξακολουθεί να οφείλει να επιστρέψει.

Παράλληλα, ο νόμος προβλέπει ότι το Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΣΕΠΕ) δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέσο επιτόκιο αντίστοιχων συμβάσεων, όπως δημοσιεύεται ανά τρίμηνο από την Τράπεζα της Ελλάδος, προσαυξημένο κατά 30% έως 50%.

Οι περιορισμοί ισχύουν τόσο για δάνεια σταθερού όσο και κυμαινόμενου επιτοκίου. Εξαίρεση αποτελούν οι πιστωτικές κάρτες, στις οποίες εφαρμόζεται το όριο του ΣΕΠΕ, όχι όμως και το πλαφόν συνολικού κόστους ανάλογα με τη διάρκεια.

Πότε εφαρμόζονται οι αλλαγές

Η εφαρμογή του νέου πλαισίου αναμένεται στις 20 Νοεμβρίου, ενώ εκκρεμεί η εξειδίκευση κρίσιμων παραμέτρων με κανονιστικές αποφάσεις. Ήδη το υπουργείο Ανάπτυξης έχει συγκροτήσει ομάδα εργασίας για την προετοιμασία της σχετικής κοινής υπουργικής απόφασης.

Το νέο πλαίσιο επιδιώκει να περιορίσει τις υπερβολικές επιβαρύνσεις, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζει ότι κάθε αίτηση χρηματοδότησης θα εγκρίνεται, καθώς εξακολουθούν να ισχύουν τα κριτήρια πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Διαβάστε ακόμη: