Η Ευρώπη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με το γνώριμο πρόβλημα της ενεργειακής εξάρτησης, καθώς οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου περνούν σταδιακά στην πραγματική οικονομία και επαναφέρουν τον φόβο ενός νέου κύματος ακρίβειας.
Η άνοδος των τιμών στα καύσιμα δεν επιβαρύνει μόνο τις μετακινήσεις. Αυξάνει το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές, τη λειτουργία της βιομηχανίας και τελικά τις τιμές σε αγαθά και υπηρεσίες. Την ίδια στιγμή, τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου παραμένουν χαμηλότερα από τα συνηθισμένα για την εποχή επίπεδα, αφήνοντας την οικονομία περισσότερο εκτεθειμένη ενόψει του χειμώνα.
Χαμηλά αποθέματα και ακριβό diesel
Τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη βρίσκονται περίπου στο 69%, έναντι μέσου όρου περίπου 85% την αντίστοιχη περίοδο των τελευταίων πέντε ετών.
Παράλληλα, οι τιμές του diesel έχουν αυξηθεί περίπου 38% σε ετήσια βάση, ενώ το φυσικό αέριο έχει ενισχυθεί κατά περίπου 150% σε σχέση με πέρυσι, αυξάνοντας σημαντικά την πίεση στις ευρωπαϊκές οικονομίες.
18 δισ. ευρώ για να συγκρατηθούν οι τιμές
Οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ήδη δαπανήσει περίπου 17,9 δισ. ευρώ μέσα στο 2026 για να περιορίσουν τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πάντως, προειδοποιεί ότι οι οριζόντιες επιδοτήσεις δεν μπορούν να συνεχίζονται επ’ αόριστον και ζητεί πιο στοχευμένα μέτρα για τα ευάλωτα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο.
Η Ιταλία δείχνει το μέγεθος της πίεσης
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιταλίας. Η κυβέρνηση Μελόνι έχει επιχειρήσει να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων, ενώ Eni και SOCAR έχουν συμφωνήσει σε πλαφόν τιμών σε μέρος του δικτύου πρατηρίων.
Παρόλα αυτά, οι τιμές παραμένουν υψηλές και η κυβέρνηση εξετάζει νέα μέτρα, με κόστος αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ο κίνδυνος επιστροφής του πληθωρισμού
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η ενεργειακή κρίση μπορεί να μετατραπεί ξανά σε πληθωριστικό κύμα.
Η Κομισιόν υπολογίζει ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα κινηθεί γύρω στο 3% το 2026, ενώ οι αυξημένες τιμές ενέργειας ήδη επιβαρύνουν τις εκτιμήσεις και για το 2027.
Αυτό δημιουργεί ένα ακόμη δύσκολο δίλημμα για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: εάν οι ενεργειακές ανατιμήσεις περάσουν μόνιμα στις υπόλοιπες τιμές, η νομισματική πολιτική μπορεί να χρειαστεί να παραμείνει περισσότερο περιοριστική, επιβαρύνοντας ανάπτυξη και επενδύσεις.
Το παλιό ευρωπαϊκό πρόβλημα παραμένει
Παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη των ΑΠΕ και τη μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο μετά το 2022, η Ευρώπη εξακολουθεί να εισάγει μεγάλο μέρος της ενέργειας που καταναλώνει.
Και αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή, κάθε διακοπή ροών ή κάθε σοβαρό πρόβλημα στις διεθνείς αγορές μετατρέπεται γρήγορα σε οικονομικό πρόβλημα στο εσωτερικό της Ένωσης.
Το πραγματικό στοίχημα πλέον δεν είναι μόνο να αντιμετωπιστεί η σημερινή άνοδος των τιμών. Είναι να μειωθεί αρκετά η ενεργειακή εξάρτηση ώστε η επόμενη διεθνής κρίση να μην μεταφραστεί ξανά σε ακριβότερη παραγωγή, ακριβότερα προϊόντα και νέα πίεση στα εισοδήματα των Ευρωπαίων.
