Υπάρχουν πολιτικές αντιπαραθέσεις και υπάρχουν και πολιτικά διλήμματα που πατούν πάνω στον φόβο. Και κάπου εδώ η κυβέρνηση φαίνεται να περνάει μια γραμμή που καλό θα ήταν να μην περάσει. Τα σαΐνια του Σημιτικού ΠΑΣΟΚ που μάζεψε στη ΝΔ ο Κυριάκος Μητσοτάκης παίζουν τα ρέστα τους ελέω Μητσοτάκη…

Γιατί όταν ένας υπουργός λέει στους πολίτες ότι σε περίπτωση ακυβερνησίας «θα γίνει το ντου από απέναντι» και όταν κυβερνητικά στελέχη αρχίζουν να θέτουν το ερώτημα ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 τα ξημερώματα σε περίπτωση κρίσης με την Τουρκία, το μήνυμα που τελικά φτάνει στην κοινωνία είναι απλό:

«Ψηφίστε Μητσοτάκη, γιατί αλλιώς δεν ξέρετε τι μπορεί να πάθει η χώρα».

Και αυτό δεν είναι απλώς ένα σκληρό προεκλογικό δίλημμα. Είναι μια πολιτική στρατηγική που ακουμπάει στο συναίσθημα του φόβου.

Από το «ντου» στο τηλέφωνο των 3 το πρωί

Ο Γιώργος Φλωρίδης ήταν αυτός που άνοιξε πρώτος την πόρτα. Μίλησε για το ενδεχόμενο ενός τουρκικού «ντου» σε περίπτωση που η χώρα βρεθεί ακυβέρνητη, ενώ συνέδεσε ευθέως την πολιτική σταθερότητα με την εθνική ασφάλεια.

Ακολούθησαν κυβερνητικά στελέχη που κινήθηκαν στην ίδια λογική.

Ο Θάνος Πλεύρης έβαλε στο τραπέζι το περίφημο ερώτημα ποιος θα βρίσκεται στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής στις 3 τα ξημερώματα.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης μίλησε για εθνικά επικίνδυνη παρατεταμένη ακυβερνησία, ενώ ο Δημήτρης Μαρκόπουλος υποστήριξε ότι ακόμη και η Τουρκία «ζυγίζει» ποιος βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας.

Κάπως έτσι, μέσα σε λίγες ημέρες, η πολιτική συζήτηση μετακινήθηκε από την οικονομία, την ακρίβεια, τους μισθούς, τις συντάξεις, τη φορολογία και την καθημερινότητα σε ένα πολύ διαφορετικό πεδίο:

«Ποιος θα κυβερνήσει όταν χτυπήσει το τηλέφωνο στις 3 το πρωί;»

Π. Μαρινάκης: Οι γνωστοί άγνωστοι το λεγόμενο «κίνημα των τυμβωρύχων», παίζουν τα ρέστα τους

Το άδειασμα του Μαρινάκη δεν σβήνει τη ζημιά

Το πρόβλημα για το κυβερνητικό επιτελείο είναι ότι αντιλήφθηκε γρήγορα πως αυτή η ρητορική μπορεί να εξελιχθεί σε μπούμερανγκ.

Ο Παύλος Μαρινάκης επιχείρησε να κρατήσει χαμηλότερους τόνους, υπογραμμίζοντας ότι δεν βρισκόμαστε μπροστά σε κάποια κρίση και επαναφέροντας τη συζήτηση στη λογική της σταθερής κυβέρνησης.

Μόνο που η ζημιά στην πολιτική εικόνα είχε ήδη γίνει.

Γιατί όταν η μία κυβερνητική φωνή μιλά για «ντου», η άλλη για «3 τα ξημερώματα», η τρίτη για εθνικά επικίνδυνη ακυβερνησία και η τέταρτη για το τι «ζυγίζει» ο Ερντογάν, είναι δύσκολο μετά να πείσεις τον πολίτη ότι όλα αυτά δεν αποτελούν κεντρικό πολιτικό αφήγημα.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο λάθος.

Τα «τανκς» και ο Καραμανλής

Η Ελλάδα έχει ζήσει στο παρελθόν πολιτικές αναμετρήσεις στις οποίες τα μεγάλα διλήμματα συνδέθηκαν με υπαρξιακούς κινδύνους.

Το «Καραμανλής ή τανκς» έμεινε στην πολιτική ιστορία ακριβώς επειδή εξέφρασε μια εποχή στην οποία η επιλογή της κάλπης παρουσιαζόταν ως επιλογή ανάμεσα στη δημοκρατική ομαλότητα και στον φόβο μιας εκτροπής.

Σήμερα, φυσικά, οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές.

Όμως η λογική του διλήμματος μέσω του φόβου είναι αυτή που προκαλεί τον συνειρμό.

Δεν είναι το ίδιο ιστορικό γεγονός. Είναι όμως παρόμοια πολιτική τεχνική: μην ψηφίσεις μόνο με βάση το τι θέλεις· ψήφισε με βάση αυτό που φοβάσαι ότι θα συμβεί αν δεν ψηφίσεις εμάς.

Και ειδικά όταν το αντικείμενο του φόβου είναι η εθνική ασφάλεια, τα πράγματα γίνονται πολύ πιο ευαίσθητα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης «καθησυχάζει»… Η Άγκυρα προκαλεί παρά τη θεωρία με τα «ήρεμα νερά»

Το εθνικό θέμα δεν μπορεί να γίνει προεκλογικό σκιάχτρο

Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν αμφισβητεί ότι η Ελλάδα πρέπει να έχει ισχυρή αποτρεπτική δύναμη.

Κανένας δεν υποστηρίζει ότι τα ελληνοτουρκικά είναι ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπίζεται επιπόλαια.

Το αντίθετο.

Η χώρα χρειάζεται ισχυρή κυβέρνηση, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σοβαρή διπλωματία και καθαρή στρατηγική.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη ΔΕΘ, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα επιδιώκει καλές σχέσεις με την Τουρκία, διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και ταυτόχρονα δεν υποχωρεί από τις θέσεις της για τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Αυτό είναι το σοβαρό πρόσωπο της εξωτερικής πολιτικής.

Το άλλο, όμως, είναι διαφορετικό.

Είναι το να λες στον ψηφοφόρο:

«Πρόσεχε τι θα ψηφίσεις γιατί μπορεί να γίνει ντου».

Εκεί η εξωτερική πολιτική παύει να είναι στρατηγική και μετατρέπεται σε προεκλογικό εργαλείο.

Και το πρόβλημα είναι ότι θυμώνουν το κέντρο

Το μεγαλύτερο λάθος αυτής της τακτικής είναι ίσως ότι απευθύνεται σε λάθος ακροατήριο με λάθος τρόπο.

Οι σκληροί κομματικοί θα την ακούσουν και θα συσπειρωθούν.

Αλλά η Νέα Δημοκρατία δεν κερδίζει εκλογές μόνο με τους σκληρούς κομματικούς της.

Χρειάζεται τους κεντρώους, τους μετριοπαθείς, τους πολίτες που δεν θέλουν κραυγές, υπερβολές και κινδυνολογία.

Αυτούς που θέλουν να ακούσουν τι θα γίνει με την τσέπη τους, με την υγεία, με την παιδεία, με την ασφάλεια στην καθημερινότητά τους και βεβαίως με τα εθνικά θέματα.

Αυτοί οι πολίτες δεν είναι υποχρεωμένοι να επιλέξουν κυβέρνηση επειδή κάποιος τους είπε ότι διαφορετικά «θα μπουν οι Τούρκοι».

Και είναι πολύ πιθανό μάλιστα να αντιδράσουν ακριβώς αντίθετα.

Να θεωρήσουν ότι κάποιος επιχειρεί να τους χειραγωγήσει.

Ο φόβος δεν είναι πάντα καλός εκλογικός σύμβουλος

Η πολιτική ιστορία έχει αποδείξει ότι τα φοβικά διλήμματα μπορεί να συσπειρώνουν ένα κομματικό ακροατήριο, αλλά μπορούν ταυτόχρονα να απωθούν τους αναποφάσιστους.

Και αυτό είναι το μεγάλο ρίσκο για τη Νέα Δημοκρατία.

Γιατί ένας ψηφοφόρος μπορεί να συμφωνεί με την αμυντική θωράκιση της χώρας, να θεωρεί τον Μητσοτάκη καλύτερο πρωθυπουργό από άλλες επιλογές, να θέλει πολιτική σταθερότητα και παρ’ όλα αυτά να ενοχληθεί βαθύτατα όταν αισθανθεί ότι κάποιος χρησιμοποιεί την Τουρκία για να του υποδείξει τι πρέπει να ψηφίσει.

Τα εθνικά θέματα δεν προσφέρονται για κομματική τρομοκράτηση.

Η ασφάλεια της χώρας είναι υπόθεση όλων των Ελλήνων. Δεν είναι ιδιοκτησία κανενός κόμματος.

Προεκλογική κινητοποίηση στη Νέα Δημοκρατία - Περιοδείες, νέα πρόσωπα και στόχος η συσπείρωση ενόψει των εκλογών του 2027 – Η μεγάλη ανανέωση των ψηφοδελτίων και το στοίχημα της ενότητας - Αρχίζει ο πόλεμος στον Σαμαρά

Το πραγματικό δίλημμα είναι άλλο

Αν η Νέα Δημοκρατία θέλει να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών, δεν χρειάζεται να τους πει ότι απέναντι περιμένει ο Ερντογάν για να κάνει «ντου».

  • Χρειάζεται να τους πείσει ότι έχει καλύτερο σχέδιο για την Ελλάδα.
  • Να μιλήσει για την οικονομία.
  • Για τους μισθούς.
  • Για το δημογραφικό.
  • Για το κόστος ζωής.
  • Για την υγεία.
  • Για την ασφάλεια.
  • Για την εξωτερική πολιτική.
  • Για την άμυνα.

Και να αφήσει τον πολίτη να αποφασίσει χωρίς να του βάζει ένα πιστόλι στον κρόταφο της κάλπης.

Γιατί στο τέλος υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα:

Θέλει η κυβέρνηση να κερδίσει την ψήφο των πολιτών επειδή την εμπιστεύονται ή επειδή φοβούνται τι θα συμβεί αν δεν την ψηφίσουν;

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό στοίχημα.

Και αν στη Νέα Δημοκρατία πιστεύουν ότι το δεύτερο είναι ο ασφαλέστερος δρόμος προς την κάλπη, ίσως κάνουν έναν πολύ μεγάλο υπολογιστικό λάθος.

Γιατί ο Έλληνας ψηφοφόρος έχει αποδείξει πολλές φορές ότι δεν του αρέσει να τον φοβίζουν.

Και ακόμη περισσότερο δεν του αρέσει να τον αντιμετωπίζουν σαν να χρειάζεται κάποιον να τον τρομοκρατήσει για να καταλάβει τι πρέπει να ψηφίσει.

  • Η Τουρκία είναι σοβαρό εθνικό ζήτημα.
  • Η άμυνα είναι σοβαρό εθνικό ζήτημα.
  • Η αποτροπή είναι σοβαρό εθνικό ζήτημα.
  • Η ψήφος, όμως, είναι του πολίτη.

Και καλό είναι να παραμείνει δική του, χωρίς «ντου», χωρίς «3 τα ξημερώματα» και χωρίς εκλογικά σκιάχτρα.

Διαβάστε ακόμη: