Η βιομηχανία πολυτελών ρολογιών χρειάζεται να εγκαταλείψει το μοντέλο με το οποίο λειτουργούσε έως σήμερα και να αναζητήσει νέες ιδέες για να προσελκύσει τους νεότερους πελάτες, καθώς η Gen Z αλλάζει την κατανάλωση.

Οι Ελβετοί ωρολογοποιοί τελειοποίησαν επί χρόνια ένα μοντέλο λειτουργίας στο οποίο κέρδιζαν όλο και περισσότερα χρήματα πουλώντας λιγότερα, αλλά πιο ακριβά ρολόγια. Τώρα, όμως, έρχονται αντιμέτωποι με νεότερους καταναλωτές, οι οποίοι έχουν λιγότερα χρήματα για να ξοδέψουν και μια διαφορετική άποψη για το τι κάνει ένα πολυτελές ρολόι επιθυμητό.

Σε συνδυασμό με την άνθηση της αγοράς μεταχειρισμένων ρολογιών και τον ανταγωνισμό από Ιάπωνες και Κινέζους ωρολογοποιούς, που κάνουν τις εξαγωγές της ελβετικής βιομηχανίας να συρρικνώνονται, οι τάσεις αυτές αποτελούν μεγαλύτερη ανησυχία για τον κλάδο από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Αυτή είναι η εικόνα που διαμορφώθηκε στην ετήσια συνάντηση της βιομηχανίας ρολογιών που έγινε την περασμένη εβδομάδα στη Γενεύη. Συνολικά 71 brands, ένας αριθμός-ρεκόρ, άνοιξαν καταστήματα σε δωμάτια ξενοδοχείων, μπουτίκ και εκθεσιακούς χώρους για να παρουσιάσουν τα προϊόντα τους. Όμως πίσω από την υψηλή προσέλευση, κρύβονταν οι ανησυχίες των ωρολογοποιών για το μέλλον.

«Σήμερα, αυτή είναι η κύρια πρόκληση του κλάδου», δήλωσε μιλώντας στο Bloomberg ο Jean-Christophe Babin, επικεφαλής της Geneva Watch Days και πρόεδρος της Bulgari.

Πέφτουν οι εξαγωγές

Η Ελβετία, η οποία είναι ο αδιαμφισβήτητος παγκόσμιος ηγέτης στη βιομηχανία πολυτελών ρολογιών, εξήγαγε μόνο 14,6 εκατομμύρια ρολόγια πέρυσι, έναντι 25,4 εκατομμυρίων το 2016, σύμφωνα με την Ομοσπονδία της Ελβετικής Βιομηχανίας Ρολογιών.

Οι Ελβετοί κατασκευαστές προσπαθούν να μετριάσουν το πλήγμα με μια κίνηση προς τα πάνω: Αυξάνουν τις τιμές καθώς οι όγκοι μειώνονται. Όμως, αυτή είναι μια στρατηγική που προστατεύει μόνο τα μεγαλύτερα brands, όπως Rolex, Patek Philippe και Cartier. Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο μεσαίο κομμάτι της αγοράς δέχονται βαρύ πλήγμα.

Η αγορά των εξαιρετικά ακριβών ρολογιών συνεχίζει να προσελκύει «το ενδιαφέρον των συλλεκτών, αλλά η αγορά είναι πιο δύσκολη για όσους βρίσκονται στη μέση», είπε στο Bloomberg ο Rodolfo Festa-Bianchet, διευθύνων σύμβουλος και συνιδρυτής της Bianchet, της οποίας τα ρολόγια εμπίπτουν στο υψηλότερο άκρο της κατηγορίας.

Η Generation Z και οι νεότεροι millennials ενδιαφέρονται λιγότερο για το κύρος ενός ρολογιού και δείχνουν μικρότερη αφοσίωση σε ένα brand, αλλά τους ενδιαφέρει περισσότερο «ο ενθουσιασμός, το συναίσθημα, η ανακάλυψη», εξηγεί ο Babin.

Οι νεότεροι αγοραστές είναι επίσης εκείνοι που κινούν την αγορά της μεταπώλησης. Αυτοί, νιώθουν πιο άνετα να αγοράζουν μεταχειρισμένα και vintage ρολόγια online, όπου μπορούν να αποφύγουν τις λίστες αναμονής, να έχουν πρόσβαση σε μοντέλα που έχουν σταματήσει να παράγονται και να λαμβάνουν άμεση ικανοποίηση, αντί να περιμένουν μήνες ή χρόνια για ένα νέο κομμάτι.

Όπως λέει ο Babin, η βιομηχανία ήταν πολύ προσεκτική και συντηρητική στην αντιμετώπιση αυτής της μεταβολής των προτιμήσεων, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόσει τολμηρές νέες ιδέες.

Κατά την άποψή του, η συνεργασία Royal Pop μεταξύ της Audemars Piguet και της Swatch είναι ένα παράδειγμα του είδους της ανατροπής που μπορεί να προσελκύσει νέους αγοραστές χωρίς να αποξενώσει τους παλαιότερους. Η συλλογή, που κυκλοφόρησε φέτος, «αναδιατύπωσε» τις βασικές αρχές του σχεδιασμού του θρυλικού Royal Oak σε μια προσιτή, πολύχρωμη μορφή ρολογιού τσέπης, που απευθύνεται εν μέρει σε νεότερους καταναλωτές. Τέτοιες ριζικές καινοτομίες ήταν σπάνιες, παραπονέθηκε ο Babin.

Η βιομηχανία ρολογιών πολυτελείας έχασε τον «δρόμο» – H GenZ αλλάζει τους όρους της κατανάλωσης-1

«Αυτό είναι πραγματικά αυτό που μας λείπει, αυτό το είδος καινοτομίας με μεγαλύτερη συχνότητα και για περισσότερες μάρκες. Αν δεν το κάνουμε αυτό, θα είναι πολύ δύσκολο να ανακτήσουμε τους όγκους», είπε ο Babin.

Ανταγωνισμός από την Κίνα

Η κατάσταση στη βιομηχανία των ρολογιών επιδεινώνεται από τον ανταγωνισμό που εντείνεται. Η ποιότητα των μηχανισμών που κατασκευάζονται στην Κίνα είναι πλέον συγκρίσιμη με εκείνη των ελβετικών κατασκευαστών ETA SA ή Sellita, είπε ο Babin. Η κινεζική εταιρεία πολυτελών κοσμημάτων Laopu, η οποία έγινε ένα από τα πιο viral καταναλωτικά brands της χώρας, αποδεικνύει ότι οι καθιερωμένες μάρκες της Δύσης κινδυνεύουν να παραγκωνιστούν γρήγορα.

Οι Κινέζοι κατασκευαστές ρολογιών πωλούν επίσης ολοένα και περισσότερο μηχανικά ρολόγια σε όλο τον κόσμο, μέσω διαδικτυακών καναλιών, παρακάμπτοντας τα παραδοσιακά δίκτυα λιανικής πώλησης και ασκώντας μεγαλύτερη πίεση στα ελβετικά προϊόντα, ιδίως σε αυτά μεσαίας τιμής.

Αυτό το τμήμα της αγοράς πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει ιαπωνικές μάρκες – Seiko, Citizen, Casio – που τα πάνε καλά επειδή δεν προσπαθούν πραγματικά να ανεβάσουν τις τιμές, όπως κάνουν οι Ελβετοί κατασκευαστές, εξηγεί ο Oliver Müller, ιδρυτής της LuxeConsult, μιας εταιρείας συμβούλων του κλάδου.

«Η Generation Z πιθανώς δίνει λιγότερο βάρος στο σήμα Swiss-made», είπε στο Bloomberg. «Κάθε μία από αυτές τις μάρκες είναι πολύ μικρή από μόνη της, αλλά συνολικά αφαιρούν όγκο από τις καθιερωμένες ελβετικές μάρκες στο μεσαίο τμήμα της αγοράς».

Για τους Ελβετούς κατασκευαστές ρολογιών, η πρόκληση δεν είναι πλέον μόνο το πώς να συνεχίσουν να αυξάνουν τις τιμές. Είναι το πώς να πείσουν μια νέα γενιά να αγοράσει περισσότερα ρολόγια.

Διαβάστε ακόμη: