Υπάρχουν οι δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Υπάρχουν όμως και οι άλλες. Εκείνες που κυκλοφορούν στα πολιτικά γραφεία, φτάνουν στα επιτελεία των κομμάτων και –κυρίως– καταλήγουν στο Μέγαρο Μαξίμου για να χρησιμοποιηθούν ως εσωτερικός μπούσουλας.
Και εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον.
Γιατί, σύμφωνα με τις πληροφορίες που κυκλοφορούν στο παρασκήνιο και τις οποίες επικαλείται το σχετικό ρεπορτάζ, υπάρχουν μετρήσεις που δείχνουν τον Αντώνη Σαμαρά σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ακόμη και γύρω στο 4%.
Ωραία.
Και ποιοι είναι αυτοί οι δημοσκοπικοί «μάγοι» που δίνουν αυτή την εικόνα στο Μαξίμου όταν ο Σαμαράς χτυπάει 12% χωρίς καν να έχει κόμμα;
Και κυρίως: τι ακριβώς συμβουλεύουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη;
Ότι όλα πάνε πρίμα;
Ότι η κυβέρνηση έχει ξανακερδίσει το χαμένο έδαφος;
Ότι ο Σαμαράς δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα;
Ότι η ΝΔ έχει κλειδώσει την πρωτιά και το μόνο που απομένει είναι να διαχειριστεί τη διαφορά;
Γιατί αν αυτή είναι η εικόνα που μεταφέρεται στο πρωθυπουργικό γραφείο, τότε υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: μήπως οι πραγματικές πολιτικές ανακατατάξεις εξελίσσονται σε διαφορετικό γήπεδο από αυτό που μετρούν οι «κρυφές» δημοσκοπήσεις;

Το 4% του Σαμαρά και η «βολική» ανάγνωση
Το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα από τον Αντώνη Σαμαρά έχει εδώ και μήνες απασχολήσει έντονα το πολιτικό σκηνικό.
Γι’ αυτό και το να εμφανίζεται ο πρώην πρωθυπουργός στο 4% είναι αναμφισβήτητα ένα εύρημα που θα ήταν εξαιρετικά βολικό για το κυβερνητικό επιτελείο.
Γιατί;
Επειδή ένα κόμμα Σαμαρά στο 4% δεν απειλεί ευθέως τη ΝΔ. Αντίθετα, περιορίζεται σε ρόλο μικρού δεξιού πόλου, ο οποίος μπορεί να αφαιρεί ψήφους από τη ΝΔ αλλά δεν αλλάζει τους βασικούς συσχετισμούς.
Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια.
Η πολιτική δεν τελειώνει στην πρώτη δημοσκόπηση.
Και κυρίως δεν τελειώνει στην Αθήνα.
Μια δημοσκόπηση που μετράει σήμερα ένα υποθετικό κόμμα δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος αύριο. Άλλωστε, δημοσιευμένη έρευνα του Ιουλίου κατέγραψε 21% πολιτών που δήλωναν ότι θα ψήφιζαν «αρκετά» ή «πολύ» ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά, με 12% να το δηλώνει σε υψηλή ένταση και άλλο 9% ως πιθανότητα.
Άρα το 4% είναι ένα εύρημα που θέλει εξήγηση – όχι πανηγυρισμούς.
Και η Βόρεια Ελλάδα;
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγάλο κενό της συζήτησης.
Τι λένε οι ίδιοι άνθρωποι που ενημερώνουν το Μαξίμου για τη Βόρεια Ελλάδα;
Τους έχουν δείξει αναλυτικά τους αριθμούς του Κυριάκου Βελόπουλου;
Τους έχουν δείξει πού κινείται η Ελληνική Λύση;
Τους έχουν δείξει τι συμβαίνει με τη Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου;
Γιατί η Βόρεια Ελλάδα δεν είναι απλώς μια ακόμη γεωγραφική περιφέρεια. Είναι πολιτικό βαρόμετρο.
Και εκεί η δεξιά πολυκατοικία έχει εδώ και καιρό περισσότερους ενοίκους.
Βελόπουλος, Λατινοπούλου, ΝΔ, ενδεχόμενος φορέας Σαμαρά και άλλοι σχηματισμοί διεκδικούν κομμάτια μιας δεξαμενής ψηφοφόρων που δεν είναι δεδομένη.
Οι δημοσιευμένες μετρήσεις έχουν ήδη καταγράψει σημαντικά ποσοστά για την Ελληνική Λύση και την Πλεύση Ελευθερίας, ενώ η εικόνα των μικρότερων κομμάτων μεταβάλλεται αισθητά από μέτρηση σε μέτρηση.
Επομένως το ερώτημα προς τους «σαΐνια» του Μαξίμου είναι απλό: Έχουν χαρτογραφήσει πραγματικά τη Βόρεια Ελλάδα ή απλώς κοιτούν τον πανελλαδικό μέσο όρο;
Γιατί άλλο νούμερο γράφει μια πανελλαδική μέτρηση και άλλο πολιτικό μήνυμα εκπέμπει μια περιοχή όπου η ψήφος διαμαρτυρίας μπορεί να πάρει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.

Και τώρα ο Τσίπρας
Και φτάνουμε στον μεγάλο άγνωστο της εξίσωσης.
Εδώ οι αριθμοί αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Αν ο πρώην πρωθυπουργός επιστρέψει στην πρώτη γραμμή, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα περάσει το 10%.
Το πραγματικό ερώτημα είναι: Μπορεί να πλησιάσει το 20%;
Και αν μπορεί να το πλησιάσει, σε ποιον θα πάρει τις ψήφους;
Από τον ΣΥΡΙΖΑ; Από το ΠΑΣΟΚ; Από την Πλεύση Ελευθερίας; Από ψηφοφόρους που σήμερα δηλώνουν αποχή ή αναποφάσιστοι;
Ή ακόμη και από ανθρώπους που ψήφισαν ΝΔ το 2023 αλλά σήμερα αναζητούν διαφορετική πολιτική επιλογή;
Μια επιστροφή Τσίπρα με δυναμική κοντά στο 20% θα άλλαζε αυτομάτως ολόκληρη τη συζήτηση για τη δεύτερη θέση.
Και τότε η σημερινή εικόνα των δημοσκοπήσεων θα μπορούσε να αποδειχθεί απλώς μια φωτογραφία μιας στιγμής.
Το μεγάλο λάθος των δημοσκόπων
Το πρόβλημα με τις δημοσκοπήσεις δεν είναι ότι κάνουν λάθος.
Το πρόβλημα είναι όταν κάποιοι αντιμετωπίζουν μια μέτρηση σαν να είναι πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος.
Η κάλπη του 2027 –όποτε και αν στηθούν οι κάλπες– θα είναι ένα διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον.
Θα έχει μεσολαβήσει η ΔΕΘ. Θα έχουν προηγηθεί νέες κυβερνητικές παροχές ή απογοητεύσεις. Θα έχει φανεί το κόστος ζωής. Θα έχει διαμορφωθεί το σκηνικό στη δεξιά πολυκατοικία.
Και, κυρίως, θα έχει φανεί αν ο Τσίπρας θα επιστρέψει πραγματικά στο πολιτικό παιχνίδι και με ποια δυναμική.
Το Μαξίμου χρειάζεται αριθμούς – όχι ευχάριστες ειδήσεις
Το Μέγαρο Μαξίμου έχει κάθε λόγο να θέλει να ξέρει την πραγματικότητα.
Αλλά η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που θα ήθελε να ακούσει ο πρωθυπουργός. Είναι αυτή που πρέπει να ακούσει.
Αν οι εσωτερικές μετρήσεις δείχνουν Σαμαρά στο 4%, καλώς. Αλλά να μετρηθεί και το σενάριο του 8%, του 10% ή και παραπάνω.
Αν δείχνουν Βελόπουλο χαμηλά, καλώς. Αλλά να μετρηθεί τι συμβαίνει στη Βόρεια Ελλάδα.
Αν δείχνουν Λατινοπούλου περιορισμένη, καλώς. Αλλά να μετρηθεί η δυναμική της σε συγκεκριμένες περιφέρειες.
Και αν ο Τσίπρας σήμερα δεν πλησιάζει το 20%, επίσης καλώς. Αλλά να μετρηθεί τι γίνεται αν αποφασίσει να επιστρέψει και να δώσει πραγματική μάχη.
Γιατί στην πολιτική υπάρχει μια παλιά αλήθεια:
Η πιο επικίνδυνη δημοσκόπηση δεν είναι αυτή που πέφτει έξω. Είναι αυτή που κάνει ένα πολιτικό επιτελείο να πιστεύει ότι όλα πάνε καλά.

Το πραγματικό τεστ έρχεται μετά τη ΔΕΘ
Η ΔΕΘ θα λειτουργήσει ως πολιτικό crash test.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να πείσει ότι η κυβέρνηση έχει σχέδιο, ότι η οικονομία παράγει αποτέλεσμα και ότι η ΝΔ παραμένει η μόνη αξιόπιστη κυβερνητική επιλογή.
Η αντιπολίτευση θα επιχειρήσει να αποδείξει το ακριβώς αντίθετο.
Και οι ψηφοφόροι θα αποφασίσουν αν θα επιβραβεύσουν, θα περιμένουν ή θα τιμωρήσουν.
Εκεί θα φανεί αν οι «κρυφές» δημοσκοπήσεις είχαν πιάσει το ρεύμα.
Γιατί μέχρι τότε μπορεί να έχουμε πολλά νούμερα. Το μόνο νούμερο που δεν αμφισβητείται είναι αυτό της κάλπης.
Και μέχρι να φτάσουμε εκεί, καλό θα είναι στο Μαξίμου να ζητούν από τους δημοσκόπους κάτι πολύ απλό:
Όχι να τους λένε αυτό που θέλουν να ακούσουν. Να τους λένε αυτό που πραγματικά βλέπουν.
Γιατί μπορεί ο Σαμαράς να είναι στο 4%. Μπορεί ο Βελόπουλος να ανεβαίνει. Μπορεί η Λατινοπούλου να έχει μεγαλύτερη δυναμική απ’ όση αποτυπώνει ο πανελλαδικός μέσος όρος. Και μπορεί ο Τσίπρας να είναι σήμερα μακριά από το 20%.
Αλλά η πολιτική, όπως και η κάλπη, δεν είναι στατική φωτογραφία. Είναι ταινία.
Και αυτή η ταινία μόλις τώρα αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον.
Εχουμε κι ένα καυτό ερώτημα: Αυτούς τους γκαλοπατζήδες ο Μητσοτάκης τους πληρώνει ή είναι εθελοντές;
Διαβάστε ακόμη:
- Μητσοτάκης: Η Θεσσαλονίκη αλλάζει και είναι ωραίο να βλέπεις αυτή την αλλαγή από κοντά
- Γεωργιάδης στα εγκαίνια της νέας αιματολογικής κλινικής στο «Παπανικολάου»: Κανείς ασθενής με καρκίνο δεν θα μείνει μόνος
- ΕΛΓΑ: Αποζημιώσεις 2,1 δισ. ευρώ σε παραγωγούς την περίοδο 2020-2026
- Εργασία και καύσωνας: Τι εξετάζει η Ευρώπη για άδειες και προστασία από την ακραία ζέστη