Τέσσερις από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες των ΗΠΑ προβλέπουν ότι οι συνολικές κεφαλαιουχικές τους δαπάνες θα φτάσουν περίπου τα 650 δισ. δολάρια το 2026 – ένα πραγματικά ιλιγγιώδες κύμα κεφαλαίων που προορίζεται για νέα data centers και για τον εξοπλισμό που απαιτείται για τη λειτουργία τους, από τα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, έως τα καλώδια δικτύωσης και τις εφεδρικές γεννήτριες.

Οι δαπάνες τις οποίες σχεδιάζουν η Alphabet, η Amazon.com, η Meta Platforms και η Microsoft, όλες με στόχο την κυριαρχία στην αγορά εργαλείων ΑΙ, συνιστούν μια έκρηξη χωρίς προηγούμενο αυτόν τον αιώνα. Το ποσό που σχεδιάζει να δαπανήσει η καθεμιά για το τρέχον έτος θα αποτελέσει ένα νέο ρεκόρ στις κεφαλαιουχικές δαπάνες από οποιαδήποτε μεμονωμένη εταιρεία σε οποιοδήποτε από τα τελευταία 10 χρόνια, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.

Η αναζήτηση ενός συγκρίσιμου παραδείγματος για τις ιδιαίτερα φιλόδοξες προβλέψεις δαπανών -οι οποίες ανακοινώθηκαν καθώς οι τέσσερις εταιρείες δημοσίευσαν τα αποτελέσματά τους τις τελευταίες δύο εβδομάδες- απαιτεί να ανατρέξει κανείς τουλάχιστον μέχρι τη «φούσκα» των τηλεπικοινωνιών της δεκαετίας του 1990 και ίσως μέχρι την ανάπτυξη των σιδηροδρομικών δικτύων των ΗΠΑ τον 19ο αιώνα ή τις μεταπολεμικές ομοσπονδιακές επενδύσεις στους διαπολιτειακούς αυτοκινητοδρόμους ή ακόμη και τα προγράμματα ανακούφισης της εποχής του New Deal.

Οι ολοένα μεγαλύτεροι αριθμοί -συνολικά, πρόκειται για μια εκτιμώμενη αύξηση 60% σε σχέση με πριν από έναν χρόνο- σημαίνουν ακόμη μία επιτάχυνση στο κύμα κατασκευής data centers που λαμβάνει χώρα παγκοσμίως. Ο αγώνας δρόμου για την κατασκευή αυτών των εκτεταμένων εγκαταστάσεων έχει εντείνει τις ανησυχίες για αυξημένες τιμές για άλλους χρήστες, καθώς και για τον ανταγωνισμό στην πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα ή νερό. Επίσης, αυξάνει τον κίνδυνο οι κατασκευαστικές δαπάνες από ένα στενό σύνολο εύπορων εταιρειών, που ήδη ευθύνονται για ένα υψηλό μερίδιο της οικονομικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ, να στρεβλώσουν τα μακροοικονομικά δεδομένα.

Οι τέσσερις εταιρείες «βλέπουν την κούρσα για την παροχή υπολογιστικής ισχύος ΑΙ ως το επόμενο “ο νικητής τα παίρνει όλα” ή “ο νικητής τα παίρνει σχεδόν όλα”», δήλωσε στο Bloomberg ο Gil Luria, αναλυτής της DA Davidson. «Και καμία τους δεν είναι διατεθειμένη να χάσει».

Την περασμένη εβδομάδα, η Meta ανακοίνωσε ότι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες για ολόκληρο το έτος θα αυξηθούν έως και τα 135 δισ. δολάρια, σε μια πιθανή άνοδο περίπου 87%. Την ίδια ημέρα, η Microsoft ανακοίνωσε αύξηση 66% στις κεφαλαιουχικές δαπάνες του δεύτερου τριμήνου, υπερβαίνοντας τις εκτιμήσεις, ενώ οι αναλυτές προβλέπουν ότι θα δαπανήσει σχεδόν 105 δισ. δολάρια για το οικονομικό έτος που λήγει τον Ιούνιο. Η είδηση προκάλεσε τη δεύτερη μεγαλύτερη μονοήμερη πτώση κεφαλαιοποίησης για οποιαδήποτε μετοχή.

Η Alphabet, που ιδρύθηκε σε ένα γκαράζ νότια του Σαν Φρανσίσκο το 1998, αναστάτωσε την Τετάρτη τους επενδυτές όταν αποκάλυψε πρόβλεψη κεφαλαιουχικών δαπανών που ξεπερνούσε όχι μόνο τις εκτιμήσεις των αναλυτών, αλλά και τις δαπάνες ενός τεράστιου τμήματος της αμερικανικής βιομηχανίας – σκοπεύει να δαπανήσει έως και 185 δισ. δολάρια. Και την Πέμπτη η Amazon ξεπέρασε ακόμη και αυτό το ποσό, με προγραμματισμένες κεφαλαιουχικές δαπάνες 200 δισ. δολαρίων για το 2026, στέλνοντας επίσης τη μετοχή της σε πτώση.

Αντιθέτως, οι μεγαλύτερες αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες, οι κατασκευαστές μηχανημάτων έργων, οι σιδηρόδρομοι, οι αμυντικές βιομηχανίες, οι πάροχοι ασύρματων επικοινωνιών, οι εταιρείες διανομής δεμάτων, μαζί με την Exxon Mobil, την Intel, τη Walmart και τις αποσχισθείσες θυγατρικές της General Electric – 21 εταιρείες συνολικά – προβλέπεται να δαπανήσουν συνδυαστικά 180 δισ. δολάρια το 2026, σύμφωνα με εκτιμήσεις που συγκέντρωσε το Bloomberg.

Κάθε τεχνολογικός κολοσσός έχει χαράξει μια ελαφρώς διαφορετική πορεία για την ανάκτηση των επενδύσεών του, όμως οι δαπάνες τους βασίζονται στην ίδια παραδοχή: ότι το ChatGPT της OpenAI και τα ανταγωνιστικά εργαλεία που μπορούν να παράγουν κείμενο και να επιδεικνύουν στοιχεία ανθρώπινης λογικής θα διαδραματίζουν ολοένα και σημαντικότερο ρόλο για τους ανθρώπους στη δουλειά και στο σπίτι.

Η κατασκευή των πρωτοποριακών μοντέλων λογισμικού που καθιστούν αυτή τη μετάβαση εφικτή είναι μια εξαιρετικά δαπανηρή διαδικασία, η οποία απαιτεί τη διασύνδεση χιλιάδων τσιπ που πωλούνται προς δεκάδες χιλιάδες δολάρια το καθένα. Εξ ου και οι τεράστιοι λογαριασμοί. Οι δαπάνες βασίζονται επίσης στην αντίληψη ότι τα τελικά προϊόντα θα οδηγήσουν σε εκθετικά υψηλότερα μελλοντικά έσοδα.

Οι εκροές αυτές μεταμορφώνουν εταιρείες που μόλις πριν από λίγα χρόνια είχαν σχετικά μικρό φυσικό αποτύπωμα, ακόμη κι αν οι ψηφιακές τους υπηρεσίες έφταναν σε δισεκατομμύρια ανθρώπους. Για το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής τους, η Meta και η Alphabet (μητρική της Google) θεωρούσαν τα πολυτελή εταιρικά campus και τους χώρους γραφείων τους ως το σημαντικό μέρος των υλικών τους περιουσιακών στοιχείων. Το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών τους κατευθυνόταν σε μισθούς και παροχές σε μετοχές για τους μηχανικούς και τους πωλητές που εργάζονταν εκεί.

Αυτό πλέον δεν ισχύει. Πέρυσι, η Meta δαπάνησε περισσότερα σε κεφαλαιουχικά έργα απ’ ό,τι σε έρευνα και ανάπτυξη για πρώτη φορά τα τελευταία έξι χρόνια. Η μητρική των Facebook και Instagram κατείχε στο τέλος της περασμένης χρονιάς περιουσιακά στοιχεία σε ακίνητα και εξοπλισμό ύψους 176 δισ. δολαρίων, περίπου πέντε φορές περισσότερα από το τέλος του 2019.

Καθώς οι αριθμοί αυξάνονται, αυτό που παραμένει ασαφές είναι κατά πόσον οι εταιρείες θα μπορέσουν όλες να υλοποιήσουν τις υψηλές τους φιλοδοξίες. Από τη στιγμή που η ανάπτυξη των data centers έχει κλιμακωθεί, ήδη ανταγωνίζονται για περιορισμένους πόρους, όπως εξειδικευμένα συνεργεία ηλεκτρολόγων, φορτηγά τσιμέντου και τα τσιπ της Nvidia που βγαίνουν από τα εργοστάσια της Taiwan Semiconductor Manufacturing Co. «Υπάρχουν και θα υπάρξουν σημεία συμφόρησης», είπε ο Luria.

Υπάρχει επίσης το ερώτημα του πώς θα το χρηματοδοτήσουν. Η Meta και η Google, η Amazon και η Microsoft κυριαρχούν στους κλάδους τους και διαθέτουν άφθονα ταμειακά αποθέματα. Η προθυμία τους να διοχετεύσουν τεράστια τμήματα αυτών των διαθεσίμων σε ένα μέλλον που τροφοδοτείται από την ΑΙ σημαίνει ότι αυτά τα αποθέματα – και η υπομονή των επενδυτών – θα δοκιμαστούν.

Αυτό που είναι πιο βέβαιο είναι ότι οι επενδυτές που είχαν σπεύσει να αγοράσουν τις μετοχές των τεχνολογικών τιτάνων τον περασμένο χρόνο έχουν δείξει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα μπροστά στην εκτίναξη των κεφαλαιουχικών δαπανών στο σύνολο της αγοράς, σε ορισμένες περιπτώσεις πουλώντας ακόμη κι όταν οι βασικές τους δραστηριότητες – από τη διαδικτυακή διαφήμιση και την αναζήτηση στο διαδίκτυο έως το ηλεκτρονικό εμπόριο και το λογισμικό παραγωγικότητας – έχουν παραμείνει σταθερές και τα έσοδα έχουν υπερβεί τις εκτιμήσεις.

«Τι φοβίζει τον κόσμο; Σίγουρα το αφήγημα των αναλυτών και η ρητορική» γύρω από τον ρυθμό με τον οποίο η ΑΙ θα ανατρέψει τις επιχειρήσεις, είπε ο Steve Lucas, διευθύνων σύμβουλος της Boomi, εταιρείας που βοηθά τις επιχειρήσεις να συνδυάζουν τα δεδομένα και το λογισμικό τους.

«Δεν θα αμφισβητούσα τις δυνατότητες της ΑΙ. Θα αμφισβητούσα απολύτως το χρονοδιάγραμμα και θα αμφισβητούσα με πάθος τα οικονομικά της».

Διαβάστε ακόμη: