Οι ραγδαίες εξελίξεις στη Βενεζουέλα και η απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο μετά τη σύλληψή του από τις ΗΠΑ δεν φαίνεται –τουλάχιστον σε αυτή τη φάση– να προκαλούν άμεσους κραδασμούς στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι, παρά τον αιφνιδιασμό σε πολιτικό επίπεδο, οι αγορές είχαν ήδη ενσωματώσει τον κίνδυνο μιας κλιμάκωσης που θα μπορούσε να επηρεάσει τις ροές πετρελαίου από τη χώρα.
Η βασική εξήγηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η πιθανότητα διαταραχών στις εξαγωγές της Βενεζουέλας είχε σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί, περιορίζοντας το περιθώριο έντονων αντιδράσεων στις τιμές.
Περιορισμένο αποτύπωμα στη σημερινή αγορά
Παρότι η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, η πραγματική παραγωγική της ισχύς απέχει πολύ από το θεωρητικό δυναμικό. Η ημερήσια παραγωγή παραμένει κάτω από το 1 εκατ. βαρέλια, ποσοστό που αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής.
Η συγκυρία δεν ευνοεί έντονες ανοδικές αντιδράσεις: η διεθνής αγορά πετρελαίου χαρακτηρίζεται από πλεονάζουσα προσφορά, ενώ η ζήτηση κινείται υποτονικά – ένα μοτίβο που παραδοσιακά παρατηρείται στο πρώτο τρίμηνο κάθε έτους. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αναλυτές προβλέπουν μόνο ήπιες κινήσεις στις τιμές του Brent, της τάξης του 1–2 δολαρίων το βαρέλι ή και χαμηλότερα, με πιθανή υποχώρηση κάτω από τα επίπεδα των 60,75 δολαρίων όπου έκλεισε την Παρασκευή.
Βραχυπρόθεσμος κίνδυνος, χωρίς σοκ
Ακόμη και το σενάριο απώλειας μέρους της παραγωγής της Βενεζουέλας δεν θεωρείται ικανό να προκαλέσει ισχυρό σοκ. Εκτιμάται ότι περίπου το ένα τρίτο της παραγωγής βρίσκεται σε κίνδυνο, ωστόσο πλήρης διακοπή δεν θεωρείται πιθανή. Ως αποτέλεσμα, οι επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας αναμένεται να παραμείνουν περιορισμένες και βραχυπρόθεσμες.
Το πλαίσιο αυτό έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη δύσκολη χρονιά για το πετρέλαιο. Το 2025 καταγράφηκε ως η χειρότερη πενταετία, με το Brent να υποχωρεί περίπου 19% και το αμερικανικό αργό κοντά στο 20%, λόγω της αυξημένης παραγωγής από τον ΟΠΕΚ+ και της ιστορικά υψηλής παραγωγής των ΗΠΑ, που ξεπέρασε τα 13,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Το μεσοπρόθεσμο στοίχημα της παραγωγής
Σε βάθος χρόνου, ωστόσο, η πολιτική αλλαγή στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να λειτουργήσει πτωτικά για τις τιμές. Η προοπτική άρσης κυρώσεων και επιστροφής διεθνών επενδυτών ανοίγει τον δρόμο για σημαντική αύξηση της παραγωγής, ακόμη και προς τα 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Το αμερικανικό εμπάργκο παραμένει προς το παρόν σε ισχύ, όπως έχει καταστήσει σαφές ο Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο έχει ήδη γίνει λόγος για επενδυτικό ενδιαφέρον από αμερικανικές εταιρείες με στόχο την ανασυγκρότηση του ενεργειακού τομέα της χώρας. Παράλληλα, μεγάλες εταιρείες, όπως η Exxon Mobil, εξακολουθούν να διεκδικούν οφειλές από την κρατική PDVSA.
Πόσο πετρέλαιο θα χρειάζεται ο κόσμος;
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πόσο πετρέλαιο θα χρειάζεται τελικά η παγκόσμια οικονομία. Μέχρι πρόσφατα, η επικρατούσα άποψη ήθελε τη ζήτηση να κορυφώνεται μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια, λόγω της διείσδυσης των ηλεκτρικών οχημάτων και των πολιτικών για το κλίμα.
Ωστόσο, η χαλάρωση των περιβαλλοντικών πολιτικών σε ΗΠΑ, Κίνα και Καναδά, σε συνδυασμό με την επιβράδυνση των πωλήσεων ηλεκτρικών οχημάτων, αλλάζει τα δεδομένα. Υπό αυτό το πρίσμα, οι επενδύσεις στη Βενεζουέλα καθίστανται εκ νέου στρατηγικά ελκυστικές, όχι ως άμεσο σοκ στις αγορές, αλλά ως παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες της επόμενης δεκαετίας.