Εάν η συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν έχει πυροδοτήσει εικασίες περί αποδυνάμωσης των Ηνωμένων Πολιτειών, μια απόφαση της κυβέρνησης Trump στις 12 Ιουνίου μάλλον δίνει οριστική απάντηση στα όποια ερωτήματα. Γιατί την ημέρα εκείνη, οι ΗΠΑ έδωσαν στην Anthropic εντολή να αποκλείσει όλους τους ξένους από τα Fable και Mythos, τα πιο πρόσφατα και πιο ικανά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης της. Όπως παρατηρεί ο Economist, καμία κυβέρνηση δεν είναι πιο ισχυρή σήμερα από εκείνη που μπορεί να αποφασίζει ποιος θα χρησιμοποιήσει την πιο σημαντική τεχνολογία του κόσμου.
Την ώρα που ο υπόλοιπος πλανήτης βρίσκεται αντιμέτωπος με μια απρόβλεπτη Αμερική σε μέτωπα από την άμυνα έως το εμπόριο, πλέον πρέπει να αποδεχθεί ότι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου κρατά ομήρους όλους τους άλλους και με έναν ακόμα τρόπο.
Ασφαλώς, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ προσπαθούν να περιορίσουν την πρόσβαση άλλων χωρών σε σημαντικές τεχνολογίες. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σταμάτησαν να βοηθούν τη Βρετανία στο πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της. Όταν εμφανίστηκε η σύγχρονη κρυπτογραφία τη δεκαετία του 1970, μπλόκαραν τις εξαγωγές, προτού αποδεχτούν τον συμβιβασμό μεταξύ του να έχουν ασφαλείς συμμάχους και να χρησιμοποιούν τα μυστικά για να ενισχύσουν τις δικές τους στρατιωτικές δυνατότητες.
Σήμερα, το αμερικανικό κράτος εξακολουθεί να αρνείται να μοιραστεί τον καλύτερο στρατιωτικό εξοπλισμό του με άλλους, ακόμα και με τους πιο στενούς του συμμάχους. Οι ΗΠΑ κρατάνε τα αεροσκάφη F-22 για τον εαυτό τους και δίνουν στους συμμάχους τα F-35.
Όμως ο έλεγχος της τεχνολογίας εξαρτάται από τη φύση της αλλά και την ικανότητα των αντιπάλων να την αναπτύξουν μόνοι τους. Εάν τα καλύτερα μοντέλα AI μπορούν να απενεργοποιήσουν κρίσιμες υποδομές και να δημιουργήσουν ιούς που θα φέρουν την επόμενη πανδημία, τότε είναι πολύ επικίνδυνα για να βρίσκονται στα χέρια όλων. Όμως, σίγουρα μπορούν να αντιγραφούν.
Και από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ έχουν ένα τεράστιο οικονομικό συμφέρον όχι μόνο να κυριαρχήσουν στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και να πουλήσουν την τεχνολογία τους στους ξένους. Ασφαλώς, δεν θέλουν να δώσουν στον υπόλοιπο πλανήτη ένα λόγο να συνεργαστεί με την Κίνα.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια ιεράρχηση της πρόσβασης. Πρακτικά, οι ΗΠΑ θα κρατούν τις καλύτερες δυνατότητες της ΑΙ για εσωτερική χρήση, ώστε να αποκτήσουν ένα πλεονέκτημα στις κυβερνοεπιθέσεις και τη στρατιωτική ισχύ. Και θα διαθέτουν τις επόμενες καλύτερες εναλλακτικές στους συμμάχους τους (περίπου όπως κάνουν με τα F-35). Ένα σημαντικά πιο αδύναμο μοντέλο μπορεί να πουληθεί σε όλο τον κόσμο, εφόσον έχουν εφαρμοστεί οι καλύτερες δυνατές ασφαλιστικές δικλείδες γύρω από την ανάπτυξη των δυνατοτήτων του.
Ένα τέτοιο μέλλον θα ήταν άβολο για τους συμμάχους των ΗΠΑ, σημειώνει ο Economist, καθώς καμία χώρα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης όπως η Anthropic.
Έτσι και αλλιώς, η λειτουργία των μοντέλων AI απαιτεί μεγάλη υπολογιστική ισχύ και οι ΗΠΑ έχουν περίπου 15 φορές περισσότερη από την Ευρώπη, αλλά και σχέδια για τεράστιες περαιτέρω επενδύσεις.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, πολλές χώρες μπορεί να καταλήξουν ότι χρειάζονται τις ΗΠΑ περισσότερο από ποτέ. Και μπορούν ακόμα να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους θέση: Η υπολογιστική ισχύς είναι ακόμα σε σημαντική έλλειψη, επομένως, θα είχε νόημα να κατασκευάζονται data centers σχεδόν παντού, όπως γράφει ο Economist.
Όμως, πολλές χώρες φαίνεται να μην έχουν αντιληφθεί τι διακυβεύεται, φέρνοντας εποπτικά και άλλα εμπόδια σε τέτοιου είδους projects.
Σε όλη την Ευρώπη, περισσότερη ενέργεια, ευκολότερος σχεδιασμός και χαλαρότεροι κανόνες για τους κατασκευαστές μοντέλων ΑΙ θα βοηθούσαν. Στην Ανατολική Ασία, η Ταϊβάν, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους αντί να αντιγράφουν η μία τις προσπάθειες της άλλης.
Οι επενδύσεις δεν πρέπει να καθοδηγούνται από τις κυβερνήσεις, τονίζει ο Economist, καθώς ο στόχος δεν πρέπει να είναι ο προστατευτισμός, αλλά η διασφάλιση ότι οι ΗΠΑ δεν θα είναι η μοναδική οικονομία όπου μπορεί να ευδοκιμήσει το οικοσύστημα της τεχνητής νοημοσύνης.
Όπως και στο εμπόριο και την άμυνα, ο τρόπος για να αντιμετωπίσουν οι χώρες αυτή τη στροφή των ΗΠΑ προς μία συναλλακτική λογική δεν είναι να γκρινιάζουν για συμμαχίες, αλλά να χτίσουν ισχύ, καταλήγει το περιοδικό.