Σοβαρές πολιτικές και θεσμικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση της βουλευτού Τρικάλων της ΝΔ Κατερίνας Παπακώστα, μετά το περιεχόμενο του πορίσματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τις επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ. Το κείμενο, όπως αποτυπώνεται στα σχετικά έγγραφα, είναι ιδιαιτέρως επιβαρυντικό, καθώς αποδίδει στη βουλευτή ενεργό ρόλο σε μια αλληλουχία παρεμβάσεων προς τον τότε πρόεδρο του οργανισμού Δημήτρη Μελά και προς αρμόδιο κτηνίατρο, με σκοπό –κατά το πόρισμα– να διασωθούν παράνομες επιδοτήσεις κτηνοτρόφου της εκλογικής της περιφέρειας.
Η ουσία της υπόθεσης αφορά παραγωγό που, ύστερα από επιτόπιο έλεγχο και κατόπιν καταγγελίας, βρέθηκε να έχει 58 βοοειδή αντί για 70 που δήλωνε. Η απόκλιση αυτή ενεργοποιούσε κυρώσεις και οδηγούσε, σύμφωνα με τα ευρήματα, ακόμη και στον αποκλεισμό του από το σύστημα ενισχύσεων. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία περιγράφει ένα πλέγμα ενεργειών που φέρεται να στήθηκε ώστε να παραποιηθούν ημερομηνίες, να αλλοιωθούν στοιχεία στην κτηνιατρική βάση και να εμφανιστεί εκ των υστέρων νόμιμη μια διόρθωση, προκειμένου ο συγκεκριμένος παραγωγός να συνεχίσει να πληρώνεται.
Το βάρος του πορίσματος δεν περιορίζεται σε μια γενική περιγραφή. Αντιθέτως, στηρίζεται σε συγκεκριμένες συνομιλίες, φράσεις και παρεμβάσεις, οι οποίες –αν επιβεβαιωθούν δικαστικά– συνθέτουν εικόνα στοχευμένης πολιτικής μεσολάβησης σε μια υπόθεση που αφορούσε άμεση οικονομική ωφέλεια.
Οι διάλογοι που «καίνε»
Η πρώτη κρίσιμη πτυχή είναι οι αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επικοινωνίες που αποδίδονται στην κ. Παπακώστα με τον τότε πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Στις συνομιλίες αυτές, η βουλευτής εμφανίζεται να υπενθυμίζει την υπόθεση, να πιέζει για επίσπευση και να επιμένει ότι το θέμα έχει ήδη «τακτοποιηθεί» σε επίπεδο τοπικής κτηνιατρικής υπηρεσίας.
Η φράση «είμαι η Κατερίνα Παπακώστα, βουλευτής Τρικάλων» δεν έχει μόνο τυπικό χαρακτήρα. Μέσα στο συνολικό πλαίσιο του πορίσματος αποκτά ειδικό βάρος, καθώς η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεωρεί ότι η πολιτική και θεσμική της ιδιότητα αξιοποιήθηκε για να επηρεαστεί η βούληση υπηρεσιακών παραγόντων. Το πόρισμα μιλά ευθέως για συνεχείς οχλήσεις, πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις, προκειμένου να τελεστεί η αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικές εμφανίζονται οι αναφορές της ίδιας της βουλευτού στον τρόπο με τον οποίο φέρεται να επιχειρήθηκε η «διόρθωση». Στο επίμαχο απόσπασμα, η κ. Παπακώστα φέρεται να λέει ότι ο αρμόδιος κτηνίατρος «μπήκε και διόρθωσε την ημερομηνία», έτσι ώστε να φαίνεται ότι η μείωση των ζώων είχε δηλωθεί πριν από τον επιτόπιο έλεγχο. Για τους συντάκτες του πορίσματος, αυτή η παραδοχή αποτελεί κομβικό σημείο, διότι δείχνει γνώση της αντιχρονολόγησης και αποδοχή της ως εργαλείου για να ακυρωθεί στην πράξη το ελεγκτικό εύρημα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο κείμενο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας επισημαίνεται πως η βουλευτής δεν επιδίωκε απλώς την πληρωμή μιας δόσης, αλλά την πλήρη και μόνιμη διάσωση του παραγωγού μέσα στο σύστημα, ώστε να μη χαθούν τα δικαιώματά του για τα επόμενα χρόνια.
«Θα εκτεθούμε» και «πρέπει να το φτιάξουμε»
Το δεύτερο σημείο που ξεχωρίζει είναι η πολιτική διάσταση της πίεσης. Η φράση «θα εκτεθούμε εδώ πέρα τώρα», όπως αποδίδεται στην κ. Παπακώστα, δίνει στο ζήτημα χαρακτήρα καθαρά πελατειακής διαχείρισης. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αναφορά της στον συγκεκριμένο παραγωγό ως «πολύ σημαντικό πρόσωπο» στα Τρίκαλα, σε συνδυασμό με την ομολογία ότι τον είχαν διαβεβαιώσει κατά 99,9%.
Εδώ ακριβώς η υπόθεση ξεφεύγει από το στενό διοικητικό πεδίο και αποκτά έντονο πολιτικό φορτίο. Διότι, σύμφωνα πάντα με το πόρισμα, δεν πρόκειται για μια απλή ενημέρωση βουλευτή προς έναν δημόσιο φορέα για ζήτημα πολίτη της περιφέρειάς του. Πρόκειται, αντιθέτως, για πιεστική εμπλοκή σε μια ελεγχόμενη υπόθεση, με πλήρη γνώση ότι υπάρχει εύρημα καταγγελίας και σοβαρή απόκλιση στα στοιχεία.
Εξίσου αποκαλυπτικός είναι και ο εσωτερικός διάλογος μεταξύ υπηρεσιακών παραγόντων του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου καταγράφεται ο προβληματισμός για το τι θα συμβεί αν ο καταγγέλλων πληροφορηθεί τελικά ότι ο παραγωγός πληρώθηκε, παρά το γεγονός ότι στον επιτόπιο έλεγχο βρέθηκε διαφορά 12 ζώων και ποσοστό απόκλισης άνω του 20%. Εκεί φαίνεται καθαρά ότι οι υπηρεσίες είχαν επίγνωση του προβλήματος και της δυσκολίας να στηριχθεί εκ των υστέρων μια τέτοια «τακτοποίηση».
Στο πιο βαρύ της μέρος, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτιμά τη συνολική ζημιά για την περιουσία της ΕΕ και του Ελληνικού Δημοσίου σε 142.249,81 ευρώ, συνδέοντάς την όχι μόνο με την ενίσχυση του 2021, αλλά και με τη συνέχιση των πληρωμών κατά τα επόμενα έτη.
Η αναφορά σε Καραμανλή και το ευρύτερο πολιτικό κάδρο
Το πόρισμα δεν εξαντλείται στην περίπτωση Παπακώστα. Σε άλλο τμήμα του γίνεται αναφορά και στο όνομα του Κώστα Καραμανλή, όχι μέσω απευθείας δικής του συνομιλίας, αλλά μέσα από επικοινωνίες μεταξύ του τότε προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ και συνεργατών του τότε υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Σπήλιου Λιβανού.
Εκεί καταγράφεται συζήτηση για υπόθεση που φέρεται να ενδιέφερε τον κ. Καραμανλή, με αναφορές σε 37 άτομα και σε αίτημα για διευθέτηση μέσω ιεραρχικής προσφυγής στον υπουργό. Το στοιχείο αυτό έχει σαφή πολιτική βαρύτητα, παρότι το ίδιο το απόσπασμα δεν περιγράφει άμεση συνομιλία του βουλευτή ούτε του αποδίδει με την ίδια αμεσότητα ρόλο αντίστοιχο με αυτόν που περιγράφεται για την υπόθεση Παπακώστα.
Σε κάθε περίπτωση, το συνολικό κάδρο που αναδύεται από το πόρισμα είναι βαθιά προβληματικό. Δείχνει έναν μηχανισμό στον οποίο πολιτικές παρεμβάσεις, υπηρεσιακές συνεννοήσεις και τεχνικές αλλοιώσεις στοιχείων φέρονται να συνυπάρχουν με στόχο την παράκαμψη ελέγχων και κυρώσεων. Και ακριβώς γι’ αυτό η υπόθεση δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο ή μία περιφέρεια. Αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης πολιτικής εξουσίας και κρατικού μηχανισμού στη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποινικό. Είναι βαθύτατα πολιτικό και θεσμικό: πόσο αντέχει ένα σύστημα επιδοτήσεων όταν εμφανίζεται να υποχωρεί μπροστά σε πιέσεις, «γνωριμίες» και παρεμβάσεις; Και κυρίως, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για μια εικόνα που εκθέτει όχι μόνο πρόσωπα, αλλά συνολικά τη λειτουργία του κράτους.