Εντυπωσιακή χαρακτηρίζει η UniCredit την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, σημειώνοντας ότι τα επώδυνα μέτρα λιτότητας που εφαρμόστηκαν μετά την κρίση στέφθηκαν από αξιοσημείωτη επιτυχία. Παρόλα αυτά, ο επενδυτικός οίκος θεωρεί ότι η ανάκαμψη της Ελλάδας είναι ατελής, όπως φαίνεται και από την περιορισμένη πρόοδο στην σύγκλιση των εισοδημάτων με τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Η μετάβαση σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης δεν έχει ολοκληρωθεί, τονίζουν οι αναλυτές, εντοπίζοντας τον λόγο πίσω από την απουσία μεγαλύτερης σύγκλισης στην χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας. Το κλείσιμο του χάσματος με την υπόλοιπη Ευρώπη θα απαιτήσει διατήρηση του momentum  των μεταρρυθμίσεων και πέραν του Ταμείου Ανάκαμψης, τονίζουν.

Με την ελληνική οικονομία να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης, η UniCredit σημειώνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί κατά 15% από το δεύτερο εξάμηνο του 2018, σε μια επίδοση παρόμοια με εκείνη της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, αλλά ανώτερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (+9,5%).

Πρόκειται, όμως, για ανάπτυξη χωρίς σύγκλιση, όπως σημειώνουν οι αναλυτές, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει κατά 25% χαμηλότερο από το υψηλό του 2009 και η πρόοδος στη γεφύρωση του χάσματος σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έχει υπάρξει περιορισμένη. Ενώ οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί, παραμένουν πολύ αδύναμες για να αυξήσουν το κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας ή να επιτύχουν τη βελτίωση της παραγωγικότητας.

Οι αιτίες πίσω από τη χαμηλή παραγωγικότητα 

Σύμφωνα με τη UniCredit, υπάρχουν αρκετοί  παράγοντες πίσω από τις υποτονικές επιδόσεις της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα.

–          Η κατανομή των επενδύσεων σε κλάδους

Ειδικότερα, οι επενδύσεις επικεντρώνονται σε δραστηριότητες εντάσεως εργασίας, όπως είναι τα ακίνητα και ο τουρισμός, αλλά παραμένουν περιορισμένες στη μεταποίηση και σε άλλους τομείς υψηλότερης παραγωγικότητας και εμπορεύσιμων αγαθών. Το αποτέλεσμα είναι μεν αύξηση της απασχόλησης, που ωστόσο μειώνει μηχανικά το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο και περιορίζει την αύξηση της παραγωγικότητας. Ο οίκος χρησιμοποιεί σαν παράδειγμα την άνθηση του ξενοδοχειακού κλάδου: Η πρόσληψη περισσότερου προσωπικού μπορεί να αυξάνει την απασχόληση, αλλά χωρίς την αναβάθμιση του εξοπλισμού ή της τεχνολογίας, κάθε εργαζόμενος γίνεται λιγότερο παραγωγικός.

–          Προτεραιοποίηση στις επενδύσεις αντικατάστασης

Οι ελληνικές επιχειρήσεις δίνουν σταθερά προτεραιότητα στην αντικατάσταση υφιστάμενων μηχανημάτων και εξοπλισμού έναντι της επέκτασης της παραγωγικής ικανότητας.  Συγκεκριμένα, το 2025, το μερίδιο των επιχειρήσεων που πραγματοποίησαν επενδύσεις με στόχο την αντικατάσταση απαρχαιωμένου εξοπλισμού ήταν υπερδιπλάσιο από το μερίδιο των επιχειρήσεων που επένδυσαν για την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας (περίπου 50% έναντι 24%). Αν και τα στοιχεία αυτά ευθυγραμμίζονται με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, εντούτοις είναι ανεπαρκή για μια οικονομία όπου το κεφαλαιακό απόθεμα παραμένει από τα χαμηλότερα στην περιοχή,  με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η  αύξηση της παραγωγικότητας, εξηγεί ο οίκος.

–          Μέγεθος των επιχειρήσεων

Η πρόσβαση των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, όμως το σχετικά μικρό μέγεθός τους εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα. Αυτός ο κατακερματισμός, με τη σειρά του, δημιουργεί μόνιμους περιορισμούς στην πρόσβαση στη χρηματοδότηση, καθώς οι μικρότερες επιχειρήσεις συνήθως έχουν περιορισμένες εξασφαλίσεις, ασθενέστερους ισολογισμούς και αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος δανεισμού, περιορίζοντας τελικά την ικανότητά τους να αυξήσουν τις επενδύσεις, να επεκτείνουν τη παραγωγική τους ικανότητα και να συμβάλουν στην εμβάθυνση του κεφαλαίου.

–          Αδύναμη ανακατανομή κεφαλαίων λόγω των κόκκινων δανείων

Αν και η εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών έχει βελτιώσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ικανότητα δανεισμού τους, δεν έχει μεταφραστεί πλήρως σε αποτελεσματική ανακατανομή κεφαλαίου μεταξύ των επιχειρήσεων, σημειώνει η UniCredit. Πολλές επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας που πιθανότατα θα είχαν εγκαταλείψει την αγορά σε ένα πιο αποτελεσματικό χρηματοοικονομικό περιβάλλον, συνέχισαν να λειτουργούν, καθώς υποστηρίζονται από αναδιαρθρώσεις δανείων και αναστολές πληρωμών. Αυτές οι επιχειρήσεις τείνουν να απορροφούν εργασία και κεφάλαιο που διαφορετικά θα μπορούσαν να ανακατανεμηθούν σε πιο παραγωγικές χρήσεις, μειώνοντας έτσι τις ανταγωνιστικές πιέσεις και αποθαρρύνοντας την καινοτομία.

Κλειδί οι μεταρρυθμίσεις 

Κατόπιν τούτων, η UniCredit καταλήγει ότι η Ελλάδα δεν έχει ολοκληρώσει τη διαρθρωτική μετάβαση που απαιτείται για να επιταχύνει τη σύγκλισή της με την Ευρώπη.

Το κλείσιμο του χάσματος θα απαιτήσει τη διατήρηση της δυναμικής των μεταρρυθμίσεων και πέρα από το Ταμείο Ανάκαμψης, με τον οίκο να σημειώνει ότι η βελτίωση της ποιότητας του θεσμικού και δικαστικού πλαισίου μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τόσο τη σύνθεση όσο και τον ρυθμό των επενδύσεων. Οι αναλυτές κάνουν ειδική αναφορά στην προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, την εφαρμογή των συμβολαίων και τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Απαιτείται, επίσης, περαιτέρω προσπάθεια για την επιτάχυνση των διαδικασιών στα δικαστήρια, πέραν των μεταρρυθμίσεων του 2024 στη δικαιοσύνη και του πρόσφατου πτωχευτικού πλαισίου, προκειμένου να επισπευσθεί η εξυγίανση των μη εξυπηρετούμενων περιουσιακών στοιχείων και να προωθηθεί η αποτελεσματικότερη κατανομή των πόρων.

Απαραίτητη χαρακτηρίζεται επίσης η μείωση των εμποδίων στην καινοτομία και την ανάληψη επιχειρηματικών κινδύνων, ενθαρρύνοντας παράλληλα μια πιο δυναμική μετατόπιση των πόρων, ιδίως προς τους τομείς υψηλότερης τεχνολογίας.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές καθίστανται ολοένα και πιο πιεστικές, καταλήγει η UniCredit, αφού με τον πληθυσμό να γερνάει και το ποσοστό των ατόμων σε ηλικία εργασίας να μειώνεται, η Ελλάδα θα χρειαστεί ισχυρότερη αύξηση της παραγωγικότητας για να διατηρήσει τη σύγκλιση των εισοδημάτων μακροπρόθεσμα.

Διαβάστε ακόμη: