H αύξηση της τιμής του πετρελαίου ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα, εκτιμά η Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το έτος 2025. Επισημαίνεται πως οι επιδράσεις αυτές προκύπτουν κυρίως μέσω της αύξησης του κόστους παραγωγής και της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, ενώ οι εξωτερικοί δίαυλοι μετάδοσης ενισχύουν περαιτέρω τις αρνητικές επιδράσεις μέσω της μείωσης της εξωτερικής ζήτησης.

Δεδομένου του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει η ενέργεια στο κόστος παραγωγής και στο καλάθι των νοικοκυριών, οι διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου αποτελούν σημαντική πηγή πληθωριστικών πιέσεων και μακροοικονομικών διαταραχών για τις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγόμενα ενεργειακά προϊόντα

-----------------

Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία των εξελίξεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας, ιδίως σε περιόδους αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας όπως οι πρόσφατες εντάσεις στη Μέση Ανατολή, για την πορεία του πληθωρισμού και της οικονομικής δραστηριότητας. Συνεπώς, η παρακολούθηση των τιμών της ενέργειας και των επιδράσεών τους στον πληθωρισμό και την οικονομική δραστηριότητα καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμη για την αξιολόγηση των κινδύνων και τη χάραξη οικονομικής πολιτικής, όπως εκτιμά η έκθεση της ΤτΕ που αναλύει τις μακροοικονομικές επιδράσεις μιας αύξησης της τιμής του πετρελαίου στην ελληνική οικονομία.

Αυξάνεται η αβεβαιότητα

Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις, και ιδίως η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας και έχουν ενισχύσει τη μεταβλητότητα των τιμών του πετρελαίου.

Δεδομένου του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει η ενέργεια στο κόστος παραγωγής και στο καλάθι των νοικοκυριών, οι διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου αποτελούν σημαντική πηγή πληθωριστικών πιέσεων και μακροοικονομικών διαταραχών για τις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγόμενα ενεργειακά προϊόντα. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα μέσω πολλαπλών διαύλων μετάδοσης.

Από τη μια πλευρά, αυξάνει το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων και ασκεί ανοδικές πιέσεις στις εγχώριες τιμές των αγαθών και υπηρεσιών. Από την άλλη πλευρά, μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μέσω της αύξησης του γενικού επιπέδου τιμών και των δαπανών για ενεργειακά αγαθά και υπηρεσίες, με αποτέλεσμα
τη μείωση της συνολικής ζήτησης.

Με βάση τα παραπάνω, το παρόν πλαίσιο εξετάζει τις μακροοικονομικές επιδράσεις μιας εξωγενούς αύξησης της τιμής του πετρελαίου Brent στην ελληνική οικονομία. Η ανάλυση βασίζεται σε προσομοιώσεις που πραγματοποιούνται με δύο συμπληρωματικά υποδείγματα της Τράπεζας της Ελλάδος: το ετήσιο μακροοικονομικό υπό δειγμα (BoG’s model) και το δυναμικό στοχαστικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας (DSGE model).

Το σενάριο το οποίο εξετάζεται είναι μια μέση ετήσια αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 22% το 2026, σε συμφωνία με αντίστοιχα σενάρια που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο των μακροοικονομικών προβολών των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Μαρτίου 2026.3 Παρά τις μεθοδολογικές διαφορές μεταξύ των δύο υποδειγμάτων, τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων συγκλίνουν και υποδεικνύουν ότι μια τέτοια διαταραχή οδηγεί σε αύξηση του πληθωρισμού και σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.

Δίαυλοι μετάδοσης της διαταραχής στα υποδείγματα

Η αύξηση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα και τον πληθωρισμό μέσω μιας σειράς διαύλων μετάδοσης που συνδέονται τόσο με την πλευρά της προσφοράς όσο και με την πλευρά της ζήτησης.

Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης, παρά τις μεθοδολογικές διαφορές των δύο υποδειγμάτων, οι βασικοί μηχανισμοί μετάδοσης της διαταραχής μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους κύριους διαύλους.

Πρώτον, ο δίαυλος του κόστους παραγωγής. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου οδηγεί σε άνοδο του κόστους παραγωγής των επιχειρήσεων, καθώς η ενέργεια αποτελεί βασική εισροή στην παραγωγική διαδικασία. Το υψηλότερο κόστος μετακυλίεται σταδιακά στις τιμές των τελικών αγαθών και υπηρεσιών, οδηγώντας σε άνοδο του γενικού επιπέδου των εγχώριων τιμών και ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων.

Δεύτερον, ο δίαυλος του διαθέσιμου εισοδήματος. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας, σε συνδυασμό με την άνοδο του γενικού επιπέδου τιμών, μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Ως αποτέλεσμα, περιορίζεται η ιδιωτική κατανάλωση και επηρεάζεται αρνητικά η συνολική ζήτηση.

Τρίτον, ο δίαυλος της εξωτερικής ζήτησης. Η αύξηση στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα των εμπορικών εταίρων της Ελλάδος, ενισχύοντας τον παγκόσμιο πληθωρισμό και περιορίζοντας την εξωτερική ζήτηση για ελληνικά αγαθά και υπηρεσίες. Παράλληλα, η αύξηση των εγχώριων τιμών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές, περιορίζοντας περαιτέρω τη ζήτηση για εξαγωγές.

Οι παραπάνω μηχανισμοί μετάδοσης αποτυπώνονται με διαφορετικό τρόπο στα δύο υποδείγματα που χρησιμοποιούνται στην παρούσα ανάλυση. Στο ετήσιο μακροοικονομικό υπόδειγμα, οι επιδράσεις της διαταραχής προκύπτουν κυρίως μέσω των επιδράσεων στο κόστος παραγωγής, στις τιμές καταναλωτή και στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Στο δυναμικό στοχαστικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας, το οποίο ενσωματώνει δυσκαμψίες στις τιμές και αλληλεπιδράσεις με τον εξωτερικό τομέα, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου επηρεάζει το κόστος παραγωγής και τις αποφάσεις τιμολόγησης των επιχειρήσεων, τη δυναμική εξέλιξη των εγχώριων τιμών και τη ζήτηση για κατανάλωση και επενδύσεις.

Μεθοδολογία και εμπειρικά αποτελέσματα

Η ανάλυση εξετάζει, σε συμφωνία με αντίστοιχα σενάρια που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο των πρόσφατων μακροοικονομικών προβολών των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ (Μάρτιος 2026), μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 22%, η οποία θεωρείται προσωρινή, διάρκειας ενός έτους.

Στο ετήσιο μακροοικονομικό υπόδειγμα, ο χρονικός ορίζοντας της προσομοίωσης καλύπτει την περίοδο 2026 – 27. Τα αποτελέσματα σύμφωνα με το εν λόγω υπόδειγμα υποδεικνύουν αύξηση του πληθωρισμού κατά 0,38 της ποσοστιαίας μονάδας (ποσ. μον.) το 2026 και κατά 0,27 ποσ. μον. το 2027 σε σχέση με το βασικό σενάριο αναφοράς, σύμφωνα με το οποίο η τιμή του πετρελαίου δεν αυξάνεται. Παράλληλα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ μειώνεται κατά 0,07 ποσ. μον. το 2026 και κατά 0,12 ποσ. μον. το 2027.

Οι επιδράσεις αυτές προκύπτουν μέσω των διαύλων ζήτησης και προσφοράς. Από την πλευρά της ζήτησης, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου ενισχύει τον πληθωρισμό και μειώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, περιορίζοντας την ιδιωτική κατανάλωση. Από την πλευρά της προσφοράς, η υψηλότερη τιμή του πετρελαίου αυξάνει το κόστος πα
ραγωγής των επιχειρήσεων, οδηγώντας σε άνοδο των τελικών τιμών και σε μείωση της ζητούμενης ποσότητας
αγαθών στην εγχώρια οικονομία.

Το δυναμικό στοχαστικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας διαμετρήθηκε σε τριμηνιαία βάση, ώστε να αποτυπώνει με ακρίβεια τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας. Η υπόθεση που υιοθετείται είναι ότι η τιμή του πετρελαίου αυξάνεται κατά 22% για 4 τρίμηνα (1 έτος) και στη συνέχεια επανέρχεται σταδιακά στο αρχικό της
επίπεδο έως το τέλος του 2027.

Δεδομένου του προσωρινού χαρακτήρα της διαταραχής, όλες οι ενδογενείς μεταβλητές συγκλίνουν σταδιακά στα αρχικά επίπεδα ισορροπίας τους. Τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων δείχνουν ότι ο πληθωρισμός με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) αυξάνεται κατά 0,42 ποσ. μον. το 2026 και κατά 0,41 ποσ. μον. το 2027. Παράλληλα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ μειώνεται κατά 0,10 ποσ. μον. το 2026 και κατά 0,12 ποσ. μον. το 2027.

Όσον αφορά τις επιδράσεις σε επιμέρους μακροοικονομικές μεταβλητές, οι ρυθμοί μεγέθυνσης των ιδιωτικών επενδύσεων και της απασχόλησης μειώνονται κατά 1,72 και 0,08 ποσ. μον. αντίστοιχα το 2026 και κατά 2,34 και 0,10 ποσ. μον. το 2027, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει σχεδόν αμετάβλητη το 2026 και μειώνεται κατά 0,27 ποσ. μον. το 2027. Το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών (εξαγωγές μείον εισαγωγές) ως ποσοστό του ΑΕΠ βελτιώνεται κατά 0,18 ποσ. μον. το 2026 και κατά 0,40 ποσ. μον. το 2027.

Το διάγραμμα παρουσιάζει τη δυναμική εξέλιξη βασικών μακροοικονομικών μεταβλητών που προκύπτουν από το δυναμικό στοχαστικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας. Όσον αφορά τον μηχανισμό μετάδοσης της διαταραχής, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου αυξάνει το κόστος παραγωγής των εγχωρίως παραγόμενων καταναλωτικών και επενδυτικών αγαθών, γεγονός που ωθεί τις επιχειρήσεις να θέσουν υψηλότερες τιμές, με αποτέλεσμα την αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών. Ταυτόχρονα, η αύξηση των τιμών προκαλεί ένα αρ
νητικό αποτέλεσμα εισοδήματος στα νοικοκυριά, επηρεάζοντας δυσμενώς την καταναλωτική και την επενδυτική
ζήτηση και, κατ’ επέκταση, το πραγματικό ΑΕΠ.

Βραχυπρόθεσμα, οι αρνητικές επιδράσεις στο ΑΕΠ μετριάζονται λόγω της ύπαρξης δυσκαμψιών στις εγχώριες τιμές, με αποτέλεσμα η μετακύλιση της αύξησης της τιμής του πετρελαίου στις τελικές τιμές να είναι σταδιακή. Στις επόμενες περιόδους, καθώς ο βαθμός μετακύλισης αυξάνεται, οι αρνητικές επιδράσεις στη ζήτηση για κατανάλωση και επενδύσεις εντείνονται, οδηγώντας σε περαιτέρω συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Παράλληλα, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου προκαλεί δευτερογενείς επιδράσεις (spillover effects) μέσω της εξωτερικής ζήτησης. Ειδικότερα, η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου επιδρά αρνητικά στην οικονομική δραστηριότητα των εμπορικών εταίρων της Ελλάδος, ενισχύοντας τον παγκόσμιο πληθωρισμό και ασκώντας καθοδικές επιδράσεις στο ξένο παραγόμενο προϊόν. Σε συνδυασμό με την αύξηση των εγχώριων τιμών, παρατηρείται μείωση της εξωτερικής ζήτησης για ελληνικές εξαγωγές, επηρεάζοντας αρνητικά το ΑΕΠ. Ωστόσο, από τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων προκύπτει ότι το εμπορικό ισοζύγιο (εξαγωγές μείον εισαγωγές) ως ποσοστού του ΑΕΠ βελτιώνεται, καθώς η μείωση των εισαγωγών υπερβαίνει εκείνη των εξαγωγών.

Συνολικά, αν ληφθούν υπόψη τα ποσοτικά αποτελέσματα των δύο υποδειγμάτων, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 22% εκτιμάται ότι οδηγεί κατά μέσο όρο σε άνοδο του πληθωρισμού κατά περίπου 0,40 ποσ. μον. το 2026 και κατά 0,34 ποσ. μον. το 2027. Παράλληλα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ κατά μέσο όρο αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 0,10 ποσ. μον. το 2026 και κατά περίπου 0,12 ποσ. μον. το 2027.

Διαβάστε ακόμη: