Βρισκόμαστε όλοι θεατές εντός ενός καινούργιου, δήθεν νόμιμου, συστήματος μηχανισμού δολοφονίας χαρακτήρων και πολιτικών σταδιοδρομιών. Πρόκειται για μια πρακτική που ασκείται από έναν παντελώς ανεξέλεγκτο θεσμό, αυτόν της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο οποίος έχει καταφέρει να μετατρέψει τη Βουλή σε ένα διαρκές δικαστικό συμβούλιο.

Το Κοινοβούλιο καλείται πλέον κάθε λίγο και λιγάκι να ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα, τα οποία –υποτίθεται νομίμως– δεν άσκησε ο εισαγγελέας που αποστέλλει τους φακέλους. Και το κρίσιμο σημείο είναι ακριβώς αυτό: δεν αποστέλλονται εμπεριστατωμένες κατηγορίες, αλλά αόριστοι φάκελοι που απλώς συντηρούν μια κατάσταση ομηρίας.

-----------------

Το xρέος της πολιτείας και η προστασία των πολιτών

Εδώ γεννάται το θεμελιώδες ερώτημα: Υποχρεούται ή όχι η εκάστοτε κυβέρνηση να θεσμοθετεί ένα σύστημα προστασίας των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Στην προστασία αυτή δεν εντάσσεται αυτονόητα η θωράκιση των πολιτών από αυθαίρετες πράξεις της εκτελεστικής ή της δικαστικής εξουσίας; Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας δεν έχει ως πρωταρχικό σκοπό να προστατεύει τα δικαιώματα των κατηγορουμένων από ενδεχόμενες εσφαλμένες ή καταχρηστικές ενέργειες των αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών;

Διώξεις «με δόσεις» και ιδιότυποι εκβιασμοί

Αυτό που παρατηρούμε ξαφνικά είναι η άσκηση διώξεων «με δόσεις». Η τακτική αυτή δεν είναι τυχαία. Εξυπηρετεί στο να διατηρείται πάντα ένα θέμα στην επικαιρότητα, ενώ ταυτόχρονα ασκείται ένας ιδιότυπος εκβιασμός σε όσους αναμένουν φακέλους που «έρχονται αλλά δεν φτάνουν». Στο ενδιάμεσο, διαρρέουν ονόματα, διευθύνσεις και περιστατικά πολύ πριν οι φάκελοι αυτοί καταλήξουν στον φυσικό τους αποδέκτη. Κατά τον νόμο, το περιεχόμενο μιας εισαγγελικής έρευνας είναι μυστικό. Αυτό δεν έχει αλλάξει. Αυτό που άλλαξε και επέτρεψε τη δημιουργία αυτής της βάρβαρης κατάστασης είναι η κατάργηση των δικαστικών συμβουλίων μέσω του «νόμου Φλωρίδη».

Η κατάλυση του τεκμηρίου αθωότητας

Με τα συμβούλια αυτά, ο νομοθέτης προστάτευε τον πολίτη –και οι βουλευτές και οι υπουργοί πολίτες είναι– αναγνωρίζοντας ότι για να ασκηθεί δίωξη πρέπει να υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής. Η δίωξη από μόνη της μπορεί να βλάψει ανεπανόρθωτα την τιμή και την υπόληψη κάποιου, ακόμη και αν τελικά αθωωθεί μετά από χρόνια. Στη συνείδηση της κοινής γνώμης, η κατηγορία ταυτίζεται συχνά με την ενοχή. Τα δικαστικά συμβούλια λειτουργούσαν ως ανάχωμα σε αυτή την αυθαιρεσία, υποχρεώνοντας τους εισαγγελείς να αποφεύγουν να απαγγέλουν κατηγορίες αν δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσουν στιβαρά στοιχεία.

Το πολιτικό αδιέξοδο και οι διαρροές στα ΜΜΕ

Σήμερα, με την κατάργηση αυτού του θεσμού χωρίς καμία εναλλακτική δικλείδα προστασίας, η πολιτική ασκείται πλέον στα εισαγγελικά γραφεία. Το γεγονός ότι το περιεχόμενο των φακέλων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας γίνεται «φύλλο και φτερό» στα ΜΜΕ –είτε μέσω επίσημων δελτίων τύπου της Ευρωπαίας Εισαγγελέως είτε μέσω ανεπίσημων διαρροών– καθιστά αδύνατη την άμυνα των εμπλεκομένων. Ο βουλευτής βρίσκεται σε αδιέξοδο: Αν ζητήσει την άρση ασυλίας του, δεν έχει πια το δικαστικό συμβούλιο για να αποκαταστήσει το όνομά του σύντομα. Αν δεν τη ζητήσει, κατηγορείται ότι φυγοδικεί με κυβερνητική κάλυψη. Η απλή εμπλοκή του σε έναν φάκελο τον καταστρέφει πολιτικά ό,τι και να κάνει.

Η ανάγκη για θεσμική επαναφορά

Η κάθε κυβέρνηση έχει χρέος να νομοθετεί για την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Αντί λοιπόν να ζητούνται παραιτήσεις και άρσεις ασυλιών, η πολιτεία οφείλει να αποκαταστήσει τον θεσμό των δικαστικών συμβουλίων και να απαλλάξει το κράτος από τον Γιώργο Φλωρίδη, η θητεία του οποίου θα μείνει στην ιστορία ως η πλέον αστεία και επιζήμια για τον ρόλο του Υπουργού Δικαιοσύνης. Και ας μη σπεύσουν να επικαλεστούν την «επίσπευση των δικών». Η πραγματικότητα τους διαψεύδει: τρία χρόνια χρειάστηκαν μόνο για να ξεκινήσει η δίκη των Τεμπών, η οποία προμηνύεται μακροχρόνια. Η ηθική απαξία της ιδιότητας του κατηγορούμενου παραμένει, αλλά η θεσμική προστασία του έχει πλέον εξαφανιστεί.

Διαβάστε ακόμη: