Η πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι δικηγόροι και οι πολίτες στο Πρωτοδικείο της Αθήνας έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με το αφήγημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί εκσυγχρονισμού, αποκαλύπτοντας το τεράστιο χάσμα μεταξύ θεωρίας και πράξης.

Ενώ ο νέος δικαστικός χάρτης παρουσιάστηκε ως η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση στη δικαιοσύνη, με υποσχέσεις για ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, η εικόνα στις δικαστικές αίθουσες της Λουκάρεως μαρτυρά ένα λειτουργικό χάος, που παραπέμπει σε τριτοκοσμικές καταστάσεις.

Οι πρόσφατες θριαμβολογίες της κυβέρνησης για τα αποτελέσματα της μεταρρύθμισης διαψεύδονται από τις ατέλειωτες ουρές και την πρωτοφανή ταλαιπωρία των λειτουργών της Θέμιδος, οι οποίοι βλέπουν την καθημερινότητά τους να δυσκολεύει αντί να απλοποιείται, βιώνοντας μια διαρκή υποβάθμιση του έργου τους.

Το επίκεντρο του προβλήματος εντοπίζεται στη διαδικασία κατάθεσης και προσδιορισμού των ενδίκων μέσων, εκεί όπου η γραφειοκρατία φαίνεται να κερδίζει κατά κράτος την τεχνολογία. Μέχρι το τέλος του 2025, η διαδικασία για την κατάθεση έφεσης ήταν σαφής και, το κυριότερο, ψηφιοποιημένη.

Ο δικηγόρος κατέθετε το ένδικο μέσο στο Πρωτοδικείο και ο προσδιορισμός της δικασίμου στο Εφετείο γινόταν ηλεκτρονικά, διασφαλίζοντας ταχύτητα και αποφυγή συνωστισμού, προσφέροντας μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια στη δικαστική πρακτική.

Με την εφαρμογή του νέου συστήματος από την αρχή του τρέχοντος έτους, οι εφέσεις πρέπει πλέον να κατατίθενται και να προσδιορίζονται απευθείας στο δικαστήριο στο οποίο απευθύνονται, μια αλλαγή που θεωρητικά θα έλυνε προβλήματα, αλλά στην πράξη δημιούργησε νέα.

Παρά το γεγονός όμως ότι βρισκόμαστε ήδη στον τέταρτο μήνα εφαρμογής αυτής της αλλαγής, η απαραίτητη ηλεκτρονική υποδομή παραμένει ανενεργή, αφήνοντας τους εμπλεκόμενους εκτεθειμένους σε ένα σύστημα που υπολειτουργεί εις βάρος των πολιτών.

Οι εκπρόσωποι του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών εκφράζουν την έντονη δυσαρέσκειά τους, καθώς η πολυδιαφημισμένη επιτάχυνση αποδεικνύεται για την ώρα στην πράξη κενό γράμμα, επιβεβαιώνοντας τους φόβους ότι ο εκσυγχρονισμός παραμένει μια επικοινωνιακή βιτρίνα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Διαβάστε ακόμη: