Στην παροχή, το ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο κόστιζε περίπου ένα ευρώ. Το αμερικανικό μπορεί να φτάνει και τα $15. Η διαφορά είναι μεγάλη και δεν χρειάζονται πολλές αναλύσεις για να καταλάβει κανείς τι σημαίνει αυτό για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η Ευρώπη έχει διακηρύξει ότι θέλει την πλήρη απεξάρτηση από τις ρωσικές πηγές ενέργειας. “Όμως οι αγορές λειτουργούν με βάση το κόστος και την προσφορά”, μου έλεγαν έμπειρα στελέχη της ναυτιλιακής αγοράς σε μία συνάντηση χαλαρή που είχα μαζί τους: “Αν λήξει ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ρωσική ενέργεια επανέλθει με ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ποια θα είναι η στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων όταν οι πολίτες θα στενάζουν κάτω από το βάρος του υψηλού ενεργειακού κόστους”. Όπως σχολίαζαν “πολλοί Έλληνες εφοπλιστές έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια σε πανάκριβα πλοία μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG Carriers), με κόστος ναυπήγησης που ξεπερνά τα 250 εκατομμύρια δολάρια το καθένα. Η στρατηγική τους βασίζεται στην εκτίμηση ότι η ευρωπαϊκή στροφή προς εισαγωγές LNG κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Κατάρ θα διατηρήσει ισχυρή τη ζήτηση για αυτά τα εξειδικευμένα πλοία. Κινούνται με βάση τα σημερινά δεδομένα”. Αν όμως η Ρωσία επανέλθει δυναμικά στο ενεργειακό παιχνίδι, το τοπίο μπορεί να αλλάξει. Οι επενδύσεις αυτές έγιναν με συγκεκριμένες παραδοχές για τη διάρκεια της κρίσης και τη δομή της αγοράς. Σε ένα διαφορετικό περιβάλλον τιμών και πολιτικών αποφάσεων, οι ισορροπίες δεν είναι δεδομένες. Το μόνο σχεδόν βέβαιο είναι ότι, ανεξάρτητα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, ο τελικός λογαριασμός ενέργειας για τον Ευρωπαίο καταναλωτή δύσκολα θα επιστρέψει στα επίπεδα του παρελθόντος. Και αυτό είναι μια πραγματικότητα που ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι αγορές μπορούν εύκολα να αγνοήσουν.

Διαβάστε ακόμη: