Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ γύρω από τη συνταγματική αναθεώρηση κάθε άλλο παρά συγκυριακή είναι.

Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι η συγκεκριμένη πολιτική μάχη μπορεί να αποτελέσει το ιδανικό πεδίο για να ανακτηθεί ένα κρίσιμο ακροατήριο: οι κεντρώοι και μεταρρυθμιστές ψηφοφόροι που τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν τον βασικό πυλώνα της πολιτικής κυριαρχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η πρόσφατη αποστροφή του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη ότι η Νέα Δημοκρατία θα μπορούσε να συνεργαστεί μόνο με «ένα υπεύθυνο ΠΑΣΟΚ παλαιότερων ετών» δεν ήταν μια στιγμιαία πολιτική αιχμή. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια συνολική στρατηγική που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Στόχος δεν είναι μόνο η πίεση προς τον Νίκο Ανδρουλάκη, αλλά κυρίως η πολιτική διεκδίκηση του μεταρρυθμιστικού ακροατηρίου που ιστορικά κινείται ανάμεσα στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Στο κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζουν ότι η αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ένα περισσότερο κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό, όπου το ζήτημα της κυβερνησιμότητας θα επανέλθει με ένταση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να εμφανιστεί ως η μόνη πολιτική δύναμη που εξακολουθεί να εκφράζει σταθερά τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις και την ευρωπαϊκή κατεύθυνση της χώρας.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται και η ιδιαίτερα επιθετική στάση απέναντι στο ΠΑΣΟΚ κατά τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Ο Παύλος Μαρινάκης κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι μετατρέπει το ΠΑΣΟΚ σε «κόμμα διαμαρτυρίας, στείρας άρνησης και οπισθοδρόμησης», υποστηρίζοντας ότι η Χαριλάου Τρικούπη αρνήθηκε ή δεν στήριξε αλλαγές που αφορούν, μεταξύ άλλων, τα μη κρατικά πανεπιστήμια, την αξιολόγηση στο Δημόσιο, την επιστολική ψήφο και τη φορολογική σταθερότητα.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να δημιουργήσει την εικόνα ότι το σημερινό ΠΑΣΟΚ εγκαταλείπει τη μεταρρυθμιστική του παράδοση και μετακινείται σε μια αντιπολιτευτική λογική που το φέρνει πιο κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι κυβερνητικά στελέχη χρησιμοποιούν όλο και συχνότερα τον χαρακτηρισμό «πράσινος ΣΥΡΙΖΑ», επιχειρώντας να αποκόψουν τον Νίκο Ανδρουλάκη από τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους του Κέντρου.

Παράλληλα, η αναφορά του Παύλου Μαρινάκη στην περίοδο της συγκυβέρνησης ΝΔ–ΠΑΣΟΚ έχει και δεύτερη ανάγνωση. Απευθύνεται σε εκείνο το τμήμα των ψηφοφόρων αλλά και των στελεχών της Χαριλάου Τρικούπη που εξακολουθούν να θεωρούν πως οι συναινέσεις αποτελούν στοιχείο υπευθυνότητας.

Με αυτόν τον τρόπο το Μαξίμου επιχειρεί να δημιουργήσει εσωτερικούς προβληματισμούς στο ΠΑΣΟΚ ως προς τη στρατηγική της απόλυτης άρνησης συνεργασιών.

Το επόμενο διάστημα το ζήτημα της κυβερνησιμότητας θα τίθεται ολοένα και πιο έντονα από τη Νέα Δημοκρατία. Και η συνταγματική αναθεώρηση φαίνεται πως θα αποτελέσει το βασικό πολιτικό όχημα αυτής της στρατηγικής.

Η κυβέρνηση θα επιδιώξει να παρουσιάσει κάθε μεταρρυθμιστική πρόταση ως διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη δική της αντίληψη και στη στάση του ΠΑΣΟΚ, επιχειρώντας να πείσει τους ψηφοφόρους ότι ο φυσικός εκφραστής του μεταρρυθμιστικού χώρου παραμένει η Νέα Δημοκρατία. Εκεί, άλλωστε, θα κριθεί ένα σημαντικό μέρος της επόμενης εκλογικής μάχης.

Διαβάστε ακόμη: