Έχει φτάσει σε 20 χώρες, έχει συγκεντρώσει σειρά διεθνών διακρίσεων και το 2025 βρέθηκε στην πρώτη θέση της κατάταξης του TasteAtlas με τα καλύτερα τυριά στον κόσμο.
Ωστόσο, η Γραβιέρα Νάξου, σύμφωνα με το Euronews, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: η ζήτηση υπάρχει και θα μπορούσε να είναι ακόμη και τριπλάσια, όμως η παραγωγή δεν μπορεί να ακολουθήσει.
Το διάσημο τυρί των Κυκλάδων διαθέτει πιστοποίηση Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) από το 1996 και αποτελεί, μαζί με την πατάτα Νάξου, ένα από τα προϊόντα που έχουν συνδεθεί περισσότερο με τη γαστρονομική ταυτότητα του νησιού.
Η ιδιαιτερότητά του ξεκινά από την πρώτη ύλη. Η Γραβιέρα Νάξου παρασκευάζεται από τοπικό αγελαδινό γάλα ή από μείγμα αγελαδινού με πρόβειο και κατσικίσιο, σε αναλογία 80% προς 20%. Τα ζώα εκτρέφονται στο νησί, ενώ η πλούσια βλάστηση και τα αρωματικά φυτά της Νάξου επηρεάζουν τα χαρακτηριστικά του γάλακτος.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σκληρό, υποκίτρινο τυρί με γλυκιά και λεπτή γεύση, χαρακτηριστική επίγευση και ιδιαίτερα ελαστική υφή.
Το παράδοξο με το κορυφαίο ελληνικό τυρί
Σύμφωνα με τον καθηγητή του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννη Πολίτη, τα χαρακτηριστικά της είναι τέτοια ώστε μπορεί να συναγωνιστεί αντίστοιχα τυριά που παράγονται στα σύνορα Ελβετίας και Γαλλίας.
Η μεγαλύτερη τυροκομική μονάδα του νησιού είναι εκείνη της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου. Η ετήσια παραγωγή της φτάνει περίπου τους 1.200-1.250 τόνους γραβιέρας, από τους οποίους περίπου 100 τόνοι κατευθύνονται στις αγορές του εξωτερικού. Παράλληλα, εξάγονται περίπου 250 τόνοι άλλων τυριών της Νάξου.
Κι όμως, η παραγωγή θα μπορούσε να είναι σημαντικά μεγαλύτερη. Το βασικό πρόβλημα είναι η μειωμένη διαθεσιμότητα γάλακτος και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η νησιωτική κτηνοτροφία.
Η μεταφορά ζωοτροφών στη Νάξο είναι δυσκολότερη και ακριβότερη σε σχέση με την ηπειρωτική Ελλάδα, αυξάνοντας το κόστος για τους παραγωγούς. Έτσι, ενώ η αγορά θα μπορούσε να απορροφήσει πολύ μεγαλύτερες ποσότητες γραβιέρας, η πρώτη ύλη δεν επαρκεί για σημαντική αύξηση της παραγωγής.
Το μεγάλο στοίχημα, επομένως, δεν είναι να βρεθούν νέοι αγοραστές αλλά να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η κτηνοτροφία του νησιού.