Κάτι παραπάνω από εμφανής ήταν η αγωνιώδης προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου, το προηγούμενο διάστημα, να διορθώσει την επίσημη ρητορική και πολιτική επιχειρηματολογία της κυβέρνησης, με έμφαση στην προοπτική να μην χρειαστεί να υπάρξουν δεύτερες εκλογές, από τη στιγμή που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα καταλήξει στην απόφαση να στήσει κάλπες εθνικής αναμέτρησης.

Το στενό επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και ο ίδιος ο σημερινός Πρωθυπουργός προβληματίζονται για το ορατό πλέον ενδεχόμενο, η παγιωμένη αποσυσπείρωση της παραδοσιακής κοινωνικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας, να έχει αναπόφευκτες συνέπειες στην πρώτη κάλπη, και η κυβερνητική παράταξη να κινηθεί σε χαμηλά ποσοστά, κάτω από το 25%.

Το δέος μπροστά σε μια τέτοια πιθανότητα είναι εύλογο και αναμενόμενο, καθώς από το ποσοστό το οποίο θα καταγράψει η Νέα Δημοκρατία θα κριθεί το αν θα έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων για να οδηγηθεί η χώρα σε δεύτερες, επαναληπτικές εκλογές. Και φυσικά, το αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα διατηρεί το πολιτικό πλεονέκτημα να είναι ο ίδιος επικεφαλής του κόμματος μετά από ένα τέτοιο αποτέλεσμα.

Η συρρικνωμένη εμπιστοσύνη του Κυριάκου Μητσοτάκη και του συστήματος εξουσίας που έχει υφανθεί γύρω του για τις δημοσκοπήσεις —και το κατά πόσο οι έρευνες των εταιρειών είναι «βολικές»— διαφαίνεται και από το γεγονός ότι το πρωθυπουργικό γραφείο έχει ζητήσει ξένη βοήθεια πέραν του Ατλαντικού.

Πιο συγκεκριμένα, το Μέγαρο Μαξίμου ακολουθεί μια τακτική που είχε υιοθετήσει και στο παρελθόν, επί ημερών Σταν Γκρίνμπεργκ, αποστέλλοντας τα λεγόμενα ποιοτικά ευρήματα των δημοσκοπικών ερευνών σε Αμερικανούς τεχνοκράτες, πολιτικούς επιστήμονες και αναλυτές.

Αυτοί με τη σειρά τους τα «χτενίζουν» και καταλήγουν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα αναφορικά με την κοινωνική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στη σημερινή Ελλάδα και την πιθανή διαφοροποίηση των τάσεων με φόντο τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές.

Διαβάστε ακόμη: