Απογοητευτική εικόνα άφησαν οι θερινές εκπτώσεις του 2026 για μεγάλο μέρος του εμπορικού κόσμου, καθώς σχεδόν 6 στις 10 επιχειρήσεις κατέγραψαν χαμηλότερο κύκλο εργασιών σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.
Στον αντίποδα, μόλις 1 στις 10 εμπορικές επιχειρήσεις κατάφερε να αυξήσει τις πωλήσεις της, σύμφωνα με την πανελλαδική έρευνα του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ για την πορεία των φετινών θερινών εκπτώσεων.
Τα αποτελέσματα έρχονται να προστεθούν σε ένα ήδη δύσκολο πρώτο εξάμηνο χαμηλών πωλήσεων, ενισχύοντας την εικόνα μιας αγοράς που εξακολουθεί να βρίσκεται υπό έντονη πίεση.
Παρά τις εκπτώσεις και τις χαμηλότερες τιμές, η κατανάλωση δεν ενισχύθηκε στον βαθμό που προσδοκούσαν οι επιχειρήσεις. Τα νοικοκυριά εξακολουθούν να δίνουν προτεραιότητα στις ανελαστικές δαπάνες και στα απολύτως απαραίτητα αγαθά και υπηρεσίες, περιορίζοντας τις αγορές προϊόντων που μπορούν να αναβληθούν.
Η συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος διαβίωσης και τη διεθνή οικονομική και γεωπολιτική αβεβαιότητα, διαμορφώνει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για το λιανεμπόριο.
Για πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, μάλιστα, το ζήτημα μετατοπίζεται πλέον από την πορεία των πωλήσεων στη βιωσιμότητα, καθώς το λειτουργικό κόστος παραμένει υψηλό την ώρα που ο τζίρος δεν ακολουθεί.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι έμποροι στρέφουν πλέον την προσοχή τους στη ΔΕΘ, αναμένοντας παρεμβάσεις που θα περιορίζουν φορολογικές και άλλες επιβαρύνσεις και θα ενισχύουν τόσο τη ρευστότητα των επιχειρήσεων όσο και το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών.
Βασικά Ευρήματα Έρευνας για τις Θερινές Εκπτώσεις
• Σχεδόν 6 στις 10 (57,5%) επιχειρήσεις στο λιανικό εμπόριο κατέγραψαν χειρότερες πωλήσεις κατά τη διάρκεια των θερινών εκπτώσεων συγκριτικά με πέρυσι, ενώ μόλις 1 στις 10 κατέγραψε υψηλότερο τζίρο (Διάγραμμα 1).

• Ως εκ τούτου, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (47,2%) εμφανίστηκαν Λίγο έως Καθόλου Ικανοποιημένες από το τζίρο τους κατά την περίοδο των φετινών θερινών εκπτώσεων (Διάγραμμα 2).

• Η ανάγκη περαιτέρω προώθησης των πωλήσεων προθυμοποιεί σχεδόν 4 στους 10 επιχειρηματίες (37,7%) να διατηρήσουν τις χαμηλές τιμές και τις προσφορές και μετά το επίσημο πέρας των εκπτώσεων, παρά τους περιορισμούς του σχετικού θεσμικού πλαισίου (Διάγραμμα 3).

• Υπό αυτό το πρίσμα, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι σχεδόν 6 στις 10 επιχειρήσεις (57,6%) υιοθέτησαν ποσοστά εκπτώσεων άνω του 30%, με το «κλιμάκιο έκπτωσης» 31% – 40% να συγκεντρώνει την ισχυρότερη προτίμηση (Διάγραμμα 4).

• Για περισσότερες από 4 στις 10 επιχειρήσεις (44,3%) η περίοδος με την υψηλότερη αγοραστική κίνηση ήταν ο Ιούλιος. Το εύρημα αυτό συμφωνεί με παλαιότερες έρευνες με εξαίρεση την περυσινή, οπότε είχε καταγραφεί ως καλύτερη περίοδος πωλήσεων το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου (Διάγραμμα 5).

• Για περισσότερες από 5 στις 10 επιχειρήσεις (53,3%) στις οποίες καταγράφηκαν χαμηλότερες πωλήσεις συγκριτικά με την αντίστοιχη εκπτωτική περίοδο πέρυσι, η μείωση διαμορφώθηκε έως 10% (Διάγραμμα 6). Αυτό το αποτέλεσμα είναι μεν βελτιωμένο σχετικά με πέρυσι αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί θετικό.

• Στο ίδιο πλαίσιο, για περίπου τις μισές επιχειρήσεις (52,2%) που δήλωσαν αύξηση των πωλήσεων, η άνοδος δεν υπερέβη το 10% σε σχέση με πέρυσι (Διάγραμμα 7).

• Δύο στις 3 επιχειρήσεις (66,0%) υιοθέτησαν τα ίδια, με το καλοκαίρι του 2025, ποσοστά εκπτώσεων (Διάγραμμα 8), αποτέλεσμα ενδεικτικό των ορίων της αγοράς.
• Τέσσερις στις 10 επιχειρήσεις (41,5%) πραγματοποίησαν εκπτώσεις σε όλα ανεξαιρέτως τα εμπορεύματα του καταστήματος (Διάγραμμα 9).

• Επίσης, 4 στις 10 επιχειρήσεις (43,9%) κατέγραψαν χαμηλότερη επισκεψιμότητα σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, ποσοστό σχεδόν ίδιο (42,5%) με όσες επιχειρήσεις αξιολόγησαν την επισκεψιμότητά τους στα περυσινά επίπεδα (Διάγραμμα 10).

• Κατόπιν των παραπάνω, μόνο το 16,0% των επιχειρηματιών δήλωσε πολύ ικανοποιημένο από την επισκεψιμότητα στα καταστήματα (Διάγραμμα 11).

Απαντήσεις επιχειρηματιών σε κρίσιμα Θέματα
• Παρά την ενίσχυση των ψηφιακής ωριμότητας επιχειρήσεων και καταναλωτών τα τελευταία χρόνια, 3 στους 4 επιχειρηματίες (75%) δήλωσε πως οι πωλήσεις του ψηφιακών καταστήματος ήταν χαμηλότερες του φυσικού (Διάγραμμα 12). Το παρόν εύρημα, κατά πολύ αυξημένο σε σχέση με πέρυσι, είναι ενδεικτικό τόσο των κινήτρων που πρέπει να δοθούν για την περαιτέρω ψηφιακή μετάβαση αλλά και των παγιωμένων προτιμήσεων των εγχώριων καταναλωτών, για τους οποίους οι αγορές συνδυάζονται και με άλλες δραστηριότητες (διασκέδαση, συναναστροφή με φίλους κ.ά.).

• Οι επιχειρηματίες αξιολογούν κατά σειρά την ακρίβεια, το μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών για αγορές, την αύξηση του λειτουργικού κόστους και την αύξηση των τιμών προμηθευτών ως τα πλέον σημαντικά προβλήματα που επιβαρύνουν την επιχειρηματικότητα (Διάγραμμα 13).

• Για 8 στις 10 επιχειρήσεις (81,2%) το λειτουργικό τους κόστος έχει διογκωθεί έως 20% από τις αρχές του έτους έως σήμερα, λόγω αύξησης των τιμών ενέργειας (Διάγραμμα 14). Η επιβάρυνση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ήπια, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η σωρευτική επίδραση της ενέργειας στο κόστος λειτουργίας τα τελευταία χρόνια.

• Απαισιόδοξοι εμφανίζονται οι επιχειρηματίες του κλάδου αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των μέτρων της ΕΕ για τον περιορισμό της ασύδοτης δραστηριότητας των ασιατικών ψηφιακών πλατφορμών. Σχεδόν 6 στους 10 επιχειρηματίες (57,6%) πιστεύει πως τα εν λόγω μέτρα δεν θα αναχαιτίσουν καθόλου τις πωλήσεις των πλατφορμών ή θα λειτουργήσουν σε πολύ μικρό μόνο βαθμό (Διάγραμμα 15).

• Αναφορικά με τους επιμέρους κλάδους, ισχυρότερες πιέσεις φαίνονται να υφίστανται τα επιμορφωτικά, ψυχαγωγικά και αθλητικά είδη και ακολουθούν η Ένδυση και η Υπόδηση (Διάγραμμα 16).

Ο Διοικητικός Διευθυντής του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, Χαράλαμπος Αράχωβας, δήλωσε σχετικά: «Τα αρνητικά αποτελέσματα των θερινών εκπτώσεων προστίθενται σε ένα ήδη φτωχό και αποθαρρυντικό πρώτο εξάμηνο. Έξι στις δέκα επιχειρήσεις σημείωσαν χαμηλότερες πωλήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, εξέλιξη ενδεικτική των ισχυρών πιέσεων και κλυδωνισμών στην αγορά. Η εικόνα είναι απογοητευτική αν ληφθούν υπόψη αφενός οι χαμηλές πωλήσεις των επιχειρήσεων και αφετέρου η σταθερή άνοδος του επιπέδου των τιμών αλλά και του λειτουργικού κόστους. Η Πολιτεία καλείται να υιοθετήσει άμεσα παρεμβάσεις και δράσεις υποστήριξης της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, των θέσεων εργασίας αλλά και της ίδιας της κοινωνικής συνοχής. Το εμπόριο και η επιχειρηματικότητα δεν ζητούν μέτρα στήριξης για την περαιτέρω επέκτασή τους αλλά για την ίδια τους την επιβίωση».,


