Στο σχέδιο νόμου του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για τη νόμιμη μετανάστευση, το οποίο συζητείται από χθες στις αρμόδιες επιτροπές της Βουλής, αναφέρθηκε ο Θάνος Πλεύρης με δηλώσεις του στο ERTNews.
O υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου ξεκαθάρισε ότι το νομοσχέδιο δίνει οριστικές λύσεις σε χρόνια προβλήματα, όπως οι μεγάλες καθυστερήσεις στην έκδοση και ανανέωση αδειών διαμονής και στις διαδικασίες μετάκλησης εργαζομένων. Παράλληλα, θεσπίζει μια σαφή και αδιαπραγμάτευτη αρχή: η νόμιμη παραμονή στη χώρα συνδέεται πλέον άμεσα και αποκλειστικά με την εργασία.
Ο κ. Πλεύρης αναφέρθηκε εκτενώς στις μεγάλες καθυστερήσεις αναφορικά με την έκδοση και ανανέωση αδειών εργασίας, ξεκαθαρίζοντας ότι στόχος της κυβέρνησης είναι να κάνουμε πιο απλή τη ζωή όσων βρίσκονται νόμιμα στη χώρα. Όπως εξήγησε, σήμερα παρατηρείται το φαινόμενο, άδειες εργασίας να εκδίδονται με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, ώστε να παραδίδονται στους δικαιούχους ληγμένες. «Ένας άνθρωπος έρχεται με μετάκληση, μέσω νόμιμης διαδικασίας, εργάζεται, υποβάλλει αίτημα ανανέωσης και αυτή μπορεί να διαρκέσει δύο ή και τρία χρόνια. Επειδή όμως η διάρκεια ισχύος της άδειας είναι επίσης δύο ή τρία χρόνια, όταν τελικά εκδοθεί, έχει ήδη λήξει», σημείωσε. Υπογράμμισε ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να επιβαρύνει τον πολίτη που «έκανε σωστά όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες» και τόνισε πως, με τις νέες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, κάθε άδεια διαμονής και εργασίας θα έχει ελάχιστη διάρκεια δύο ετών.
Στο σκέλος των διοικητικών αλλαγών, εξήγησε ότι το νομοσχέδιο καταργεί τη στενή χωρική αρμοδιότητα των αποκεντρωμένων διοικήσεων, καθώς παρατηρείται άνιση κατανομή φόρτου εργασίας μεταξύ τους, προκειμένου οι υποθέσεις να μπορούν να ελέγχονται και να διεκπεραιώνονται ταχύτερα. Παράλληλα, εισάγονται ρυθμίσεις για τις λεγόμενες «ασφαλείς άδειες», ώστε να ανανεώνονται με πιο σύντομες διαδικασίες. Όπως επισήμανε, η συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων αφορά εργαζόμενους που παραμένουν στον ίδιο εργοδότη, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη για ένα απλούστερο και αποτελεσματικότερο σύστημα ανανέωσης.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, απαντώντας στην κριτική ότι το νέο πλαίσιο καθιστά δυσκολότερη την ανανέωση αδειών σε περιπτώσεις ανεργίας, υπογράμμισε ότι το νομοσχέδιο εισάγει έναν σαφή κανόνα: «πρέπει να ορίσουμε έναν χρόνο, μετά τον οποίο, εφόσον κάποιος παραμένει άνεργος, χάνει την άδεια διαμονής του. Η λογική του να έρθει κάποιος να εργαστεί είναι ότι υπάρχει εργασία». Όπως διευκρίνισε, υπήρξε «μια παρεξήγηση», η οποία «θα λυθεί», καθώς η συγκεκριμένη ρύθμιση αφορά αποκλειστικά όσους εισέρχονται στη χώρα με άδεια που συνδέεται άμεσα και μόνο με την εργασία. «Δεν αφορά, για παράδειγμα, παιδιά που φοιτούν σε σχολείο, μέλη οικογένειας εργαζομένων ή πρόσωπα που διαθέτουν άλλο καθεστώς διαμονής», σημείωσε. Εξηγώντας τη λειτουργία του μέτρου, ανέφερε ότι εργαζόμενος που εισέρχεται με τριετή άδεια και παραμένει άνεργος για διάστημα έξι μηνών μετά την πάροδο των δύο ετών, χάνει την άδεια εργασίας του, ενώ αντίστοιχα, σε άδεια ενός έτους, το όριο ανεργίας είναι τρεις μήνες. «Η νόμιμη μετανάστευση δεν λειτουργεί με τη λογική “ μου αρέσει μια χώρα και μένω χωρίς να εργάζομαι”. Λειτουργεί με τη λογική ότι έρχομαι επειδή υπάρχει εργασία. Αν πάψει να υπάρχει η ανάγκη της εργασίας, τότε επιστρέφω», κατέληξε.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Πλεύρης υπογράμμισε ότι το νομοσχέδιο εισάγει για πρώτη φορά τη δυνατότητα αλλαγής εργοδότη, ως ουσιαστικό εργαλείο προστασίας των εργαζομένων. Όπως ανέφερε, εργαζόμενοι που έρχονται στη χώρα με μετάκληση, δεν θα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε περιπτώσεις κακής εργοδοτικής συμπεριφοράς, αλλά θα έχουν τη δυνατότητα να αναζητούν άλλη εργασία εντός του νόμιμου πλαισίου. «Η λογική ότι θα παραμένω στη χώρα συνεχώς χωρίς να εργάζομαι δεν υπάρχει».
Απαντώντας στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης, ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου υπενθύμισε ότι «ανάγκη εργατικού δυναμικού υπάρχει», ξεκαθαρίζοντας τη θέση του: «Εγώ είμαι οπαδός της σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής. Σκληρή μεταναστευτική πολιτική τι σημαίνει; Ότι είμαι πάρα πολύ αυστηρός στην παράνομη μετανάστευση, αλλά προφανώς η κάθε χώρα έχει ανάγκη εργατικού δυναμικού. Δεν θέλουμε να έρχεται κάποιος παράνομα και γι’ αυτό το λόγο έχουμε κόψει κάθε δυνατότητα νομιμοποίησης του παρανόμου. Οποιοσδήποτε έρθει παράνομα στη χώρα δεν έχει καμία δυνατότητα να νομιμοποιηθεί».
Αναφερόμενος στη μείωση της γραφειοκρατίας στη μετάκληση εργαζομένων, σημείωσε ότι «οι μετακλήσεις δεν έχουν λειτουργήσει γιατί φαίνεται ότι υπάρχει μια πολύ μεγάλη γραφειοκρατία. Είναι το δεύτερο σκέλος που κάνουμε. Απλοποιούμε τη μετάκληση». Όπως σημείωσε, «κάποιος που έρχεται να εργαστεί εποχικά για έξι μήνες, εάν έπαιρνε την άδεια να έρθει στους 7-8 μήνες, δεν είχε νόημα, προτιμούσε να μπει παράνομα. Γι’ αυτό δίνεται μεγάλη στόχευση στις διακρατικές συμφωνίες και μάλιστα με χώρες που έχουμε κοινά αξιακά κριτήρια. Σε αυτό το πλαίσιο, ο υπουργός υπογράμμισε ότι εξετάζεται και η αξιοποίηση εταιρειών προσωρινής απασχόλησης ώστε «να κόβουν ένα μεγάλο σκέλος της γραφειοκρατίας».
«Το τρίτο κομμάτι είναι η αξιοποίηση του κόσμου που παίρνει άσυλο», είπε, διευκρινίζοντας ότι «μέχρι τώρα αυτός ο κόσμος έπαιρνε το άσυλο και του έλεγες, τώρα έχεις ταξιδιωτικά έγγραφα αν θες σηκώνεσαι να φύγεις. Πλέον, με το που έρθει κάποιος από χώρα που είναι πιθανό να πάρει άσυλο, κάνουμε μια καταγραφή των δεξιοτήτων του και τον στέλνουμε στις δομές που βρίσκονται πιο κοντά στο επάγγελμά του, όπου και εκπαιδεύεται. Η στόχευση είναι διπλή: καλύπτω ανάγκες που έχω και ταυτόχρονα ο δικαιούχος ασύλου να μην οδηγείται σε μια λογική, παίρνω ένα επίδομα και πάω και μένω στην Κυψέλη, στα Πατήσια, αλλά να συνδέεται με πραγματική ανάγκη και παραγωγή».
Ο κ. Πλεύρης απάντησε και στην κριτική που αφορά την αυστηροποίηση του πλαισίου για τη λειτουργία των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων: «Δεν αυστηροποιούμε το να είσαι μέλος ΜΚΟ, όπως ψευδώς λέγεται, αλλά το να είσαι διακινητής. Αν είσαι διακινητής, καταδικάζεσαι», τόνισε. Όπως διευκρίνισε, η ποινική ευθύνη αφορά αποκλειστικά το μέλος (φυσικό πρόσωπο) και όχι συλλογικά την οργάνωση. Η αυστηρότερη αντιμετώπιση συνδέεται με το γεγονός ότι, ως μέλος ΜΚΟ, το άτομο αυτό διαθέτει προνομιακή πρόσβαση σε κρατικές δομές, γεγονός που δύναται να διευκολύνει την τέλεση παράνομων πράξεων. Σε ό,τι αφορά τις ίδιες τις οργανώσεις, υπογράμμισε ότι η διαγραφή από το Μητρώο ΜΚΟ προβλέπεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται κεντρική ευθύνη της διοίκησης της οργάνωσης.