Μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά εργασίας φέρνει η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής Οδηγίας για τη μισθολογική διαφάνεια στην ελληνική νομοθεσία. Οι νέοι κανόνες βάζουν τέλος σε μια πρακτική που για χρόνια ταλαιπωρούσε χιλιάδες υποψηφίους: τις αγγελίες εργασίας χωρίς να αναφέρονται οι μισθοί.

Με το νέο πλαίσιο, οι εργοδότες θα υποχρεώνονται να γνωστοποιούν είτε τον αρχικό μισθό είτε το εύρος των αποδοχών που αντιστοιχεί στη θέση, ήδη από τη δημοσίευση της αγγελίας ή, το αργότερο, πριν από την έναρξη της διαδικασίας επιλογής. Στην πράξη, ο υποψήφιος θα γνωρίζει από την αρχή αν η θέση ανταποκρίνεται στις οικονομικές του ανάγκες και δεν θα καλείται να περάσει από διαδοχικές συνεντεύξεις χωρίς να έχει σαφή εικόνα για το ύψος της αμοιβής.

Πρόκειται για μια παρέμβαση που δεν αφορά μόνο την καλύτερη ενημέρωση των εργαζομένων, αλλά και την προσπάθεια περιορισμού των μισθολογικών ανισοτήτων, ιδίως μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Νέοι κανόνες πριν από την πρόσληψη

Η Οδηγία 2023/970 προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούν πλέον να ζητούν από τους υποψηφίους πληροφορίες για τους προηγούμενους μισθούς τους. Η συγκεκριμένη ρύθμιση θεωρείται κρίσιμη, καθώς αποσκοπεί στο να μην αναπαράγονται παλαιότερες μισθολογικές αδικίες σε κάθε επόμενη επαγγελματική μετακίνηση.

Παράλληλα, οι εργοδότες θα πρέπει να εξηγούν με σαφήνεια τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζονται οι αποδοχές, καθώς και οι δυνατότητες μισθολογικής εξέλιξης. Με άλλα λόγια, η αμοιβή δεν θα μπορεί να παραμένει μια αδιαφανής διαδικασία που εξαρτάται μόνο από την ατομική διαπραγμάτευση ή από εσωτερικές πρακτικές που δεν είναι γνωστές στους εργαζομένους.

Οι εργαζόμενοι θα αποκτούν επίσης δικαίωμα να ζητούν γραπτώς πληροφορίες για το προσωπικό επίπεδο των αποδοχών τους, αλλά και για τους μέσους μισθούς ανά φύλο σε αντίστοιχες κατηγορίες προσωπικού.

Στο στόχαστρο οι αδικαιολόγητες μισθολογικές διαφορές

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις επιχειρήσεις που θα υποχρεούνται να υποβάλλουν μισθολογικά στοιχεία. Όταν από τα δεδομένα προκύπτει απόκλιση τουλάχιστον 5% μεταξύ ανδρών και γυναικών στην ίδια κατηγορία εργαζομένων, ο εργοδότης θα πρέπει, σε συνεργασία με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, να προχωρά σε κοινή αξιολόγηση των αμοιβών.

Η υποχρέωση αυτή ενεργοποιείται όταν η διαφορά δεν μπορεί να εξηγηθεί με αντικειμενικά και ουδέτερα ως προς το φύλο κριτήρια και δεν διορθώνεται μέσα σε διάστημα έξι μηνών από την υποβολή των σχετικών στοιχείων.

Η λογική της ρύθμισης είναι σαφής: οι μισθολογικές διαφορές δεν αρκεί πλέον να διαπιστώνονται εκ των υστέρων. Θα πρέπει να τεκμηριώνονται ή να διορθώνονται.

Σε περίπτωση παραβίασης των νέων υποχρεώσεων, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να προβλέπουν κυρώσεις με αποτρεπτικό χαρακτήρα, μεταξύ των οποίων και πρόστιμα που θα συνδέονται με τον ετήσιο κύκλο εργασιών ή το συνολικό μισθολογικό κόστος της επιχείρησης.

Ποιες επιχειρήσεις μπαίνουν πρώτες στο νέο πλαίσιο

Η εφαρμογή των υποχρεώσεων θα γίνει σταδιακά, ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης.

Οι επιχειρήσεις με 250 εργαζομένους και άνω θα πρέπει να υποβάλουν τα απαιτούμενα στοιχεία έως τις 7 Ιουνίου 2027 και στη συνέχεια κάθε χρόνο. Για όσες απασχολούν από 150 έως 249 εργαζομένους, η πρώτη υποβολή θα γίνει επίσης έως την ίδια ημερομηνία, αλλά στη συνέχεια η διαδικασία θα επαναλαμβάνεται ανά τριετία.

Οι επιχειρήσεις με προσωπικό από 100 έως 149 άτομα θα ενταχθούν στο νέο καθεστώς αργότερα, με πρώτη υποβολή έως τις 7 Ιουνίου 2031 και επανάληψη ανά τρία χρόνια. Για τις μικρότερες επιχειρήσεις, κάτω των 100 εργαζομένων, η υποβολή στοιχείων θα παραμείνει προαιρετική.

Η ενσωμάτωση της Οδηγίας θεωρείται πλέον θέμα χρόνου και αναμένεται να αλλάξει ουσιαστικά την καθημερινότητα τόσο των επιχειρήσεων όσο και των εργαζομένων. Για τους υποψηφίους, φέρνει περισσότερη καθαρότητα πριν από την πρόσληψη. Για τους εργοδότες, μεγαλύτερη υποχρέωση τεκμηρίωσης. Και για την αγορά εργασίας συνολικά, ένα βήμα προς πιο διαφανείς και δίκαιες αμοιβές.

Διαβάστε ακόμη: