Ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε δάνεια που έχουν χορηγήσει στις ίδιες μεγάλες επιχειρήσεις άφησε τις ελληνικές τράπεζες η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και η εξυγίανση των χαρτοφυλακίων τους, διαπιστώνει η S&P Global Ratings. Πρακτικά, και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν τους ίδιους βασικούς δανειολήπτες, σημειώνει ο οίκος αξιολόγησης, προειδοποιώντας ότι στην περίπτωση ενός δυσμενούς πιστωτικού γεγονότος με πολλαπλά επιχειρηματικά defaults, το πρόβλημα στον τραπεζικό κλάδο θα είναι συστημικό αντί για μεμονωμένο.
Όπως διαπιστώνει η S&P, οι ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν υψηλότερη συγκέντρωση επιχειρηματικών δανείων σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό σύστημα στην Ε.Ε. Οι μεγάλες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 43% των δανείων του ιδιωτικού τομέα, ποσοστό 1,5 φορά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε.

Οι 20 μεγαλύτεροι δανειολήπτες αντιστοιχούν στο 12%-18% του χαρτοφυλακίου δανείων των ελληνικών τραπεζών, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο στην ομάδα των ομοειδών τραπεζών της περιοχής που εξέτασε ο οίκος. Συνεκτιμώντας και τα μέτρα μετριασμού του πιστωτικού κινδύνου, η S&P υπολογίζει ότι οι εν λόγω δανειολήπτες αντιστοιχούν στο 97%-144% των συνολικών προσαρμοσμένων κεφαλαίων των τραπεζών.
Τα 3 σενάρια
Η S&P βλέπει τρεις πιθανούς κινδύνους από αυτή τη συγκέντρωση στα χαρτοφυλάκια δανείων:
– Ένα σενάριο, που χαρακτηρίζεται ως το λιγότερο πιθανό αλλά και το πιο επιζήμιο, είναι η ταυτόχρονη κατάρρευση αρκετών από τους δέκα μεγαλύτερους εταιρικούς δανειολήπτες.
– Ένα άλλο σενάριο είναι μια κυκλική κάμψη στους κλάδους που στηρίζουν την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή τη ναυτιλία, τον τουρισμό και την ενέργεια.
– Το πιο πιθανό σενάριο, σύμφωνα με τον οίκο, αφορά την αναπροσαρμογή του κόστους δανεισμού και όχι την αθέτηση πληρωμών. Μια διεύρυνση των spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων ή η αναχρηματοδότηση ομολόγων που εκδόθηκαν με χαμηλό κόστος την περίοδο 2021-2022, με βάση τα τρέχοντα επιτόκια, θα ανέβαζε το κόστος τόκων για τους δανειολήπτες, χωρίς όμως να μεταβάλει τον δείκτη μόχλευσής τους.
Πάντως, η S&P αναγνωρίζει ως θετικό το γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν βελτιώσει τα χρηματοοικονομικά τους προφίλ την τελευταία δεκαετία και θα αντιμετώπιζαν μια τέτοια κρίση από θέση ισχύος. Κατά συνέπεια, κανένα από τα τρία αυτά σενάρια δεν αποτελεί τη βασική εκτίμηση του οίκου.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, μια ταυτόχρονη στάση πληρωμών σε τρεις μέσου μεγέθους εταιρείες που βρίσκονται ανάμεσα στους 10 μεγαλύτερους δανειολήπτες θα μπορούσε να κοστίσει 1,5-2,3 ποσοστιαίες μονάδες από τον δείκτη κεφαλαίων CET1 της κάθε τράπεζας με βάση μια υπόθεση για ζημιά ίση με το 45% της έκθεσης. Ένα πιο δυσμενές σενάριο με ζημιά 60% θα μείωνε τον δείκτη CET1 της κάθε τράπεζας κατά 2,0-3,1 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 15% των συνολικών προσαρμοσμένων κεφαλαίων του τραπεζικού συστήματος ή σε περίπου 4 δισ. ευρώ.
Εάν οι τρεις μεγαλύτερες εταιρείες-δανειολήπτες κήρυσσαν ταυτόχρονα στάση πληρωμών, το δυσμενές σενάριο θα μείωνε τον δείκτη CET1 της κάθε τράπεζας κατά 2,7-4,0 ποσοστιαίες μονάδες.
Μεμονωμένα, κάθε τράπεζα θα μπορούσε να απορροφήσει μια τέτοια ζημιά, καθώς τα «μαξιλάρια» τους είναι υψηλότερα των ελάχιστων απαιτήσεων και πλησιάζουν τις 10 ποσοστιαίες μονάδες, σημειώνει η S&P. Και τονίζει ότι μια ταυτόχρονη χρεοκοπία παραμένει απίθανη, καθώς οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις είναι ανάμεσα στους πιο υγιείς δανειολήπτες στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών.
Η έκθεση σε ναυτιλία, τουρισμό, ενέργεια
Οι ελληνικές τράπεζες διαφέρουν από άλλες ομοειδείς λόγω της μεγαλύτερης έκθεσής τους σε ευμετάβλητους κλάδους και συγκεκριμένα στη ναυτιλία, τον τουρισμό και την ενέργεια, που ευθύνονται για το 45% των συνολικών επιχειρηματικών δανείων, έναντι 17% που είναι στις ευρωπαϊκές τράπεζες. Όπως σημειώνει η S&P, οι τέσσερις ελληνικές τράπεζες συγκαταλέγονται στις έξι ευρωπαϊκές με τη μεγαλύτερη έκθεση στον ναυτιλιακό κλάδο.
Από την άλλη πλευρά, οι τέσσερις ελληνικές τράπεζες διατηρούν χαμηλή έκθεση στους κλάδους των ακινήτων, των κατασκευών και της γεωργίας – τομείς που συνήθως αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος των χαρτοφυλακίων δανείων των ευρωπαϊκών τραπεζών. Κατά συνέπεια, τα χαρτοφυλάκια δανείων των ελληνικών τραπεζών είναι λιγότερο εκτεθειμένα στον κύκλο της αγοράς ακινήτων σε σύγκριση με εκείνα των περισσότερων ευρωπαϊκών ομολόγων τους, ενώ παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη έκθεση στα διεθνή ναύλα μεταφοράς εμπορευμάτων, στις τουριστικές αφίξεις και στις τιμές της ενέργειας.
Μια μέτριας έντασης κάμψη που θα έπληττε ταυτόχρονα και τους τρεις κλάδους, με ποσοστό αθέτησης πληρωμών 10% επί των δανείων και ζημία 40%, θα κόστιζε στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα περίπου 1,5 δισ. ευρώ, ήτοι 0,8-1,2 ποσοστιαίες μονάδες του δείκτη CET1 ανά τράπεζα.
Μια σοβαρή κρίση, αντίστοιχης κλίμακας με την κάμψη του ναυτιλιακού κλάδου μετά το 2008, με αθέτηση πληρωμών στο 25% των δανείων και ποσοστό ζημίας 50%, θα κόστιζε στο τραπεζικό σύστημα περίπου 4,8 δισ. ευρώ, ήτοι 2,4-3,6 ποσοστιαίες μονάδες του δείκτη CET1 ανά τράπεζα.
Σε κάθε περίπτωση, η S&P δηλώνει θετική για τις ελληνικές τράπεζες, παρά την αυξημένη συγκέντρωση στα δάνεια και σημειώνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις λίγες χώρες όπου ο δείκτης κάλυψης τόκων των επιχειρήσεων βελτιώθηκε μεταξύ 2018 και 2025.